19/9/17

«Illska, Το Κακό», Eiríkur Örn Norðdah



Ένα εξαιρετικά φιλόδοξο βιβλίο έγραψε ο Ειρικουρ Ερτν Νορδνταλ, μόλις στα τριανταπέντε του χρόνια. Έκτοτε Το Κακό έχει μεταφραστεί σε αρκετές γλώσσες κι ο ίδιος πήρε βραβεία στα Ισλανδικά. Στην Ελλάδα μεταφράστηκε φέτος- από τα Γαλλικά- από τη Ρούλα Γεωργακοπούλου. Και παρ’ όλο που η μετάφραση δεν είναι από το πρωτότυπο, πρόκειται για μια από τις καλύτερες φετινές.

Όμως για να απολαύσεις ένα βιβλίο, πρέπει να αφήσεις κατά μέρος τι ξέρεις για αυτό και επικεντρωθείς στο ίδιο το κείμενο. Το Illska με συντρόφεψε στο μεγαλύτερο μέρος της εβδομάδας που ήμουν διακοπές. Και άξιζε τον κόπο. Είναι γραμμένο με έναν τρόπο που όλο και συχνότερα χρησιμοποιούν οι συγγραφείς για να προσεγγίζουν το κακό και την ανείπωτη φρίκη: σε σπαράγματα. Τα κομμάτια που αφορούν στη Γερμανική θηριωδία, αλλά κι αυτά που αναλύουν την πολιτική κατάσταση στην Ισλανδία, εναλλάσσονται με αυτά της πλοκής, δημιουργώντας ένας πολύ ενδιαφέρον κολάζ. 

Πρωταγωνίστρια είναι μια νεαρή Ισλανδή, που όμως έχει μεγαλώσει στη Λιθουανία, η Άγκες. Οι πρόγονοί της, τουλάχιστον από την πλευρά της μητέρας της, χάθηκαν στο ολοκαύτωμα. Η Άγκνες βασανίζεται να βρει την ταυτότητά της, πότε νιώθοντας Εβραία, πότε Λιθουανή και πότε Ισλανδή, και για αυτό στη διδακτορική της διατριβή ασχολείται με τη ρητορική των νεοναζιστικών κομμάτων στην Ισλανδία και τη θέση τους απέναντι στους ξένους. Λόγω αυτής της διατριβής γνωρίζει τον Άρνορ, έναν νεαρό νεοναζί, που παρ’ όλο που οι απόψεις του είναι σκληροπυρηνικά ρατσιστικές, δεν είναι αμόρφωτος, και δεν είναι χαζός. Ταυτόχρονα, κάνει μια σχέση με τον Όμαρ, έναν νεαρό Φιλανδό φιλόλογο, που όμως ζει ως ντελιβεράς, κι έχει κι αυτός πολλά θέματα να λύσει ως προς το ποιος είναι, πιο προσωπικά και οικογενειακά. 

Σχεδόν μόλις δημιουργείται η σχέση του Όμαρ και της Άγκνες, η Άγκνες τον απατά με τον Άρνορ. Δεν ξέρει ούτε κι η ίδια γιατί λαχταρά τόσο σεξουαλικά τον μεγαλύτερο της νεοναζί, δεν είναι ούτε καν πολύ καλός στο σεξ. Η σχέση τους πάντως εξελίσσεται, κι όταν η Άγκνες μένει έγκυος δεν μπορεί να ξέρει ποιανού είναι το παιδί. Η κατάσταση ξεφεύγει από τον έλεγχο, και διασώζεται μόνο από το χιούμορ του συγγραφέα. 

Το ιδιότυπο ερωτικό τρίγωνο που φτιάχνει η Άγκνες χρησιμεύει ως όχημα στον συγγραφέα για να μιλήσει για αυτά που απασχολούν τη σκέψη του. Η σύγχρονη Ισλανδία, αν και τόσο μακρινή, μοιάζει πολύ στην Ελλάδα. Είναι μικρή, υπέστη την κατάρρευση της κρίσης, δεν είχε πολύ σοβαρά θέματα μετανάστευσης ως πρόσφατα. Βέβαια, για να μιλήσει για το Ολοκαύτωμα ο Ισλανδός συγγραφέας χρειάζεται τη Λιθουανική καταγωγή της ηρωίδας του, ενώ εδώ, έχουμε ένα σωρό καταστροφές και σφαγές, όλες δικές μας. Η Άγκνες κι ο Όμαρ, δυο μορφωμένοι άνθρωποι, προσπαθούν να χτίσουν οικογένεια, μέσα στην κρίση. Η ζωή τους μοιάζει με του μέσου Έλληνα πτυχιούχου τριαντάρη, αν εξαιρέσει κανείς το χιόνι και το βόρειο Σέλας. Οι οικογένειές τους, φόρτωσαν αυτούς τους τρεις με ένα σωρό συμπλέγματα και απωθημένα, αλλά κυρίως τους άφησαν μετά να κολυμπήσουν μόνοι στα βαθιά, χωρίς ερείσματα. 

