28/12/11

Βαθμολογώντας τα βιβλία που διάβασα το 2011

  •  "Κάιν",  Ζοζέ Σαραμάγκου   8/10 




  •  "Beloved", Tony Morisson  9/10





























  • "Solar", Ian McEwan 6/10













  • "Φετίχ", Βαγγέλης Μπέκας 7/10





  • "Δουβλινιάδα", Ερνέστο Βίλα Μάτας, προσεχώς..... 

    Και νικητής είναι με διαφορά ο Σελίν,  "Ταξίδι στην άκρη της νύχτας".

    25/12/11

    Βιβλιοπροτάσεις "Ο Άρχοντας των δαχτυλιδιών", J.R.R Tolkien


                Είμαι σίγουρη πως η επιλογή του «Άρχοντα» θα ξενίσει πολλούς από τους σταθερούς θαμώνες αυτού του μπλογκ. Ναι, δεν πρόκειται για έργο της παγκόσμιας λογοτεχνίας που πάει την τέχνη ένα βήμα πιο πέρα κι ο όγκος του είναι απαγορευτικός για να «περάσεις καλά ένα απόγευμα» -μάλλον «για να περάσεις καλά ένα μήνα», είναι. Από την άλλη τούτο το ιστολόγιο δεν ειδικεύεται στην λογοτεχνία του φανταστικού – μπορεί να έχω διαβάσει τρεις φορές το βιβλίο, και στα αγγλικά και στα ελληνικά, αλλά ειδικός δεν είμαι- και υπάρχει μια ολόκληρη επιστήμη γύρω από τις λεπτομέρειές του. Γιατί λοιπόν προτείνω τον «Άρχοντα». Για τον απλούστατο λόγο πως όποιος δεν τον έχει διαβάσει χάνει μια ολόκληρη εμπειρία.

                «Ο Άρχοντας των δαχτυλιδιών» είναι μια εποποιία, ένα σύμπαν τόσο καλοκαμωμένο και ολοκληρωμένο που θέλει τουλάχιστον μια ζωή για να το κατανοήσεις- τόση περίπου πήρε και στον Τόλκιν. Πίσω λοιπόν από αυτήν την επίδειξη φαντασίας υπάρχουν χαρακτήρες και πλοκή, και Ιστορία. Το κάθε φανταστικό ον είναι εκεί για να σε οδηγήσει κάπου, όχι απλά γιατί φαντάζει όμορφο. Αυτή είναι η διαφορά αυτού του μαγικού σύμπαντος από τόσα άλλα, ο Τόλκιν είναι εκτός από εξαιρετικός παραμυθάς και καλός λογοτέχνης.

                Λίγα λόγια για την πλοκή δεν θα σας γράψω, θα έπαιρνε ώρα κι ίσως να είχε και μια μιζέρια η περίληψη σα να μετατρέπεις κάτι μεγαλειώδες σε μικρό και μεμψίμοιρο. Ούτε λίγα λόγια για τις ταινίες υπάρχουν, για μένα ήταν πολύ κατώτερες του βιβλίου, προσηλωμένες στις λεπτομέρειες που αφορούν τον φανατικό οπαδό, ανίκανες να πιάσουν τη γενική εικόνα και σε τελική ανάλυση ακατανόητες σε αυτούς που δεν είχαν διαβάσει το βιβλίο.

                Είναι γοητευτικό πράγμα ο κόσμος των Χόμπιτ και των Ξωτικών. Δεν καταλαβαίνω την εξειδίκευση και τη μανία, την κουλτούρα που έχει στηθεί γύρω τους αλλά μάλλον κάποια στιγμή στη ζωή μου θα κάνω και τέταρτη ανάγνωση του Άρχοντα. Και πέμπτη και έκτη.



    Υ.Γ. Τα άλλα βιβλία του Τόλκιν τα έχω διαβάσει αλλά δεν μου άφησαν καμία γεύση, τίποτα σημαντικό που να έχω να πω, είναι σχεδόν σα να σε περιγελάνε, περιστρέφονται γύρω από τον Άρχοντα, αλλά δεν είναι αυτός.

       

    22/12/11

    "Οι Δρόμοι του Δολοφόνου", James Ellroy




    Κάποτε διαβάζοντας Τζέιμς Έλροι, ενθουσιαζόμουν. Αυτά προ δεκαετίας, γιατί μάλλον τώρα πια μεσολάβησαν πολλά αναγνώσματα και βρήκα το «Οι Δρόμοι του Δολοφόνου» κάπως μονότονα φορτωμένα φόνους.

    Ο Μάρτιν Πλάνκετ είναι ένας σήριαλ κίλλερ που αρέσκεται να κάνει ακριβώς αυτό, να σκοτώνει. Τριγυρνά τη μισή Αμερική και παντού αφήνει θύματα, άλλοτε λόγω σεξουαλικής λαγνείας, άλλοτε για ληστεία, πιο συχνά απλά γιατί είναι γεννημένος φονιάς. Το ενδιαφέρον είναι η πρωτοπρόσωπη αφήγηση, μιας και ο Πλάνκετ γράφει τα απομνημονεύματά του στη φυλακή, τα αποκόμματα από τις εφημερίδες και οι αναφορές του αστυνόμου διώκτη που εναλλάσσονται. Η πλοκή μού φάνηκε όμως κάπως μονομερής (όλο φόνοι, φόνοι, φόνοι, τους βαρέθηκα) και σε κάποια κομμάτια η ιστορία της παιδικής ηλικίας του δολοφόνου μας κάπως απλοϊκή.

                Φυσικά πρόκειται για ένα βιβλίο που διαβάζεται εύκολα από θιασώτες των αστυνομικών σαν την αφεντιά μου, αλλά δύσκολα θα μείνει στη μνήμη. Υπάρχει πάντα ο κίνδυνος κοιτάζοντας το μετά από μερικά χρόνια να αναρωτιέμαι, «Τώρα αυτό εγώ το έχω διαβάσει, δεν το έχω διαβάσει….»

    20/12/11

    Την τιμή μου έδωσαν ελληνική....

