23/11/17

"Το ημερολόγιο ενός εξωγήινου", Νίκος Παναγιωτόπουλος



Είχα καιρό να νιώσω όπως ένιωσα κλείνοντας και τις τελευταίες σελίδες του «Ημερολόγιου ενός εξωγήινου» του Νίκου Παναγιωτόπουλου. Το συναίσθημα, κάτι ανάμεσα σε χαρά και λύπη, κάτι εντελώς γλυκόπικρο και εν τέλει αναζωογονητικό, με έκανε να πιστέψω στη δύναμη των βιβλίων ξανά· στην πανάρχαια γοητεία των ιστοριών και της αφήγησης. 

«Ο Ζίγκι απ’ τον Μάρφαν»(εκδ. Πόλις) είναι γραμμένος το 1998, η αναθεωρημένη έκδοσή του, «Το ημερολόγιο ενός εξωγήινου» (εκδ. Μεταίχμιο), κυκλοφόρησε το 2017. Είκοσι πριν, που ήμουν κι εγώ σχεδόν παιδί ακόμα, δεν με είχε επηρεάσει έτσι. Τώρα ένιωσα πως σε αυτό το βιβλίο περικλείεται μια αλήθεια εντελώς παιδική, που πρέπει να διαβάσουν όλοι οι «βαριά» ενήλικες. 

Ο Ζίγκι είναι ένα δωδεκάχρονο αγόρι, που προσπαθεί να καταλάβει τον κόσμο. Μέσα από τα ημερολόγιά του καταγράφει τι γίνεται στο σχολείο, με τους φίλους του, τον έρωτα, τι γίνεται στο σπίτι, που παίρνουν διαζύγιο οι γονείς του, τι γίνεται με την ασθένειά του, μια σπάνια καρδιοπάθεια που δεν του επιτρέπει να τρέχει και να λαχανιάζει, και τι γίνεται με τη θεωρία του πως είναι εξωγήινος, και πως μια μέρα θα έρθει ένα διαστημόπλοιο από τον πλανήτη του, τον Μάρφαν, να το πάρει. Θα μπορούσε να πει κανείς πως πρόκειται για ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης, αν το χιούμορ μπορεί να είναι τόσο μπλακ. 

Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος κατάφερε να μπει στην ψυχή ενός δωδεκάχρονου με απαράμιλλη μαστοριά. Ο αφηγητής του – πολύ επικίνδυνη ιστορία να διαλέξεις παιδί αφηγητή και μάλιστα στο μεταίχμιο της προεφηβείας- είναι ένα απίστευτο παιδί, ένα αγόρι που βλέπει τον κόσμο με την αθωότητα και την πονηριά της ηλικίας τους. Αλλά πάνω από όλα είναι ένα παιδί. Αυτό είναι το βασικό, αυτό είναι που δίνει τον τόνο και το συναίσθημα. 

Ο Αλαντίν λέει πως όλα όσα κάνουν οι άνθρωποι είναι δικαιολογίες για να μην ψάχνουν. Γι’ αυτό βιάζονται τόσο να βρουν το τέλειο ταίρι τους με τον «κεραυνοβόλο έρωτα», γι’ αυτό ψάχνουν να βρουν γρήγορα μια δουλειά και την κάνουν σε όλη τους τη ζωή, γι’ αυτό χτίζουν σπίτια αντί να ταξιδεύουν, για αυτό κάνουν παιδιά και τα φροντίζουν, υποτίθεται, τόσο πολύ (για να έχουν μια δικαιολογία για να μη βγαίνουν και πάρα πολύ από το σπίτι τους), γι’ αυτό αγοράζουν γρήγορα αυτοκίνητα (για να μην χάνουν χρόνο να πηγαίνουν απ’ το σπίτι στη δουλειά τους), γι’ αυτό τέλος πάντων βρίσκουν έναν θεό και τον πιστεύουν. Για να μην ψάχνουν άλλο. 