Η συλλογική μνήμη του Ολοκαυτώματος βασανίζει την Άγκνες και την στέλνει στην αγκαλιά ενός σύγχρονου Ναζί. Ο νεοναζί - που δεν είναι ένας ανορθόγραφος ουρακοτάγκος- δεν έχει ξαναδεί ποτέ Εβραία. Κι οι δυο μοιάζουν ο ένας για τον άλλον ο εφιάλτης κι η νέμεσή του. Αλλά τελικά δεν γίνεται ούτε αυτό, τελικά όλα είναι ένα πήδημα. 

Το Κακό είναι ένα βιβλίο που όποτε προσπαθεί να πάρει στα σοβαρά τον εαυτό του, καταρρέει. Αντίθετα, όταν ο συγγραφέας καταφεύγει στο χιούμορ για την ίδια την πλοκή, γίνεται απολαυστικό.  το ίδιο και στα ενδιάμεσα κομμάτια που αφορούν στο Ολοκαύτωμα. Αυτός ο τρόπος αφήγησης, που περνά από την ιστορία και την μια ιστορική περίοδο στην άλλη, γνωστός μας ήδη από την Κεντρική Ευρώπη, το Omega minor αλλά και το πρόσφατο Confiteor, δίνει τη δυνατότητα να κρατήσεις το ενδιαφέρον του αναγνώστη, ενώ χειρίζεσαι πολιτικά και ιστορικά θέματα μεγάλης σπουδαιότητας. Αν αυτός ο νεαρός Ισλανδός κατάφερε να γράψει ένα τέτοιο βιβλίο, πριν τα σαράντα του, είμαι σίγουρη πως θα μας δώσει ακόμα καλύτερα πράγματα στο μέλλον. 


                                                                          Κατερίνα Μαλακατέ




«Illska, Το Κακό», Έιρινκουρ Ερντ Νορδνταλ, μετ. Ρούλα Γεωργακοπούλου, εκδ. Πόλις, 2017, σελ. 564














17/9/17

Διαβάζοντας και Librofilo μαζί στο ραδιόφωνο





Νέα, τέταρτη σεζόν για το ραδιοφωνικό Διαβάζοντας@amagi. Φέτος, συνοδοιπόρος ο φίλος, συν-blogger, συνιδιοκτήτης του Booktalks Άγης Αθανασιάδης. Κάθε δεύτερη εκπομπή θα είμαστε μαζί για να σχολιάσουμε τη "λογοτεχνική επικαιρότητα".

Σήμερα κληρώνουμε 2 αντίτυπα "Δεν γίνονται αυτά εδώ", Σινκλέρ Λούις, μετ. Νίκος Μάντης, ευγενική προσφορά από τις Εκδόσεις Καστανιώτη. Για να λάβετε μέρος στην κλήρωση πρέπει να πατήσετε "Μου αρέσει" και να κοινοποιήσετε ή/και να σχολιάσετε το ποστ στο γκρουπ της εκπομπής ή να αφήσετε ένα σχόλιο εδώ από κάτω. Η κλήρωση θα γίνει on air κατά τις 7:50μ.μ.

Μη μας χάσετε, σήμερα 17/9/17 στις 6μ.μ. πάντα στον www.amagi.gr.






14/9/17

«Η Δύναμις και η Δόξα», Graham Greene




Αγαπώ πολύ τον Γκράχαμ Γκρην, η γραφή του είναι συνάμα εύκολη και διεισδυτική, καταφέρνει να φέρει κοντά τη λογοτεχνία για τους πολλούς κι αυτή για τους λίγους. Συνήθως στήνει μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία, ενώ ταυτόχρονα μας βάζει μέσα στα πάθη των ηρώων και τις αυταπάτες τους. Έχει ιδιαίτερη ικανότητα να σε κάνει να γυρίζεις τις σελίδες και μην τον παρατάς. 