    Τον τελευταίο καιρό έχει ανάψει η διαδικτυακή συζήτηση για την τιμή του βιβλίου. (Σχετικά δείτε εδώ και εδώ και εδώ) Αν και την παρακολουθώ, ως τώρα δε συμμετείχα. Κι αυτό γιατί μέχρι σήμερα πίστευα πως το βιβλίο είναι ακριβό σπορ μόνο για καταναλωτές σαν κι εμένα, βαρέων βαρών, που ένα σημαντικό κομμάτι του μηνιαίου προϋπολογισμού τους για προσωπικά έξοδα πάει στα βιβλιοπωλεία. Θεωρούσα, με δεδομένα ίσως μιας άλλης ζωής, πως ο περιστασιακός «χρήστης» που αγοράζει ένα βιβλίο τη χρονιά για δώρο στη μαμά του τα Χριστούγεννα, δεν έχει κανένα λόγο να νοιάζεται. Προφανώς, αν κρίνω από την αθρόα συμμετοχή στην κουβέντα έκανα λάθος.

    Λοιπόν, κατανοώ, εν αντιθέσει με πολλούς, τη θέση εκδοτών και βιβλιοπωλών για το «μικρό» της ελληνικής αγοράς, κυρίως γιατί είμαι έμπορος που αντιμετωπίζει παρόμοιες δυσκολίες, σε άλλον κλάδο βέβαια. Και η εύκολη λύση είναι να φωνάξει κανείς «Αισχροκέρδεια, αισχροκέρδεια» και να τελειώνει με την υπόθεση αβασάνιστα. Επίσης τη σύγκριση με το ηλεκτρονικό κατάστημα, που πιθανώς σε κάποια προϊόντα κράχτη έχει υπερβολικά χαμηλή τιμή γιατί προσδοκά να κυριαρχήσει στην Παγκόσμια αγορά τη θεωρώ εν πολλοίς άδική για τον μέσο έλληνα βιβλιοπώλη. Γιατί αν δούμε την τιμή του Amazon για απλά paperbacks δεν έχει και πολύ μεγάλη διαφορά από την τιμή της Πολιτείας για την αντίστοιχη έκδοση. Δείτε εδώ για την τιμή για το Gravity's rainbow του T. Pynchon και εδώ την αντίστοιχη της Πολιτείας, ας πούμε. 

    Από την άλλη, 19,90 για έργο έλληνα συγγραφέα (πχ δείτε εδώ) σημαίνει δυο πράγματα, πρώτον πως ο οίκος δεν σέβεται τον συγγραφέα  και τους αναγνώστες του και δεύτερον πως κάτι βρωμάει φρικτά στην εκδοτική αγορά. Δεν μπορώ να δεχτώ πως η εκτύπωση, έστω κι ενός μικρού τιράζ, δικαιολογεί την τιμή αυτή. Δεν μπορώ να κατανοήσω γιατί δεν με σέβονται εμένα που αποτελώ την κύρια πηγή εσόδων τους, που «καταναλώνω» κοντά δέκα βιβλία το δίμηνο, που δεν μπορώ να αντέξω τη μηνιαία οικονομική αιμορραγία.

    Φέτος τις γιορτές θα σας έλεγα να αγοράσετε βιβλία. Το βιβλίο είναι ακόμα σχετικά φτηνό δώρο. Ως είδος καθημερινής, πρώτης ανάγκης είναι δυσβάσταχτο.

               

    17/12/11

    Αγαπητέ Άγιε Βασίλη

    Αγαπητέ Άγιε Βασίλη, φέτος θα ήθελα τα:
    1)      «Gravity’s rainbow», Thomas Pynchon








     
    2)      «Στην άκρη του κόσμου», Γιώργος Ξενάριος











    3)      «The slap» , Chris Tsiolkas


     
    4)      «ΧάπιΛου» , Εύη Λαμπροπούλου












    5)      «Ο ένοικος», Javier Cercas



    6)      «Rewind», Μ. Ξυλούρη











    7)      «Χρονικό του μοναστηριού», Jose Saramago


    Θα σε παρακαλούσα να μην λάβεις υπόψη σου τη στάκα με τα σχεδόν 20 αδιάβαστα βιβλία στο κομοδινό μου.

    Παντοτινά δική σου,
    Η μικρή Κατερινούλα

    Υ.Γ. Κάθε ιδέα για προσθήκη στη λίστα του Άγιου ευπρόσδεκτη. Ακούω

    15/12/11

    "Χήρα για ένα χρόνο" John Irving


    Πέρασα καλά αυτή την εβδομάδα διαβάζοντας το «Χήρα για ένα χρόνο» του Τζον Ίρβινγκ. Είχα τη γλύκα της ταύτισης, αυτή που σε κάνει να διαβάσεις αδιαμαρτύρητα 641 σελίδες, να μην σου φανεί κοπιαστικό το ταξίδι ως το τέλος, να μην θέλεις για την ακρίβεια να τελειώσει. Την τελευταία φορά που είχα αυτήν την αίσθηση νομίζω πως ήταν για τις «Διορθώσεις» του Φράνζεν.

    Η ιστορία χωρίζεται σε τρία μέρη. Στην αρχή βλέπουμε την οικογένεια Κόουλ, τον Τεντ, τη Μάριον και την τετράχρονη Ρουθ σε μια ιδιαίτερη καμπή της ζωής τους. Η Μάριον, που ποτέ δεν θέλησε την κόρη της γιατί δεν μπορεί ακόμα να ξεχάσει το χαμό των έφηβων αγοριών της, στα τριάντα εννιά της συνάπτει δεσμό με τον Έντι, τον δεκαεξάχρονο βοηθό του άντρα της. Ο Τεντ, συγγραφέας παιδικών βιβλίων, αλλά κυρίως συστηματικός καρδιοκατακτητής δυστυχισμένων παντρεμένων, δεν ενοχλείται, γιατί δεν καταλαβαίνει πως η γυναίκα του θα τον αφήσει. Κι η μικρή Ρουθ, που τη ζωή της στοιχειώνουν οι εκατοντάδες φωτογραφίες των χαμένων, άγνωστων αδελφών της σε όλους τους τοίχους, δεν μπορεί να καταλάβει ότι η μαμά της δεν θέλει να την αγαπήσει. Το δεύτερο κομμάτι διαδραματίζεται όταν η Ρουθ είναι τριάντα έξι ετών, πολύ επιτυχημένη συγγραφέας βιβλίων στα οποία δεν υπάρχουν ποτέ μανάδες- ούτε μπαμπάδες και ο Έντι σαράντα οκτώ, σχετικά άσημος συγγραφέας με ένα μόνο θέμα, τον έρωτα μιας μεγαλύτερης γυναίκας για έναν πολύ μικρότερο της άντρα. Στο τρίτο κομμάτι, η Ρουθ, στα σαράντα ένα της και χήρα, ερωτεύεται.