Η επιλογή της ημερολογιακής καταγραφής και έτσι του πρώτου ενικού προσώπου δουλεύει εξαιρετικά στην αφήγηση, ενώ η τρέλα και ο παραλογισμός του κόσμου μας, δίνονται με μια απίστευτη καθαρότητα, λόγω του αφηγητή-παιδιού. Οι ανάσες γέλιου- τα παρατσούκλια που βρίσκει ο μικρός για όλους, ας πούμε- αλλά και η μουσική, αλαφραίνουν κάπως την ατμόσφαιρα, αλλά δεν επηρεάζουν το συναισθηματικό φορτίο του μυθιστορήματος. «Το ημερολόγιο ενός εξωγήινου» είναι ένα επίπονο βιβλίο για κάθε γονιό, οι περιγραφές του Ζίγκι για αυτό που συμβαίνει στο σπίτι του χτυπάνε ευαίσθητες χορδές, ανοίγουν πόρτες, για να δεις τι συμβαίνει γύρω σου. Σε προσγειώνουν ανώμαλα όχι στον Μάρφαν αλλά στη Γη. 

Με ρώτησαν δυο τρεις φορές αναγνώστες, αν το βιβλίο του Παναγιωτόπουλου είναι «εφηβικό» ή απευθύνεται σε παιδιά. Η απάντηση είναι πως απευθύνεται σε μεγάλους, τόσο μεγάλους-μεγάλους που να μπορούν να σοκαριστούν όταν επιτέλους θυμηθούν πώς είναι να είσαι παιδί-εξωγήινος. 



                                                                     Κατερίνα Μαλακατέ


"Το ημερολόγιο ενός εξωγήινου", Νίκος Παναγιωτόπουλος, εκδ. Μεταίχμιο, 2017, σελ. 365








Υ.Γ. 42 Ούτε επιστημονική φαντασία είναι ο Ζίγκι.





21/11/17

«Παγανιστικές δοξασίες της θεσσαλικής επαρχίας», Χρυσόστομος Τσαπραΐλης






Στα μονοπάτια του δάσους ανάμεσα στη Βλάχα και το Νεραϊδοχώρι Τρικάλων λένε πως τη νύχτα καμιά φορά βγαίνει ένας γέρος και σκάβει με ένα μαύρο φτυάρι, τόσο αποκρουστικό που μοιάζει με αυτό που θάβουν οι γονείς τα παιδιά τους. 
Τον γέροντα τον τρέμουν οι διαβάτες και κουρνιάζουν ευθύς μέσα στα πουρνάρια άμα τον δουν, γιατί είναι αυτός που σκοτώνει κάθε μέρα τον ήλιο, και τον θάβει μέσα στα σπλάχνα του δάσους, καρφώνοντάς τον σαν σκαλοπάτι πάνω σ' έναν κορμό που μεγαλώνει προς τα κάτω, ένα δεντρί που φτάνει μέχρι τα πέρα δώματα του Κάτω κόσμου. 
Εκεί, πάνω στον κορμό, βρίσκονται καρφωμένοι όλοι οι ήλιοι, από τον χθεσινό ως τον πρώτο ήλιο που έδυσε ποτέ.


Για αρχή, ας ξεκαθαρίσουμε κάτι. Οι «Παγανιστικές δοξασίες της Θεσσαλικής επαρχίας» δεν είναι ένα λαογραφικό βιβλίο, δεν πρόκειται για μια επιστημονική ή έστω συστηματική εργασία συλλογής δοξασιών, πρόκειται για μυθοπλασία. Ο Χρυσόστομος Τσαπραΐλης αντλώντας από τις παιδικές του μνήμες, την ατμόσφαιρα του τόπου και τη θητεία του στη λογοτεχνία τρόμου – ως αναγνώστης και συγγραφέας- συνθέτει μια ενδιαφέρουσα συλλογή διηγημάτων, με κεντρικό άξονα τον τόπο και τον τρόμο. Με άλλα λόγια γράφει αυτό που στο δικό μου χωριό λέμε Folk Horror, αλλά κανένας δεν τολμά να το πει, γιατί θα τρόμαζε τους αναγνώστες. 

Το μέρος προσφέρεται, τόσο τα βουνά, τα Άγραφα αλλά κι ο Όλυμπος, όσο και ο ατελείωτος κάμπος, βουτηγμένος στην ανία και την ομίχλη. Βοηθάει και το κλίμα, ακραίες θερμοκρασίες, τόσο το καλοκαίρι όσο και το χειμώνα, αίσθηση μοναξιάς και μαγείας. Ο συυγραφέας ενδιαφέρεται πολύ για τη Θεσσαλία, για αυτό το διηγήματά του αλλάζουν τρόπο ανάλογα στο μέρος που αναφέρονται, τα κεφάλαια του βιβλίου εξάλλου είναι τα εξής: Βλαχοχώρια, Καραγκουνοχώρια, Δρακοχώρια, οι πόλεις του Κάμπου.