«Η Δύναμις και η Δόξα» θεωρείται ένα από τα αριστουργήματά του- και όντως είναι σε ένα επίπεδο. Είναι εξαιρετικά καλογραμμένο, το θέμα του είναι σημαντικό. Όμως για μένα πρόκειται για το λιγότερο απολαυστικό μυθιστόρημά του που διάβασα ως τώρα. Είναι αυτό που δεν με συνεπήρε και δεν με κράτησε. 

Ο Γκρην ταξίδεψε στο Μεξικό το 1938, και η εντύπωση που του άφησε η κατάσταση στη χώρα ήταν τόσο έντονη, που προέκυψε η «Δυναμη και η Δόξα». Η δράση τοποθετείται στο 1924, τότε που η επαναστατική Κυβέρνηση του Μεξικού εξαπέλυσε σφοδρότατες διώξεις εναντίον των κληρικών. Σε πολλές Πολιτείες, οι ιερείς αναγκάζονταν είτε να αποσχηματιστούν και να παντρευτούν, είτε να φύγουν. 

Ο ήρωας του μυθιστορήματος είναι ο τελευταίος φυγάς παπάς της περιοχής του. Δεν πρόκειται για κανέναν άγιο, αντίθετα μιλάμε για έναν μέθυσο, που έχει εξώγαμο παιδί και δεν μετανιώνει για αυτό. Δεν υπάρχει άλλωστε κανένας παπάς για να τον εξομολογήσει και να τον λυτρώσει. Πρόκειται για τον μόνο ιερέα που παραμένει στην περιοχή και για κάποιο λόγο επιμένει. Όλοι οι υπόλοιποι ή αυτομόλησαν ή συμβιβάστηκαν. Το καθεστώς- και ιδιαίτερα ένας ιδεολόγος υπαστυνόμος- τον κυνηγά παντού. Τον επικηρύττουν και αν τολμήσει χωριό να τον περιθάλψει έστω και για λίγο, ένας κάτοικος τουφεκίζεται τυχαία. 

Ο ήρωας του Γκράχαμ Γκρην έχει εκπέσει. Όμως ταυτόχρονα προσπαθεί να καταλάβει. Η φυγή του, η διαδρομή του είναι μια πορεία που τον απομακρύνει από τον θάνατο, ενώ ταυτόχρονα τον φέρνει απελπιστικά κοντά του. Τα ηθικά διλήμματα του παπα-μέθυσου είναι πολύ μεγάλα, φιλοσοφικά, θρησκευτικά, κοινωνικά και προσωπικά· το ίδιο και ο πειρασμός να φύγει. Κι ο πειρασμός να παραδοθεί. Ο ήρωας παλινωδεί, δεν βρίσκει στήριγμα, ούτε λόγο να συνεχίσει. Η περιγραφή της ερήμωσης και της φτώχειας στα χωριά του Μεξικού είναι απαράμιλλη, ενώ οι δεύτεροι και τρίτοι χαρακτήρες είναι εντυπωσιακοί. Κι η σκηνή της αντιπαράθεσης του παπά και του υπαστυνόμου υποδειγματική. 

Πρόκειται ίσως για ένα από τα πιο «καθολικά» μυθιστορήματα του Γκρην. Σε όλα εμπεριέχεται το θέμα της θρησκείας, αλλά εδώ επανέρχεται με τέτοια ένταση που δεν μπορείς με κανέναν τρόπο να το προσπεράσεις. Καταλαβαίνω τις αρετές του βιβλίου, τη σπουδαιότητα του τρόπου του, της περιγραφής της ιστορικής περιόδου και των ηθικών θεμάτων που θέτει- τη μάχη ανάμεσα σε ένα απροσδιόριστο κακό κι ένα εξίσου απροσδιόριστο καλό. Και φυσικά χαίρομαι που το διάβασα και θα συνεχίσω να διαβάζω Γκ. Γκρην με την ίδια ένταση. Όμως αυτό είναι το μυθιστόρημά του που μου ταίριαξε λιγότερο από όλα τα άλλα.

                                                    
                                                                    Κατερίνα Μαλακατέ



«Η Δύναμις και η Δόξα», Γκράχαμ Γκρην, μετ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδ. Πόλις, 2015












Υ.Γ. 42 Το όνομα του συγγραφέα σαφώς και δεν το προφέρουν «Γκράχαμ» οι συμπατριώτες του. Από την άλλη έτσι τον έχουμε συνηθίσει τόσα χρόνια στα Ελληνικά. Είναι δίβουλη, δεν ξέρω αν θα έπρεπε να διορθωθεί. 