     Ιδιαίτερη αδυναμία στον Ίρβινγκ δεν είχα, κυρίως γιατί το προηγούμενο του μυθιστόρημα που είχα διαβάσει, το «Θέα στον ωκεανό» με είχε κουράσει. Τούτο όμως είναι ρουφηχτό, από κείνα που σε κάνουν λίγο να νιώθεις ηθοποιός, πως ζεις δυο ζωές, μια μέσα και μια έξω από τις σελίδες. Το τέλος μόνον με απογοήτευσε, σα να μην ήθελε ούτε ο συγγραφέας να το λήξει. Κι αν αναρωτιέστε με ποιόν ταυτίστηκα, μα φυσικά με τον αποτυχημένο, άσημο και ακόμα ερωτευμένο Έντι. Προβλέψιμο.

    11/12/11

    Blog post

    * Το διήγημα πήρε το 3ο Βραβείο στον διαγωνισμό "ΛόγωΤέχνης" που διοργανώσε η ArtSpot

                                                      Blog post

                 Δεν έχω πολλούς τρόπους να πω το αυτονόητο, φυσικά φταίει η μάνα και ο πατέρας μου που είμαι μόνη. Στην τελική ανάλυση οι απογοητεύσεις μιας ζωής συνοψίζονται στην παιδική ηλικία, αντλούνται από αυτή, τις ζούμε ξανά και ξανά κάθε ώρα, το λέει κι η Λένα που είναι ψυχολόγος, «βγάλε το μικρό ανθρωπάκι μέσα από το κεφάλι σου». Δεν γίνεται, το μικρό ανθρωπάκι με το καροτί μαλλί της μάνας μου είναι πάντα μαζί μου, με κυνηγά στα πέρατα. 'Όχι πως πήγα στα πέρατα.
                Μετάνιωσα που αυτό το blog το άνοιξα επωνύμως. Ειδικά από τότε που το ανακάλυψε ο μπαμπάς, τότε τα λόγια μίσους για κείνη, γίνανε θηλεία. Δεν σας το κρύβω πως η κατάστασή μου χειροτέρεψε πολύ, ένα σωρό καυγάδες δίχως λόγο. Κι όμως ήταν λυτρωτική η αρχική σύλληψη κι ήθελα να είναι επώνυμη, δε θα είχε νόημα η ανώνυμη σκανταλιά
             "Τη μισώ", έγραφα. «Τη μισώ γιατί κανιβάλισε τη ζωή μου. Νόμισε πως επειδή με γέννησε μπορεί και να με ορίζει απόλυτα. Τη μισώ γιατί δεν με αφήνει να ανασάνω, γιατί είναι ο μόνος λόγος που ανασαίνω. Ούτε καν το παιδί μου. Θέλω να πεθάνει, να μην υπάρχει πια, αλλά όταν πεθάνει θα με πάρει στο τάφο μαζί της. Η κάργια". Δεν της τα μετέφερε ατόφια τα λεγόμενά μου, σουπιά ο μπαμπάς, της το έφερε απέξω απέξω πως κάτι υπάρχει που θα έπρεπε να με ρωτήσει για να της πω. Εν ολίγοις με ανάγκασε να της τα πω εγώ. Μεγάλη κουφάλα ο πατέρας, πάντα κάνει τα πάντα για να ξεφύγει την οργή της, να ανακαλύψει ξανά τον έρωτα του για κείνη. Ζει κι αυτός για αυτή, αλλά με μεγαλύτερη υγεία και μεγαλύτερη συνειδητοποίηση. Αυτός είναι ακόμα ερωτευμένος.
               Ένας κακός άνθρωπος αρκεί για να γαμηθεί η ζωή σου. Η λύση είναι μόνο μια, λέει η Λένα, να τον βγάλεις τελείως από την καθημερινότητα, να απομακρυνθείς από την αρνητική δύναμη. Το έκανα με όλους. Με όλους τους άλλους εκτός από κείνη. Πως σκατά απομακρύνει κανείς τη μάνα του; Φεύγει ίσως για την Αμερική, την Αυστραλία, έναν τόπο μακρινό και απροσπέλαστο. Θα μπορούσα έτσι να την ανεχτώ, μια δυο φορές τον χρόνο, ίσως καν να μην άνοιγα τούτο το μπλογκ. Misotimanoula.com
               Ο άντρας ο Άλκης μου λέει πως είναι αφόρητο που δεν μπορώ να της τα πω κατάμουτρα. Κοίτα, κοίτα τι έγραφες μισό χρόνο πριν, μου φωνάζει. «Η μάνα μου επί Κατοχής θα ήταν μαυραγορίτισσα, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία για αυτό. Η μάνα μου θα πουλούσε σε ανθρώπους που πεινάνε ένα μπουκάλι λάδι με αντάλλαγμα το σπίτι τους, θα άφηνε ορφανά να πεθάνουν από την πείνα. Καταδυναστεύει τη ζωή μου τριάντα χρόνια τώρα και για κακή μου τύχη χαίρει άκρας υγείας. Αν και στο μυαλό της πάντοτε υποφέρει και πάντοτε πεθαίνει. Μιλάμε για το εγωιστικότερο πλάσμα στον πλανήτη, που τραβά χαρά από το δυσκολεύει την καθημερινότητα των άλλων γύρω της. Έπεσα ύπουλα στην παγίδα της κοινής δουλειάς, ήμουν δεκαεπτά χρονών, φοβισμένη πως από μόνη μου δε θα βρω πουθενά εργασία, μη σίγουρη ακόμα για την πραγματική μου κλίση, έπεσα στην παγίδα της ίδιας μου της ανασφάλειας. Χαράμισα τα ταλέντα μου – την έμφυτη κλίση μου για μάθηση, την ικανότητά μου στις γλώσσες και το γράψιμο – στο συνοικιακό μαγαζί της, στη μιζέρια των αχάριστων γέρων. Αλλά από την άλλη αυτή η δουλειά θα ήταν χιλιάδες φορές πιο ευχάριστη αν δεν έπρεπε να τη μοιράζομαι μαζί της. Εγκλωβίστηκα. Δε θα ενηλικιωθώ ποτέ, γαμώ την πουτάνα μου, για πάντα θα πρέπει να είμαι υποχείριο της μανούλας, ποτέ δεν θα έχω τα δικά μου λεφτά, ποτέ δε θα ανεξαρτητοποιηθώ. Κι ας έγινα κι εγώ μάνα.»
                Τους έδιωξα όλους και γύρισα ξανά στο πατρικό μου σπίτι. Έχω να δω την κόρη μου δυο μήνες, δεν μου κάνει καλό η συναναστροφή μαζί της, η απόλυτη λατρεία στον πατέρα της. Εγώ σε γέννησα, θέλω να της φωνάξω, εγώ σε θήλασα, εγώ χαράμισα τα νιάτα μου στην αθλιότητα της γιαγιάς σου, στη δούλεψη της για να λατρεύεις έτσι τώρα εσύ τον πατέρα σου, να με διώχνεις. Τεσσάρων ετών και δεν με ξέρει, δε με θέλει, ακόμα κλαίει όταν ο άντρας μου πάει τουαλέτα. Αυτόν ξέρει, εγώ πάντα χαμένη στα δικά μου σκοτάδια, λέει ο Άλκης. Μου μείνατε εσείς και το μπλογκ και το υπόγειο στη μονοκατοικία των γονιών μου. Κλείνομαι εδώ και ξέρω πως αυτή είναι η πραγματική μου κλίση, η μόνη λύση, ο υπολογιστής, η επαφή μαζί σας. Δεν έχω κανέναν άλλο πια.
               Αναλογίζομαι στιγμές στιγμές τί θα γίνει αν μας κόψουν τη σύνδεση, αν δεν μπορώ πια να ελέγχω έστω τούτο το χώρο, τον νοερό και απατηλό αλλά τουλάχιστον μόνο δικό μου. Αυτό το ιστολόγιο είναι το πραγματικό παιδί μου, το μόνο πράγμα που δεν το διεκδικεί κανένας άλλος, που δημιούργησα εγώ από την αρχή κι ακόμα με αγαπάει. Η Λένα λέει πως πρέπει να βγαίνω που και που από το σπίτι, αλλά δεν αντέχω άλλο, δεν μπορώ. Βγήκα αρκετά. Έξω από την πόρτα του υπογείου μου καραδοκούν αυτοί, η μάνα με τα φαγητά της και την εκρηκτική, αποτελειωτική αγάπη της, η κόρη με τη δυσαρέσκεια ζωγραφισμένη στα μούτρα της, έξω από το υπόγειο είναι ο Άλκης να με ψέγει που δεν είμαι πια η γυναίκα που τον τρέφει, που αναγκάστηκε να βρει δουλειά για να θρέψει το παιδί του.
               Η μόνη μου αγάπη είναι μαζί σας, για τα σχόλια που θα αφήσετε και θα με αναγκάσετε να ασχοληθώ, να σηκωθώ και σήμερα από το κρεβάτι και να χω κάτι να προσμένω. Περιμένω.