Τα διηγήματα ανήκουν στην κατηγορία του flash fiction. O συγγραφέας τους τα έγραψε αρχικά ως ποστ της ομώνυμης σελίδα στο Facebook που είναι εξαιρετικά δημοφιλής. Ένα μόνο διήγημα είναι μεγαλύτερο και γραμμένο επί τούτου, το τελευταίο, που αφήνει και αρκετές ελπίδες για μεγαλύτερα κείμενα τρόμου.  Η γραφή του είναι μπαρόκ, με στοιχεία που θυμίζουν ώρες ώρες  Λάβκραφτ, ενώ ο ρυθμός φαίνεται βαρύς, αλλά βασισμένος στη μουσική. Ομολογώ πως δεν κατάφερνα να διαβάσω πάνω από 4-5 ιστορίες τη φορά, μετά όλο αυτό με καταπλάκωνε. Στο διαδίκτυο οι ιστορίες λειτουργούν καλύτερα γιατί δεν είναι όλες μαζεμένες. Κάθε βράδυ όμως ήθελα να ξαναπιάσω το βιβλίο, να τελειώσω τις δοξασίες, να διαβάσω μια ακόμα. 

Δεν ξέρω ποιο είναι το επόμενο βήμα μετά από ένα βιβλίο όπως οι Παγανιστικές δοξασίες. Η έκδοση από τους Αντίποδες είναι εξαιρετικά προσεγμένη, ο συνδυασμός τράβηξε πολύ κόσμο, το βιβλίο βρίσκεται ήδη στην 3η έκδοση. Εύχομαι το επόμενο βήμα να είναι ένα χορταστικό μυθιστόρημα τρόμου. Αν και οι "Παγανιστικές δοξασίες της Αυσταλιανής επαρχίας" δεν θα με ενοχλούσαν στα αλήθεια. 



                                                                                   Κατερίνα Μαλακατέ


«Παγανιστικές δοξασίες της Θεσσαλικής επαρχίας», Χρυσόστομος Τσαπραΐλης, εκδ. Αντίποδες, σελ. 153, 2017 









Ακούστε την συνέντευξη του Χρυσόστομου Τσαπραΐλη στο Διαβάζοντας εδώ:




19/11/17

Ραδιοφωνική συνέντευξη της Τόνιας Κοβαλένκο







Κλήρωση! Και εκπομπή. Στο ραδιοφωνικό Διαβάζοντας@amagi μαζί μας σήμερα η σπουδαία μεταφράστρια και ποιήτρια Tonia Kovalenko.

Κληρώνουμε:
1 αντίτυπο "Αυτό που σου ανήκει", Γκαρθ Γκρίνγουελ
1 αντίτυπο "Αντίδοτο στη μοναξιά", Γιγιέν Λι
και τα δύο σε μετάφραση Τόνιας Κοβαλένκο, ευγενική προσφορά από τις Εκδόσεις Καστανιώτη καθώς και
2 αντίτυπα της ποιητικής συλλογής "Μαύρο προς μπλε" της Τόνιας Κοβαλένκο, ευγενική προσφορά από το Βιβλιοπωλείο Gutenberg


Για να λάβετε μέρος στην κλήρωση πατήστε "Μου αρέσει" και κοινοποιήστε ή/και σχολιάστε το ποστ  στο γκρουπ της εκπομπής στο φβ ή να αφήσετε απλά ένα σχόλιο εδώ από κάτω. Η κλήρωση θα γίνει κατά τις 7:50μ.μ. on air. 


Μη μας χάσετε, σήμερα 6-8μ.μ. πάντα στον www.amagi.gr.


17/11/17

Το χρυσό κατοστάρι



Αναρωτιέμαι μερικές φορές για αυτόν τον τόσο μικρό κύκλο των βιβλιόφιλων, για το πώς τόσο λίγοι άνθρωποι στηρίζουμε αυτή την αγορά βιβλίων, που δεν συρρικνώνεται, κάθε άλλο, κάθε χρόνο τα βιβλία που βγαίνουν – μεταφράσεις και πρωτότυπα- ολοένα γίνονται περισσότερα, καινούργιοι οίκοι ανοίγουν, μικροί αλλά βιώσιμοι. Αν και τα βιβλιοπωλεία κλείνουν σωρηδόν, το ένα μετά το άλλο. 