Υ.Γ 42-2 Υπάρχει και αυτή η ταινία του 1947: http://www.imdb.com/title/tt0039402/


4/9/17

"Οι Κονδυλοφόροι", George Gissing



"Ο κόσμος έχει ριζωμένη στο κεφάλι του την πανάρχαια αυτήν προκατάληψη- - ότι πρέπει να γράφει κανείς μόνο αν τον εμπνέει το Άγιο Πνεύμα. Σε πληροφορώ ότι το γράψιμο είναι επιχείρηση.[] Η θεία έμπνευση ανήκει σε άλλες σφαίρες. Εμείς μιλάμε για τη λογοτεχνία ως επάγγελμα, όχι για τον Όμηρο, τον Δάντη ή τον Σαίξπηρ. Αν μπορούσα να το χώσω αυτό στο κεφάλι του καημένου του Ρίρντον! Τι διάβολο- θέλω να πω τι έχουν τα τυπογραφικά στοιχεία κι ο,τι τυπώνεται πρέπει να είναι ιερό; Δεν προπαγανδίζω τη χυδαία λογοτεχνία, απλώς μιλώ για καλό, άξεστο, εμπορεύσιμο υλικό για τους άξεστους της ζωής."

Ήδη από τις πρώτες σελίδες του μυθιστορήματος του Τζορτζ Γκίσινγκ, «Οι Κονδυλοφόροι» (“New Grub Street”) ο ένας από τους δύο κεντρικούς ήρωες, ο νεαρός πολύ φιλόδοξος δημοσιογράφος λογοτεχνικών περιοδικών Τζάσπερ Μίλβεν εξηγεί στις αδελφές του, Ντόρα και Μοντ, πώς κινείται ο λογοτεχνικός κόσμος. Αν δεν είσαι λογοτεχνική μεγαλοφυΐα, οπότε θα ξεχωρίσεις έτσι κι αλλιώς, ας είσαι λογοτεχνικό μυρμηγκάκι, να βγάζεις το ψωμί σου. Ο νεαρός Μίλβεν μελετάει τον χώρο πριν «χτυπήσει», θα κάνει έναν καλό γάμο, με μια νύφη της ανώτερης αστικής τάξης, θα γράψει στα σωστά περιοδικά και θα πετύχει. Προς το παρόν μάλλον πένεται, κι αυτό θα γίνει εντονότερο όταν χάσει τη μάνα του και μαζί το μικρό της εισόδημα. 

Στον αντίποδα του Μίλβεν, έχουμε τον νεαρό κύριο Ρίρντον. Ο Ρίρντον, που έχει κλίση προς πιο λόγια και φιλολογικά θέματα, αναγκάζεται να στραφεί προς τη λογοτεχνία για να ζήσει. Γράφει ένα δυο-καλά μυθιστορήματα, κι έπειτα το σύστημα της εποχής τον καταβροχθίζει. Οι εκδότες ζητούν τρίτομα μυθιστορήματα, γιατί αυτό απαιτούν οι δανειστικές βιβλιοθήκες κι αυτό τον απομυζά. 

        Επί μία εβδομάδα έγραφε με τον επιθυμητό ρυθμό· έπειτα ήρθε ξανά η κρίση που είχε προβλέψει.
      Γνώριμο σύμπτωμα της αρρώστιας που χτυπά την εξαντλημένη φαντασία. Μετεωριζόταν στη σκέψη του πέντε ή έξι πιθανά θέματα για ένα βιβλίο, όλα από την εποχή που είχε αρχίσει για πρώτη φορά να γράφει μυθιστόρημα, τότε που οι ιδέες του έρχονταν εύκολα. Αν προσπαθούσε απεγνωσμένα να γραπωθεί από μια κι έβαζε τα δυνατά του να την αναπτύξει, για μια δυο μέρες ήταν σχεδόν ικανοποιημένος· πρόσωπα, καταστάσεις, κίνητρα διαμορφώνονταν αρκετά κι αισθανόταν έτοιμος να αρχίσει να γράφει. Αλλά σπάνια προλάβαινε να γράψει ένα δυο κεφάλαια πριν καταρρεύσει το οικοδόμημα. Είχε κάνει λάθος. Δεν έπρεπε να καταπιαστεί με αυτή την ιστορία αλλά με την άλλη.[]

Ο Ρίρντον είναι παντρεμένος με την Έμι, κόρη του Έντουαρτ Γιούλ, μια όμορφη και καλλιεργημένη αλλά φτωχή κοπέλα που τον πιέζει ολοένα να γράφει για να αποκτήσουν λεφτά και φήμη. Τον φτάνει στα όριά του, τόσο που εκείνος παρατά την λογοτεχνία για μια θέση γραφιά κι αυτή, μαζί με το παιδί τους, τον παρατά. 