                                                                            Κατερίνα Μαλακατέ

    9/12/11

    Βιβλιοπροτάσεις: "Μπαρ Φλωμπέρ", Αλέξης Σταμάτης


    Πριν κάποια χρόνια, στα σεμινάρια που έκανε το ΕΚΕΒΙ για δημιουργική γραφή, καλεσμένος για μια μέρα ήταν ο Αλέξης Σταμάτης. Εγώ δεν τον είχα ακουστά, δεν είχα διαβάσει κανένα του βιβλίο, αν και δεν ήταν πρωτοεμφανιζόμενος. Τότε όταν του ζητήσαμε μια συμβουλή, μας είχε δώσει τις εξής αντιοικολογικές τρεις: print, print, print. Εγώ που δεν εκτύπωνα τίποτε παρά μόνο όταν είχε τελειώσει, ακολούθησα τη συμβουλή του και εντυπωσιάστηκα από τη σοφία της. Η δε ιστορία που είχε να μας πει, «χαίρομαι που δεν έγινα συγγραφέας από την αρχή, μα ακόμα περισσότερο που παράτησα τα σχέδια και τις οικοδομές και έγινα αυτό που ήθελα αφού είχα δοκιμάσει και αυτό που δεν μου ταίριαξε», κολάκεψε τότε τα αυτιά μου πως και για μένα υπήρχε χρόνος. Και φυσικά αυτό που έμεινε από εκείνη του την παρουσία είναι η αγάπη για τα βιβλία του. Τον Αλέξη Σταμάτη δεν το έχω ξαναδεί από τότε, παρά ταύτα παραμένω σταθερή αναγνώστρια και μένω κατάπληκτη γιατί δεν τον ξέρουν περισσότεροι. Πιθανώς γιατί τα βιβλία του σπάνια απευθύνονται σε αυτό που ονομάζουμε ευρύ γυναικείο αναγνωστικό κοινό. Ίσως πάλι γιατί δεν θέλησε να εκμεταλλευτεί επαρκώς τη φήμη της μητέρας του. Από την άλλη τον τελευταίο καιρό είναι σχετικά στην επικαιρότητα αλλά για ένα θέμα εντελώς εξωσυγγραφικό.
                 Το «Μπαρ Φλωμπέρ» παραμένει για μένα το καλύτερό του μυθιστόρημα. Ο πρωταγωνιστής Γιάννης Λουκάς είναι ένας επίδοξος συγγραφέας που γράφει την αυτοβιογραφία του λογοτέχνη πατέρα του. Όταν αναλαμβάνει να τακτοποιήσει το υπόγειο του πατρικού του, βρίσκει το χειρόγραφο «Μπαρ Φλωμπέρ» από κάποιον Λουκά Ματθαίου, που θα τον ενθουσιάσει. Θα αρχίσει να ψάχνει για το συγγραφέα του κειμένου που τον συνάρπασε και θα βρεθεί στη Βαρκελώνη, στο Βερολίνο, στην ορεινή Αρκαδία. Ο μύθος είναι αριστοτεχνικά πλασμένος, ο γρίφος που προκύπτει αναπάντεχος,  η πλοκή σφικτή, δουλεμένη εντατικά και οι χαρακτήρες ζωντανοί, έξοχοι. Πρόκειται για μια καταπληκτική δουλειά, που αξίζει σίγουρα να διαβαστεί. Από κείνα τα μυθιστορήματα που βεβαιώνουν τη ρήση του Τσέχωφ «Αν στην πρώτη σελίδα κάπου στον τοίχο υπάρχει ένα καρφί, στην τελευταία ο ήρωας πρέπει να κρεμαστεί από αυτό».            