Αναρωτιέμαι πόσα βιβλία μπορούμε να διαβάσουμε, με ποια κριτήρια βγαίνουν όλοι αυτοί οι τίτλοι, τι σκοπιμότητα έχουν. Εγώ είμαι μάλλον συστηματική αναγνώστρια, όμως δεν μπορώ να ανταποκριθώ στην πρόσφατη παραγωγή, πάρα πολλά βιβλία που θα ήθελα να διαβάσω τελικά δεν τα προλαβαίνω, κι έπειτα έρχεται μια χιονοστιβάδα από νέα βιβλία. Και μένω συνεχώς ανικανοποίητη. 

Ώρες ώρες νιώθω πως αυτή η ατελείωτη παραγωγή με κάνει να μη μπορώ να ανασάνω, δεν μου δίνει χρόνο να διαβάσω κανένα παλιότερο αριστούργημα (ένα στα δέκα βιβλία που διαβάζεις πρέπει να είναι κλασικό, λέει ο χρυσό κανόνας του Ναυτίλου). Από την άλλη, όποτε επιχειρώ να απαγκιστρωθώ, να μην είμαι ενημερωμένη, να μην κρατάω ατελείωτες λίστες, είτε στο μυαλό είτε στα τεφτέρια μου, νιώθω λειψή, πως κάτι χάνω, πως εκεί μέσα θα μπορούσε να κρύβεται εκείνο το βιβλίο που θα αλλάξει τον κόσμο μου.

Αναλώνομαι. Μερικές φορές καταναλώνω. Άλλες φορές μπαίνω στο παιχνίδι, ακολουθώ τα γούστα των άλλων, λέω «μπας και, δεν κατάλαβα καλά, μήπως πρόκειται για αριστούργημα κι εγώ δεν έχω τα απαραίτητα εφόδια». Με πιέζουν όλες αυτές οι πάντα θετικές κριτικές, ένα κομψοτέχνημα από δω, μια αριστουργηματική αφήγηση από κει, ο Ολλανδός Προυστ, ο Ρώσος Τζόυς, ο Έλληνας Φώκνερ. Με εκνευρίζουν τα λόγια χωρίς αντίκρισμα. 

Δεν μιλάω καν για την Ελληνική παραγωγή. Εκεί τα πράγματα έχουν ξεφύγει. Αλλά για εκεί, με κάποιον τρόπο έχω ακόμα ένστικτο. Είναι και εμφανής ο τρόπος που βγήκε το κάθε βιβλίο, ξέρεις ποιο είναι αυτοέκδοση, ποιο όχι. 

Με πιέζει η ροή της πληροφορίας, το ατελείωτο αυτό γαϊτανάκι. Κι έπειτα, τα βιβλία, αφού βγουν διθυραμβικά στους πάγκους ως αριστουργηματικά και στις βιτρίνες, και πουλήσουν, ό,τι πουλήσουν το πρώτο εξάμηνο, αποσύρονται σα γέροι συνταξιούχοι, μας γυρίζουν τις ράχες, εξαντλούνται, πολτοποιούνται, ξεχνιούνται. Μα τα βιβλία δεν είναι ραπανάκια να σαπίσουν. Τα βιβλία δεν είναι φάρμακα να είναι σε έλλειψη και να πάρεις το γενόσημο, τα βιβλία δεν είναι προϊόν άμεσης ανάγκης, ούτε ευπαθές. Τα βιβλία θα έπρεπε να είναι δρομείς μεγάλων αποστάσεων και αντοχής. Αλλά προφανώς όλοι ποντάρουν στο χρυσό κατοστάρι.








                                                                 Κατερίνα Μαλακατέ


16/11/17

"Ragtime", E.L. Doctorow




Αγαπώ πολύ τον Ε.Λ. Ντοκτορόου, μου αρέσει ο τρόπος που μπερδεύει αληθινά και μυθοπλαστικά γεγονότα στα μυθιστορήματά του, που πιάνεται από ένα συμβάν και φτιάχνει μια ψευδοιστορία. Στο Ραγκτάιμ αυτή η τακτική φτάνει στα άκρα, ο συγγραφέας χρησιμοποιεί πάρα πολλές πραγματικές φιγούρες, ανάκατες με μη πραγματικές, στήνει ένα σύμπαν στην Αμερική στις αρχές του προηγούμενου αιώνα που μοιάζει τόσο πληθωρικό, τόσο εντυπωσιακό· ώρες ώρες δεν μπορείς να το κατανοήσεις. 