Ο Μίλβεν θα γνωρίσει την ξαδέλφη της Έμι, Μαριάν Γιούλ, που είναι ένα κορίτσι που γράφει σχεδόν όλα τα άρθρα του πατέρα της Άλφρεντ. Ο Άλφρεντ Γιούλ είναι η αποτυχία του συστήματος προσωποποιημένη, κάποτε διευθυντής ενός λογοτεχνικού περιοδικού, προσπάθησε να γράψει τα πάντα και απέτυχε σε όλα, έχει μεγάλη αντιπαλότητα με έναν πανίσχυρο διευθυντή ενός πετυχημένου περιοδικού και είναι βαθιά, βαθύτατα πικραμένος από τη ζωή, από τη λογοτεχνία, από το σύμπαν. Όταν πεθαίνει πάντως ο αδελφός του, και αφήνει στη Μαριάν μια μικρή περιουσία, προσπαθεί να την καταχραστεί και να στήσει ένα περιοδικό. Κι εκεί που συμπεριφερόταν σκαιά τόσο στη Μαριάν, όσο και στην αμόρφωτη μάνα της και γυναίκα του, τώρα γίνεται σχεδόν υποφερτός. Ο Μίλβεν που νιώθει έντονη έλξη για τη Μαριάν, θα της κάνει πρόταση γάμου μόλις μάθει για την κληρονομιά. Και θα την αποσύρει, μόλις αυτή χαθεί. 

Γύρω από αυτά τα πρόσωπα κινούνται: ο κύριος Γουιπερντέιλ που δεν έχει κανένα λογοτεχνικό ταλέντο, αλλά καταφέρνει να βιοπορίζεται κάνοντας μαθήματα δημιουργικής γραφής(!) κι αργότερα ως διευθυντής ενός περιοδικού για τους «κατά το ένα τέταρτο μορφωμένους». Ο κύριος Μπίφεν που αγαπά τη λογοτεχνία με πάθος, γράφει ό,τι του αρέσει, και τελικά αυτοκτονεί από την ακραία φτώχεια, οι αδελφές του Τζάσπερ που ζουν γράφοντας μυθιστορήματα για κυρίες.

Τα δύο βασικά θέματα του Γκίσινγκ, ο λογοτεχνικός κόσμος αλλά και ο αστικός κόσμος της Βικτωριανής περιόδου, είναι έκδηλα σχεδόν σε κάθε φράση. Ο Γκίσινγκ καυτηριάζει αυτό που ζει στο πετσί του, άντρες που πεθαίνουν ανύπαντροι στην ψάθα γιατί αγαπούν τη λογοτεχνία, γυναίκες που διψούν για φήμη και καταξίωση, άλλες που τις νοιάζει μόνο η αγάπη. Η κατάπτωση των καλλιεργημένων ανθρώπων που βουλιάζουν στην φτώχεια, πώς επιπλέουν οι «συνειδητοποιημένοι», πόση σημασία έχει ο έρωτας, ποιος είναι ένας "πετυχημένος" γάμος.

Αγάπησα αυτό το μυθιστόρημα, υποπτεύομαι πως θα γυρίζω σε αυτό ξανά και ξανά. Το τσάκισα και το υπογράμμισα με μανία. Κι ελπίζω να είναι μια συνεχής υπενθύμιση, ένα καμπανάκι που θα χτυπάει στο μυαλό μου, όποτε τα πράγματα πάνε στραβά. Ο Τζορτζ Γκίσινγκ έγραψε κι αυτός πάμπολλα τρίτομα μυθιστορήματα και σχεδόν ξεχάστηκε. Πάντως "Οι Κονδυλοφόροι" είναι ένα μυθιστόρημα που πρέπει να διαβαστεί από όσους καταπιάνονται σήμερα, 130 χρόνια μετά, με το σπορ της λογοτεχνίας. Είναι σαν να περιγράφει τους καιρούς μας ακριβώς, τις έριδες, τα πάθη, τη φτώχεια, τη μιζέρια, τις ελλιπείς αμοιβές, τα 300 αντίτυπα. Κι αν αλλάξουμε τα ονόματα, τις άμαξες και το ντύσιμο, μάλλον πολλοί θα αναγνωρίσουν τον εαυτό τους. 