    5/12/11

    "To Γεύμα", Κάθριν Λίγκμαν

    Στα τρία χρόνια ζωής αυτού του ιστοχώρου, τη γνώμη μου για κάτι άλλο εκτός από βιβλία δεν την έχω γράψει. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει πως δεν ακούω μουσική, δεν βλέπω κινηματογράφο, θέατρο και τηλεόραση. Απλά πηγαία δεν αισθάνομαι ποτέ την ανάγκη να το κάνω. Για αυτό και για την παράσταση που θα σχολιάσω δεν θα πω τίποτα σχεδόν για τους ηθοποιούς, τον χώρο, το στήσιμο, παρά μόνον για το κείμενο.

                Λοιπόν, στο «Γεύμα» στο θέατρο Άρτι πήγα γιατί με κάλεσαν. Είχα καιρό να δω θέατρο (το υπολογίζω να έχει περίπου την ηλικία του σκιουράκου η αποχή μου από το σπορ – για ευνόητους λόγους), η συγγραφέας ήταν βραβευμένη σε διαγωνισμό πρωτότυπου θεατρικού σεναρίου με κριτές πολλούς και διακεκριμένους του χώρου, κι έτσι βρέθηκα στο μικρό θεατράκι της οδού Ηπείρου το Σάββατο.

                Πρωταγωνιστές ένας πατέρας και οι δυο του κόρες σε ένα παρακμιακό ταβερνείο, όπου δεν πατά ψυχή, δεν έχουν πια προμήθειες ούτε για να φάνε οι ίδιοι, ρεύμα, τίποτα, και τους τηλεφωνούν για μια μεγάλη κράτηση. Πρέπει πάση θυσία να βρεθεί φαγητό. Η μια κόρη, τσαχπίνα, ξεπεταγμένη, κοκαϊνομανής, θα πουλήσει ό,τι μπορεί -κυρίως το κορμί της- αλλά δεν θα τα καταφέρει. Τελικά τη λύση θα την δώσει η δεύτερη κόρη, η καθυστερημένη.

                Το κείμενο κυριολεκτικά και μεταφορικά συνομιλεί με το θεό. Κι αν το μικρό πρόγραμμα σε προδιαθέτει για αυτό, για την ιστορία του Κανιβαλισμού,  της Θείας Ευχαριστίας, των Θυέστειων δείπνων, της θυσίας, τίποτα δεν σε προετοιμάζει για τη λύτρωση που μπορεί να νιώσει κανείς για κάτι τόσο αδιανόητο και απλό.  

    2/12/11

    "Για μια χούφτα βινύλια", Χίλντα Παπαδημητρίου


    Ρουφηχτό είναι το βιβλίο της Χίλντας Παπαδημητρίου «Για μια χούφτα βινύλια». Αν και μάλλον πρέπει να ψαχτώ που πάλι κατάφερα να ταυτιστώ με τον χοντρομπαλά, αδέξιο αστυνόμο που μένει με τη μαμά του κι όχι με κανέναν πιο κουλ ήρωα. Και τέτοιοι τριγυρνάνε πολλοί στις σελίδες του βιβλίου.

    Ο Χάρης, λοιπόν, ο αστυνόμος που λέγαμε, αναλαμβάνει την πρώτη του υπόθεση ανθρωποκτονίας, ένας μανιώδης συλλέκτης βινυλίων δολοφονείται βίαια στο διαμέρισμά του. Τα βήματα τον φέρνουν στο δισκάδικο του Φώντα,  πρώην άντρα της ξαδέλφης του της Σόνιας που τον σνόμπαρε από μικρό παιδί και εργοδότη της αδελφής της, της Τατιάνας, που μικροί τα βρίσκαν κάπως καλύτερα. Στην ιστορία μπλέκονται ένα σωρό καλτ φιγούρες, εραστές των βινυλίων, τύποι με γκριζαρισμένες κοτσίδες που καβαλάνε μηχανές και φοβισμένα ανθρωπάκια. Α, και μια κούκλα αστυνομικίνα που παραβλέπει πως ο Χάρης είναι χοντρός, ντροπαλός, σαραντάρης που μένει με τη μάνα του και δείχνει να τον συμπαθεί.

    Η πλοκή είναι ρέουσα, οι χαρακτήρες όλοι ενδιαφέροντες και η συγγραφέας γράφει για ένα θέμα που προφανώς κατέχει κι αγαπά. Κι αν έτσι είναι τα «πρώτα μυθιστορήματα», τότε μάλλον κάτι καλό θα έχει να επιδείξει η συγγραφική παραγωγή του τόπου.


    "Για μια χούφτα βινύλια", Χίλντα Παπαδημητρίου, εκδ. Μεταίχμιο, 2011, σελ. 383

    27/11/11

    "Φετίχ", Βαγγέλης Μπέκας


    Την αίσθηση του ανολοκλήρωτου μου άφησε το «Φετίχ» του Βαγγέλη Μπέκα. Έξυπνες ιδέες, ενδιαφέροντες οι δυο κεντρικοί χαρακτήρες, αλλά κάπως αναμενόμενο το τέλος, η πλοκή και οι δευτερεύοντες σχεδόν σχηματικοί.

                Ο κεντρικός ήρωας ο Παύλος είναι διαφημιστής, που ζει παραφράζοντας σπουδαία ποιήματα και μετατρέποντας τα σε τζιγκλάκια για τσίχλες και σερβιέτες. Η Δανάη φτιάχνει εξώφυλλα και είναι εθελόντρια στο Ινστιτούτο. Πανίσχυρος πάνω από όλους ο Υπουργός Οικονομικών, που στο όνομα της παραγωγικότητας, απαγορεύει την ανάγνωση πάνω από ενός μυθιστορήματος το μήνα, αρχικά, και σιγά σιγά παρεμβαίνει σε όλες τις πτυχές της ζωής.