Στο Ραγκτάιμ πρωταγωνιστεί μια λευκή οικογένεια, και αφηγητής μας είναι ο γιος, οι υπόλοιποι είναι απλά η Μητέρα, ο Πατέρας, ο Μικρός αδελφός. Γύρω τους στήνεται ένα γαϊτανάκι πραγματικών γεγονότων, και πραγματικών ιστορικών προσώπων. Κυριαρχεί ο Χάρι Χουντίνι, που πρέπει να ενθουσιάζει τον συγγραφέα, αλλά γνωρίζουμε και τον Χένρι Φορντ, την αναρχική Έμμα Γκόλνταμ, τον Φρόιντ, τον Ρόμπερτ Πίρι, την socialite και καλλονή της εποχής Έβελιν Νέσμπιτ . Πάνω από 25 ήρωες περνάνε από τις σελίδες του μυθιστορήματος. Πιο ενδιαφέρουσες οι ιστορίες με τον Χουντίνι, και αυτή του άπορου Τάτεχ, Εβραίου εργάτη που έχει μια πανέμορφη κόρη και τελικά καταφέρνει να φτιάξει τη ζωή του μέσω του κινηματογράφου. Αλλά και η τελική, αυτή με πρωταγωνιστή έναν μαύρο πιανίστα του Ραγκτάιμ, που τα βάζει με το Πυροσβεστικό σώμα όταν τον προσβάλλουν και επαναστατεί χάνοντας τα πάντα. 

Όλοι αυτοί οι άνθρωποι αλλά και οι καταστάσεις δίνουν την εικόνα μιας μεταιχμιακής εποχής. Τα ανθρώπινα δικαιώματα δημιουργούν αναβρασμό, οι μαύροι, οι γυναίκες, είναι ακόμα σε μια κατάσταση οριακή: δεν είναι δούλοι, δεν είναι ακριβώς ισότιμοι με τον λευκό άντρα. Παράλληλα συμβαίνουν ένα σωρό φαντασμαγορικά πράγματα, η εκβιομηχάνιση των πάντων, φοβερές νεοτερικότητες, το αεροπλάνο, ο κινηματογράφος, απίστευτη αναταραχή, συνεχείς αλλαγές. Όλα προμηνύουν τον πανικό που θα ακολουθήσει.

Είναι σχεδόν ακατόρθωτο να μιλήσεις για το Ραγκτάιμ, πόσο μάλλον να το γράψεις. Ο συγγραφέας του έβαλε απίστευτη μαστοριά, έμπλεξε κόσμους ολόκληρους, έδωσε μια τοιχογραφία, χωρίς να αφήνει τον αναγνώστη ποτέ χωρίς πλοκή ή ενδιαφέρον. Ο Ντοκτορόου σε αυτό το μυθιστόρημα μοιάζει πιο πολύ σαν να φτιάχνει ταινία, ενθουσιάζεται από τις εικόνες, από την ατμόσφαιρα, από την άνεση. Ταυτόχρονα κατορθώνει να εστιάσει και στα μεγάλα ζητήματα της εποχής που θα επηρεάσουν τη ζωή του ανθρώπινου γένους από τότε και στο εξής. Και το να καταφέρει κανείς να κάνει και τα δύο αυτά μαζί, δεν είναι και μικρό επίτευγμα. 


                                                                        Κατερίνα Μαλακατέ


"Ραγκτάιμ", Ε. Λ. Ντοκτόροου, μετ. Γιώργος Μαθόπουλος, Γιάννης Γαλάτης, εκδ. Επιλογή, 1993, σελ. 349

9/11/17

"Independence Day", Richard Ford



Ξεκίνησα να διαβάζω την "Ημέρα Ανεξαρτησίας" του Ρίτσαρντ Φορντ στο kindle και σχεδόν αμέσως ήξερα πως έκανα λάθος επιλογή – όχι βιβλίου, μέσου. Ήμουν όμως μακριά από το σπίτι, σε εκδρομή κι έπρεπε να αρκεστώ σε αυτό που είχα. Την ανάγνωση την τελείωσα σε μια κόπια του μεταφρασμένου κειμένου στην ησυχία της οικίας μου.

Η «Ημέρα Ανεξαρτησίας» είναι το δεύτερο μέρος της τριλογίας – που έγινε σχετικά πρόσφατα τετραλογία- του Ρίτσαρντ Φορντ με κεντρικό ήρωα τον Φρανκ Μπάσκομπ. Η τετραλογία ξεκινά με τον «Αθλητικογράφο» (1986), συνεχίζει με την «Ημέρα Ανεξαρτησίας» (1995), τριτώνει με το «Η χώρα όπως είναι» (2006) και τελειώνει κοντά τριάντα χρόνια μετά με το "Let Me Be Frank with You" (2014).