«[]Ο τύπος εξελίχτηκε σε «λογοτεχνικό σύμβουλο". Κάθε εβδομάδα βάζει αγγελία στη Μελέτη «Προς τους Νέους Συγγραφείς και τους Ευέλπιδες της Λογοτεχνίας»- κάτι τέτοιο. «Συμβουλές για διάφορα θέματα. Ανάγνωση, διόρθωση χειρογράφων, προτάσεις σε εκδότες. Τιμές λογικές». Γεγονός! Και μάλιστα έβγαλε έξι λίρες το πρώτο δεκαπενθήμερο· τουλάχιστον αυτό ισχυρίζεται ο ίδιος. Τέτοιο καλαμπούρι δεν έχω ξανακούσει. Ένας τύπος που δεν μπορεί να εκδώσει ούτε τα δικά του κείμενα, κερδίζει τη ζωή του λέγοντας στους άλλους πώς να γράφουν».

                                                                                     Κατερίνα Μαλακατέ





"Οι Κονδυλοφόροι", George Gissing, μετ. Βασίλης Καλλιπολίτης, εκδ. Εξάντας, 1993, σελ. 674


1/9/17

«Δεν γίνονται αυτά εδώ», Lewis Sinclair



"Κάθε άνθρωπος είναι βασιλιάς όταν υπάρχει έστω και ένας που βρίσκεται από κάτω του"

Αυτό φροντίζουν όλα τα ολοκληρωτικά καθεστώτα, να δημιουργούν την αίσθηση πως ανήκεις σε μια συγκεκριμένη ανώτερη κάστα και να σου ζητούν να συγχωρείς τις τερατωδίες τους ή ίσως και να τις διαπράττεις στο όνομά τους, για να ανήκεις κι εσύ, για να διαφυλάξεις την ανωτερότητά σου. 

Η εμβληματική δυστοπία του Σινκλέρ Λούις- του πρώτου Αμερικανού συγγραφέα που πήρε το Νόμπελ- γραμμένη το 1935, μοιάζει πιο επίκαιρη από ποτέ γιατί πραγματεύεται ένα θέμα που απασχολεί την ανθρώπινη Ιστορία για αιώνες. Στην Αμερική του 1930 και του νιου ντίαλ, η ανεργία είναι μεγαλύτερη από ποτέ, οι δυσκολίες μεγάλες και ο νεοσυντηρητισμός βρίσκει πρόσφορο έδαφος. Ένας τυχοδιώκτης ο Μπαζ Γουίντριπ, πλαισιωμένος από ιερείς, ραδιοφωνικούς παραγωγούς, λαοπλάνους στρατηγούς, καραγκιόζηδες κάθε λογής και με τον σκανδαλοθηρικό τύπο στο πλευρό του, εκμεταλλεύεται την ευκαιρία κι αναρριχάται στην προεδρεία των ΗΠΑ. Υπόσχεται σε όλους ένα ετήσιο εξωπραγματικό εισόδημα, αλλά μόλις εξασφαλίζει την εξουσία αρχίζει να δείχνει το κανονικό του πρόσωπο. Συγκροτεί αμέσως ένα σώμα έμπιστων, τους ΜΜ, που κάνουν ένα σωρό ακατανόμαστες εκκαθαρίσεις, τρομοκρατεί, βασανίζει, φιμώνει κάθε ελεύθερη φωνή. Κυνηγάει τους Εβραίους, τους Μαύρους, και τους διανοούμενους γιατί όλο και κάποιος πρέπει να είναι κατώτερος από τον αμόρφωτο, τεμπέλη λευκό οπαδό που έγινε μέλος των ΜΜ.