    Μου έλειψε η ροή, μου φάνηκαν χάρτινοι οι φίλοι της Δανάης, Ιάσονας και Μαρία, και η εμμονή τους με τα όργια, ήθελα τον κακό του Ινστιτούτου πιο κακό, τον πειρατή Άρη λιγότερο μονοδιάστατο. Εν ολίγοις ήθελα λίγο περισσότερο παίδεμα για να μετατραπούν οι καλές ιδέες σε καλό μυθιστόρημα, να το ευχαριστηθώ με όλη μου την καρδιά. Πάντως ακόμα κι έτσι, το βιβλίο το έκλεισα με χαμόγελο.


    Υ. Γ. Τον Βαγγέλη Μπέκα δεν το ξέρω, ούτε καν διαδικτυακά δεν έχουμε μιλήσει, αλλά διατηρεί αυτό το εξαιρετικό ιστολόγιο και αυτό το καλό διαδικτυακό βιβλιοπωλείο. Και μου αρέσουν αυτά που γράφει, κι ο τρόπος που θέλει να πουλάει τα βιβλία.

    22/11/11

    "Χιόνι", Orhan Pamuk


    Το «Χιόνι» με δυσκόλεψε πολύ. Δεν κρύβω πως είναι η τρίτη φορά που το πιάνω, τις άλλες φορές το είχα αφήσει πριν τη σελίδα 100 και πως για να τελειώσω τις κοντά 700 σελίδες του χρειάστηκε ενδιάμεσα να διαβάσω και δυο άλλα βιβλία, πράγμα που δεν μου συμβαίνει συχνά. Τις τελευταίες όμως 200 σελίδες τις διάβασα σε ένα βράδυ, σχεδόν απνευστί. Άντε τώρα να καταλάβεις, αν μου άρεσε ή δεν μου άρεσε. Ε, λοιπόν μου άρεσε.

    Το μυθιστόρημα ακολουθεί το ταξίδι τριών ημερών του, ήσσονος φήμης,  Τούρκου ποιητή Κα, πολιτικού εξόριστου στη Γερμανία, στην απομακρυσμένη πόλη Καρς, κοντά στα σύνορα με την Αρμενία. Ο ευαίσθητος αυτό άνθρωπος βρίσκεται εκεί για να ερωτευτεί την πανέμορφη Ιπέκ, που όμως όπως όλοι οι συμπολίτες της είναι βαθιά χωμένη στο πολιτικό παιχνίδι που παίζεται στην Τουρκία. Ο άθεος Κα, μπερδεύεται από σεΐχηδες και ιμάμηδες για το αν πιστεύει ή όχι, μπλέκεται με τους Ισλαμιστές, με ένα γελοίο «θεατρικό», τοπικό πραξικόπημα των Κεμαλιστών, με τα κορίτσια με και χωρίς μαντίλα, με τα κορίτσια της μαντίλας που αυτοκτονούν για να μην την βγάλουν κι όμως έτσι θεωρούνται άθεα και πάνε στην κόλαση. Γίνεται χωρίς να το θέλει πιόνι όλων αυτών, βλέπει δεκάδες ανθρώπους να πεθαίνουν στο διάβα του, ερωτεύεται, ονειρεύεται την ευτυχία μακριά από την Τουρκία και γράφει ποίηση σα δαιμονισμένος, ενώ είχε χρόνια να το κάνει.

    Το βιβλίο έχει γραμμική δομή και αφήγηση, αν εξαιρέσει κανείς πως ο αφηγητής μας συστήνεται και είναι ο ίδιος ο συγγραφέας που είναι φίλος αδελφικός του Κα, και στην αρχή δυσκολεύτηκα να ταυτιστώ όχι με τον ήρωα που είναι εξαιρετικά καλά δουλεμένος, αλλά με την κατάσταση. Η τούρκικη ψυχοσύνθεση, τόσο κοντά αλλά και τόσο μακριά μας, οι λεπτές πολιτικές, θρησκευτικές, κοινωνικές, φυλετικές ισορροπίες με κούρασαν. Και το χιόνι, πανταχού παρόν, πανέμορφο, εξοργιστικά καταθλιπτικό. Αυτό και το ερώτημα της μοίρας, της ευθύνης για τον τόπο που γεννήθηκες, για το πόσο αυτό σε καθορίζει πέρα και εκτός χαρακτήρα, ο παραλογισμός της πολιτικής και της θρησκείας. Τα τελευταία, βέβαια είναι ταυτόχρονα αυτά που κάνουν το βιβλίο αξιοδιάβαστο και με αντάμειψαν για την επιμονή μου.  

    20/11/11

    Βιβλιοπροτάσεις : "Η Φόνισσα", Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης


    Αφορμή για τούτη την ανάρτηση είναι ο φετινός διαγωνισμός Hotel, στον οποίο έστειλα ένα κάπως αιρετικό και λίγο αγοραίο διήγημα, που δεν έχει βέβαια καμία τύχη, αλλά εγώ ήθελα να το στείλω γιατί ο Παπαδιαμάντης, που λόγω της γλώσσας του σε μερικούς μοιάζει παρωχημένος- πιθανώς και λόγω της περιθωριακής φιγούρας που έχουμε στο μυαλό μας- εμένα είναι από τους πολύ αγαπημένους μου. Πριν το γράψω δεν διάβασα ξανά κανένα του έργο, όμως τώρα θέλω να τα ξαναδιαβάσω όλα, κι έτσι ξεκίνησα με τη «Φόνισσα», που ήξερα πως την αγαπώ, αλλά τώρα αποθεώθηκε μέσα μου, έγινε μια εμπειρία κάπως λυτρωτική, γιατί πολύ απλά τώρα είμαι μάνα. Επόμενο στη σειρά η «Γυφτοπούλα» που δεν την έχω ακουμπήσει, παρ’ όλο που ένα βράδυ πριν δυο χρόνια  υποσχέθηκα σε έναν φίλο πως θα το κάνω.

    Η ιστορία της Φραγκογιαννούς είναι λίγο ως πολύ γνωστή γι’ αυτό δεν θα την πω, έτσι, μπας κι έχει ξεμείνει κανείς και δεν την ξέρει και χαλάσω την έκπληξη. Θα μιλήσω για συναισθήματα, για τον πλούτο της ελληνικής γλώσσας, για την αίσθηση την τότε, που η σημερινή κατάσταση μπορεί να την κάνει επίκαιρη, για το πόσο σπουδαίο είναι ένας συγγραφέας να μπορεί να αγγίξει την ψυχή του ήρωα του.