Τα βιβλία εκδόθηκαν κάπως μπερδεμένα στην Ελλάδα, πρώτα από την ασημένια σειρά της Ωκεανίδας «Ο Αθλητικογράφος» το 1996, κι έπειτα «Η Χώρα όπως είναι» το 2010 από τις εκδόσεις Πατάκη. Τελικά η «Ημέρα Ανεξαρτησίας», το ενδιάμεσο βιβλίο, μεταφράστηκε το 2016, ενώ το τελευταίο βιβλίο της τετραλογίας παραμένει αμετάφραστο. Ο δε «Αθλητικογράφος» είναι φυσικά τόσα χρόνια μετά εξαντλημένος. Έτσι, ακόμα και οι πιο υποψιασμένοι αναγνώστες μπορούν να μπερδέψουν τη σειρά τους και να μην έχουν σαφή εικόνα. 



Η «Ημέρα Ανεξαρτησίας» βρίσκει τον Φρανκ στην «υπαρξιακή περίοδο της ζωής του, χωρισμένο από την πρώτη του γυναίκα Ανν, σε δεσμό με την ανεξάρτητη Σάλλυ. Έχει παρατήσει την αθλητική δημοσιογραφία, και το γράψιμο εν γένει, και κάνει τον κτηματομεσίτη. Στα σαράντα πέντε του προσπαθεί να προσδιορίσει τι θέλει, ποιος είναι, ποιος θέλει να είναι, τι είναι κανονικότητα, τι είναι νόρμα κι αν μπορεί να προσαρμοστεί σε αυτή. Όλη η δράση συμπυκνώνεται στο τριήμερο της Ημέρας Ανεξαρτησίας. Ο Φρανκ πρέπει να βρει σπίτι σε ένα δύστροπο μεσόκοπο ζευγάρι, να πληρωθεί το νοίκι από ένα ακίνητο και να πάει και διήμερο με τον δυσλειτουργικό γιο του Πολ, που δυσκολεύεται να αντιμετωπίσει στις αρχές της εφηβείας του όλα αυτά που του έχουν συμβεί. 

Η πλοκή είναι ελάχιστη, οι σκηνές μακραίνουν, οι διάλογοι τραβάνε, αλλά μέσα από όλες αυτές τις άχρηστες φαινομενικά λεπτομέρειες ο συγγραφέας φτάνει κάποια στιγμή στο μεδούλι των καταστάσεων. Αρκούν μερικές φράσεις για να εξηγήσει τι συμβαίνει στο μυαλό του ήρωα του, για να μας κάνει να ταυτιστούμε και να αναλογιστούμε τη δική μας ζωή. Τον απασχολεί έντονα η πολιτική – ο Φρανκ είναι ακραιφνώς Δημοκρατικός- αλλά και το ποιος είναι ο σκοπός μας, τι είναι αυτό που ορίζει η κοινωνία και τι σχέση έχει με τα θέλω μας. Ο Φρανκ σε αυτό το βιβλίο προσπαθεί να ωριμάσει, να αναλάβει σοβαρά τον γονεϊκό του ρόλο, να αποδεχτεί τη σύμβαση και τη δέσμευση. Το αν τα καταφέρνει είναι μια άλλη ιστορία. 

Ο Ρίτσαρντ Φορντ είναι ένας συγγραφέας άκρως γοητευτικός. Πρέπει όμως να τον αφήσεις να σε παρασύρει στον τρόπο του, να μην τον κρίνεις με αυτά που έχεις ήδη στο μυαλό σου. Η γλώσσα του είναι προσεγμένη, με ροή και ρυθμό. Αλλά σίγουρα το βιβλίο δεν είναι page turner, πρέπει να του δώσεις τον χρόνο και τον χώρο του. Για αυτό ήταν κακή επιλογή ο e-reader που τις κοντά 500 σελίδες του τις μετέτρεψε σε 1000. Τέτοια βιβλία απαιτούν χαρτί, υπογραμμίσεις, τσακίσματα, τσάι, και ελεύθερο χρόνο να ονειροπολήσεις. 

  
                                                                        Κατερίνα Μαλακατέ


«Ημέρα Ανεξαρτησίας», Ρίτσαρντ Φορντ, μετ. Θωμάς Σκάσσης, εκδ. Πατάκη, 2016, σελ.699