Ένας παλαίμαχος δημοσιογράφος στα εξήντα του σε μια επαρχιακή πόλη, ο Ντορέμους Τζέσαπ, αρνείται να υποταχτεί. Στην αρχή δεν πιστεύει ούτε κι εκείνος πως «γίνονται αυτά εδώ», το επαναλαμβάνει με κάθε ευκαιρία, αν και βλέπει την ξέφρενη κούρσα του Μπαζ κι έπειτα όταν πια το κακό έχει γίνει αρνείται με λύσσα να υποταχθεί. Όταν τα πράγματα φτάσουν στο αμήν, περνά, μαζί με την πολύ μικρότερή του ερωμένη του, την κόρη και τον μέλλοντα γαμπρό του, στην αντίσταση. 

Το «Δεν γίνονται αυτά εδώ» είναι ένα μυθιστόρημα γραμμένο με χιούμορ, από έναν συγγραφέα που ξέρει εξαιρετικά να χειρίζεται το υλικό του και αγαπά τους ήρωες του. Όχι μόνον το πολιτικό φόντο αλλά και η οικογένεια του Τζέσαπ σκιαγραφούνται με μεγάλη μαεστρία και κρατάνε αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη που βλέπει από την αρχή πού πηγαίνει όλο αυτό, αλλά δεν χορταίνει την πλοκή. Άλλο που πολλές φορές κλείνει το βιβλίο και αναφωνεί: «είναι γραμμένο το ’30, το έβλεπαν, δεν ξέρουν καν τον όλεθρο που θα ακολουθούσε, αλλά το έβλεπαν. Όπως ίσως το βλέπουμε κι εμείς».

Δεν πρόκειται για ένα προσχηματικό μυθιστόρημα, η δυστοπία δεν είναι ένα όχημα για να μιλήσει για τα πολιτικά ο συγγραφέας του μόνο, είναι ένα βιβλίο που εστιάζει στα πράγματα, που δεν αφήνει τις ευκαιρίες να πάνε χαμένες, που εμβαθύνει στους χαρακτήρες. Ο Σινκλέρ Λιους είναι μάλλον άγνωστος συγγραφέας στην Ελλάδα. Κάποιοι ίσως βλέπουν και κάπως σκωπτικά το γεγονός πως το Νόμπελ τον βάζει στην ίδια κατηγορία με τον Φώκνερ ή τον Έρνεστ Χεμινγκγουέι. Μετά το «Δεν γίνονται αυτά εδώ» πάντως, εγώ θα ήθελα να διαβάσω όλα τα βιβλία του. Γιατί δεν συναντά έτσι τυχαία κανείς το μυθιστόρημα στο οποίο στηρίζονται όλα τα σύγχρονα “what if”· πρέπει με κάποιον τρόπο να συγκλονιστεί.



                                                                           Κατερίνα Μαλακατέ


«Δεν γίνονται αυτά εδώ», Σινκλέρ Λιούις, μετ. Νίκος Μάντης, εκδ. Καστανιώτη, 2016, σελ. 513



31/8/17

Λίγα λόγια για το blogging



Ή αλλιώς ο ύμνος του γραψίματος, της ψυχοθεραπευτικής του λειτουργίας, της άγιας, ιερής στιγμής που επιτέλους ένα κείμενο αποκτά ρυθμό. Δεν είναι όπως το θέλεις, ποτέ δεν είναι «όπως το θέλεις», όμως έχει μια εσωτερική δύναμη που την ξέρεις εσύ, και την αναγνωρίζουν παραδόξως κι οι γύρω. 

Το blogging για ένα τόσο οικείο θέμα, για το χόμπι μου, τόσα χρόνια μου έδινε μόνο χαρά. Μπορεί για ένα βιβλίο να έγραφα τρεις γραμμές και για ένα άλλο ολόκληρα κατεβατά, αρκεί αυτές οι τρεις γραμμές ή το κατεβατό να είχαν τη δύναμη που περιγράφω, που είναι πολύ κοντά στο άδειασμα που νιώθει κανείς όταν τελειώνει ένα καλό γεύμα ή κάνει εξαιρετικό σεξ, η προσμονή έχει τελειώσει, η ικανοποίηση είναι εκεί. 

Όμως πάντα υπάρχουν κακές μέρες, στο σεξ, στο φαγητό, στο διάβασμα, μέρες βαρυστομαχιάσματος, που μένεις με την προσμονή μόνo. Παρ’ όλα αυτά συνήθως συνεχίζεις να τρως το ίδιο φαγητό και να κάνεις σεξ με τον ίδιο σύντροφο, περιμένοντας. Αυτό μάλλον συνέβη τον τελευταίο χρόνο με μένα και το Διαβάζοντας. Τα κείμενά μου έγιναν άνευρα, του σωρού, λες και είχα καμία άλλη υποχρέωση να τα γράψω παρά μόνον στον εαυτό μου. Τα διαβάσματά μου μοιάζαν υποχρεωτικά για να έχει υλικό το μπλογκ, μπλέχτηκα σε έναν κυκεώνα αναζήτησης της απόλαυσης, εκεί που αυτή δεν υπήρχε πια. 