    Η Φόνισσα είναι μια ψυχοπαθής δολοφόνος, σε αυτό δε χωρά καμιά αμφιβολία, είναι όμως και μια γυναίκα με την οποία παραδόξως μπορείς να ταυτιστείς και να φρικιάσεις που σου συμβαίνει. Η γλώσσα του Παπαδιαμάντη είναι αρχαίζουσα, ούτε καν καθαρεύουσα, είναι όμως και μαλλιαρή δημοτική, τρέχουσα και ζωντανή.  Το βιβλίο τότε το έλεγαν ηθογραφικό, τώρα θα το λέγαμε ψυχολογικό θρίλερ. Είναι ένα φύσει μπεστ σέλερ, θέσει έργο τέχνης. Κι ίσως μια λύση στο που θα έπρεπε να οδηγηθεί η ελληνική λογοτεχνία, που τόσα χρόνια σφυρίζει αδιάφορα και στην κληρονομιά της και στα παγκόσμια ρεύματα.

    "Η Φόνισσα", Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, εκδ. Μεταίχμιο, 2011, σελ. 96

    16/11/11

    Η μάχη ανάμεσα στο καλό και το κακό

    Όλο και περισσότερο ακούω γύρω μου τη γνωστή διαμάχη ανάμεσα στα «καλά» και τα «κακά» βιβλία. Κι ίσως θα ήταν ενθαρρυντικό που σε καιρούς χαλεπούς ο κόσμος έχει ακόμα τη διάθεση να ασχοληθεί και με άλλα θέματα, αν εμένα αυτός ο διάλογος δε με έβρισκε να παραπαίω πότε από τη μια και πότε από την άλλη πλευρά, ανάλογα το συνομιλητή. Αφορμή για την ανάρτηση, συζήτηση με πολύ καλή παλιά μου φιλενάδα που την ξέρω από παιδί, που διαβάζει περίπου όπως εγώ, δηλαδή πολύ και ό,τι πέσει στα χέρια της. Μου έλεγε λοιπόν πως όταν βρέθηκε σε λέσχη ανάγνωσης αγανάκτησε από τα ευχολόγια και τα κλισέ, «ένα βιβλίο πρέπει να προάγει το νου, είναι ένα παράθυρο για άλλους κόσμους», αλλά και το ανάθεμα στα «κακά» βιβλία, τη ροζ λογοτεχνία, τα ευπώλητα. «Εγώ», μου είπε, «στην παραλία θέλω να διαβάζω Μαντά.» Και το σέβομαι γιατί ξέρω πως διαβάζει πολύ, βιβλία σημαντικά, και στο κάτω κάτω δικαίωμά της να περάσει δυο διασκευαστικές ώρες κάτω από τον ήλιο.

                Από την άλλη, δεν μπορώ  να καταλάβω τις κυρίες που διαβάζουν φανατικά και μόνο την ευπώλητη ροζ σούπα. Γιατί προσωπικά τη βαριέμαι οικτρά και δεν την πλησιάζω, γιατί την εποχή που διάβαζα μόνο bestseller, αν και όχι ροζ, τη θεωρώ κάπως σα χαμένο χρόνο, γιατί τα βιβλία που αγαπώ και κάποια με δυσκόλεψαν σε πολλά πράγματα, με έχουν κάνει εν μέρει αυτό που είμαι και στην ηλικία μου δικαιούμαι να γουστάρω επιτέλους τον εαυτό μου. Και ναι, μια κοινωνία με συστηματικούς αναγνώστες, όσο ουτοπική κι αν φαντάζει, θα ήταν μια καλύτερη κοινωνία. Άρα δεν μπορώ να σεβαστώ την αναγνώστρια που καταναλώνει τα πολυδιαφημισμένα, έτσι σκέτα, χωρίς λίγη από κουλτούρα. Αν μη τι άλλο, αυτό ωθεί την εκδοτική αγορά σε ένα δρόμο που κόβει τα δικά μου φτερά και μου στερεί αναγνώσματα.

                 Αυτό λοιπόν με αφήνει με μια άποψη διφορούμενη, άλλοτε εκφράζω τη μια της πλευρά, άλλοτε την άλλη, ανάλογα με τη στιγμή. Με λίγα λόγια, κάθε φορά που διστάζω να δώσω ένα χειρόγραφο για ανάγνωση σε κάποιον οίκο- έχω να το κάνω πέντε χρόνια και δυο τελειωμένα μυθιστορήματα σαπίζουν στα ντουλάπιά μου- γιατί φοβάμαι τις απαντήσεις του τύπου «Γράφετε καλά, ίσως αν γράφατε κάτι για τη Σμύρνη», θυμώνω με τα ευπώλητα. Από την άλλη τί μου φταίνε οι κυρίες που περνάνε ευχάριστα την ώρα τους, σα να βλέπουν μια κομεντί στην τηλεόραση και ποιά είμαι εγώ να τις κρίνω.

    13/11/11

    Βιβλιοπροτάσεις : "O έρωτας στα χρόνια της χολέρας", Gabriel Garcia Marquez


    Δεν υπάρχει μεγαλύτερη, σπουδαιότερη ιστορία αγάπης από αυτή, δεν υπάρχει μύθος καλύτερα πλεγμένος για τις ανθρώπινες σχέσεις, τον έρωτα, ανεκπλήρωτο κι εκπληρωμένο, από τον «Έρωτα στα χρόνια της χολέρας». Αν, λειτουργώντας μόνο με το θυμικό, μου έλεγαν να διαλέξω το αγαπημένο μου βιβλίο, θα διάλεγα τον «Έρωτα» δίχως σκέψη. Με το μυαλό καταλαβαίνω πως υπάρχουν έργα σπουδαιότερα για την λογοτεχνία, με την καρδιά έχω αποφασίσει.