Έφτασε η υπερκόπωση του Ιουλίου για να καταλάβω πως όλα έπρεπε να επαναπροσδιοριστούν. Οι ημικρανίες εξάλλου, άγριες και απαιτητικές, δεν άφηναν πολλά περιθώρια, δυόμιση μέρες κάθε εβδομάδα και να ήθελα δεν μπορούσα να γράψω ούτε και να διαβάσω. Ό,τι μου προκαλούσε άγχος έπρεπε να κοπεί και να φύγει. Έτσι τα παράτησα κι έμεινα έναν μήνα εκτός όλων όσων κάνω – τα παιδιά μου δεν παράτησα, αλλά αυτό ήταν… αδύνατο. Σε αυτόν τον μήνα υποχρεωτικής παύσης διάβασα ξανά, πολύ, δυνατά, με την παλιά μου ευχαρίστηση. Διάβασα γιατί το ήθελα κι όχι υποχρεωτικά, ο,τι γούσταρα, χωρίς δεύτερες σκέψεις. Και το ΑΠΟΛΑΥΣΑ.- 

Πήρα λοιπόν αποφάσεις και για το μπλογκ και την εκπομπή και όλα τα άλλα. Για την εκπομπή θα τα μάθετε σε λίγο καιρό – όχι δεν κόβεται, απλά αλλάζει- για το blog όμως θα σας τα πω τώρα. Το μπλογκ γυρίζει στην παλιά του λειτουργία, κοινώς αν θέλω να γράψω μόνο τρεις κουβέντες για ένα βιβλίο, θα γράφω μόνο τρεις κουβέντες. Αν δεν θέλω να γράψω τίποτα για μία εβδομάδα, δεν θα γράφω. Αν θέλω να γράφω κάθε μέρα 500 λέξεις, 1000 λέξεις, τόσες θα γράφω. Αποσυνδέεται από όλες τις άλλες λειτουργίες, θα μείνει μόνο ως ημερολόγιο και αρχείο κειμένων. Πιθανολογώ πως το ocd μου θα με οδηγήσει να επανενεργοποιήσω το Goodreads, γιατί πια το μπλογκ δεν θα λειτουργεί ως καταγραφέας όλων των βιβλίων που διάβασα σε μία χρονιά κι εγώ είμαι παιδί *και* των αριθμών. 

Η χαρά του γραψίματος και η χαρά του διαβάσματος κρύβονται κάπου εδώ, κάτω από τη μύτη μας. Κι η αγνή ατόφια, μεθυστική κορύφωση που νιώθει κανείς διαβάζοντας ένα σπουδαίο βιβλίο για μένα δεν θα αντικατασταθεί ποτέ, με καμία άλλη. Είμαι τυχερή από αυτή την άποψη, έχω βρει τον εθισμό και το ναρκωτικό μου, είναι σχετικά φτηνό και εντελώς υγιεινό, μου προσφέρει διέξοδο αλλά και αγάπη, δεν είναι ανταλλάξιμο ούτε και εμπορεύσιμο είδος· δεν πωλείται σε κανέναν. 

Όσοι ακολουθείτε αυτό το μπλογκ χρόνια δεν νομίζω να έχετε θέμα να το ακολουθήσετε και τώρα. Την έχετε ζήσει αυτή την εποχή του, τη γνωρίζετε. Για όσους έψαχναν εδώ κάτι άλλο εκτός από κείμενα αυθόρμητα- πρώτες σκέψεις άδικες, δίκαιες για τα βιβλία- για όσους νόμισαν πως αυτό το blog είναι λογοτεχνικό περιοδικό που οφείλει να κρατάει τύπους, αποστάσεις, να κάνει κριτική ή ό,τι άλλο, η απάντηση είναι πως δεν είναι ούτε προσπάθησε ποτέ να γίνει. 

Το blog γυρνάει στην κανονική του λειτουργία. Σε όποιον αρέσει. Σε εμένα θα αρέσει.


                                                                                 Κατερίνα Μαλακατέ