                Ο Φλορεντίνο Αρίσα ανταλλάσσει με την νεαρή Φερμίνα Δάσα γράμματα αγάπης, όμως ο πατέρας της αποφασίζει να την παντρέψει με άλλον. Με τον άντρα της, το γιατρό Χουβενάλ Ουρμπίνο περνούν μια ευτυχισμένη ζωή. Όταν εκείνος πεθαίνει, εμφανίζεται στο προσκήνιο ξανά ο Φλορεντίνο Αρίσα πιο ερωτευμένος παρά ποτέ, πενήντα χρόνια μετά. Όπως πάντα όταν πρόκειται για βιβλίο του Μάρκες, μαζί με τη βασική ιστορία εκτυλίσσονται κι άλλες, μικρότερες αλλά όχι λιγότερο ενδιαφέρουσες, στο παρελθόν και το παρόν, και η μυρωδιά της Λατινικής Αμερικής είναι έντονη, σχεδόν εθιστική. Τούτο όμως ξεχωρίζει, ακόμα κι από τα «Εκατό χρόνια μοναξιάς», γιατί ξεχειλίζει από συναίσθημα, ίσως και γιατί για κάποιον ανεξήγητο λόγο ταυτίζομαι με τον Αρίσα, έναν ήρωα περιθωριακό, οριακά συμπαθητικό, σε στιγμές αυτιστικά κολλημένο στον έρωτά του. Η απώλεια της Φερμίνα Δάσα  παρ’ όλο που καθορίζει την ζωή του, δεν την εξαφανίζει. Αυτό είναι το μοναδικό. Ούτε όμως η ζωή τον παίρνει μακριά από το στόχο, ό,τι ζει το ζει με απώτερο σκοπό εκείνη.

                Το μυθιστόρημα το έχω διαβάσει περισσότερες φορές από όλα τα άλλα, υπήρξε συμπαραστάτης μου σε δύσκολες στιγμές, το αγαπώ κι υποψιάζομαι πως δεν θα το αλλάξω με κανένα άλλο, όσα βιβλία κι αν διαβάσω.



    Υ. Γ. Για κάποιο λόγο ντρεπόμουν κάποιες στιγμές που αυτό είναι το βιβλίο που ξεχωρίζει μέσα μου από όλα τα άλλα. Χαζομάρες.  

    10/11/11

    Αιώρηση

             Κάθισε άκρη άκρη με τα πόδια λυγισμένα και το κορμί τεντωμένο ολόκληρο, έκλεισε τα μάτια, τώρα ήταν η τελευταία της ευκαιρία να αρνηθεί. Δε θέλησε. Ήλεγξε τον εξοπλισμό, σκέφτηκε πως της πήγαινε η ειδική φόρμα, έκανε το κορμί της μακρύ και κάπως ελαστικό. Ο εκπαιδευτής τής έδωσε μια ενθαρρυντική σπρωξιά και με μιας βρέθηκε στον αέρα, με το πρόσωπο στιγματισμένο από το χαμόγελο και την αδρεναλίνη. Για λίγο αιωρήθηκε χωρίς αλεξίπτωτο κι έπειτα την προκαθορισμένη ώρα τράβηξε την ειδική βαλβίδα κι αμέσως πάνω της φούσκωσε σα μπαλόνι το μεταξωτό πανί. Η ζωή είναι ωραία όταν η γη πλησιάζει με ταχύτητα κάτω από τα πόδια σου. Κάποιες στιγμές κολύμπησε σε αυτό το συναίσθημα, πριν την πιάσει  πανικός. «Ένα δέντρο», φώναξε και λιποθύμησε.
               Άνοιξε τα μάτια. Τόσες ώρες ψυχοθεραπεία δεν απέδωσαν, σκέφτηκε. Κοίταξε την αεροσυνοδό πάνω από το κεφάλι της, το ενδιαφέρον της ήταν ύποπτο. «Φώναξα;», τη ρώτησε. «Ουρλιάξατε» της απάντησε. Χάιδεψε το μικρό χαπάκι στην τσέπη του μπουφάν της, υπήρχε πάντα κι αυτή η λύση. Δεν την ήθελε. «Χαλάρωσε, χαρούμενες στιγμές από την παιδική σου ζωή» άκουσε τον ψυχοθεραπευτή να της ψιθυρίζει.
              Ένα ξανθό κοριτσάκι, με τα ροζ καλτσάκιά του και τα γδαρμένα γόνατα, μια μικρή κουκλίτσα, τρέχει στα λιβάδια. Δίπλα της βόσκουν χαρούμενα αγελάδες και κατσίκια. Ακούγεται από μακριά η φωνή του κόκορα. Τα χωράφια είναι γεμάτα παπαρούνες και χαρταετούς. Οι χαρταετοί πάνε ψηλά και είναι ελεύθεροι. Θα μου άρεσε να ήμουνα πουλί, σκέφτεται. Η φωνή του ψυχοθεραπευτή την προσγειώνει. «Την δική σας παιδική ηλικία κυρία Πούλου, όχι το Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι»
             Τους ζώνουν τα μαχητικά. Βόμβες πέφτουν παντού, βόμβες πάνω σε αμάχους, σε παιδιά, είναι κι εκείνη παιδί. Ο θόρυβος είναι εκκωφαντικός, πρώτα η τουρμπίνες, έπειτα το μπουμ. Τρέχει να προφτάσει να κρυφτεί, μα τα αεροπλάνα την κυνηγούν. Ένα χαμηλώνει τα φτερά του, νιώθει τη σκιά του στη ράχη της. Τη γεμίζει ένας ιδρώτας ψιλός ψιλός και με μιας σταματάει να κατουριέται. Το κοιτά να έρχεται, την πιάνει πάλι κατούρημα. Καθηλώνεται από αυτή την αίσθηση. Το μόνο που τη νοιάζει είναι να ξαλαφρώσει. Κι ας πεθάνει.
              Η αεροσυνοδός τής δείχνει την τουαλέτα. Είναι ένα μικρό δωματιάκι, όχι είναι μια μικρή ντουλάπα που κλείνει αεροστεγώς. Κι εκείνη κάποτε κλεινόταν στην ντουλάπα. Τα μάτια της ήταν κλαμένα, τα μαλλιά της μαύρα και τα φρύδια σμιχτά. Δεν μπορώ να ανασάνω. Αλλά μπορούσε κι έπειτα από λίγο έβγαινε. Μια κουκλίτσα με τα μάτια υγρά. «Δεν είσαι Σέρβα, δεν γεννήθηκες στο Σαράγεβο. Στην Κατοχή ήσουν αγέννητη», επαναλαμβάνει στον εαυτό της. Κι αυτό το αεροπλάνο που την πλησιάζει με τη σκιά του, υπάρχει μόνο στα κόμικς. Και της το έλεγε ο μπαμπάς της όταν ήτανε μικρή «Τί της διαβάζεις αυτές τις αηδίες. Αυτές δε σε αφήνουν να κοιμηθείς». Δεν ήταν αλήθεια.
    Βγαίνει από την ντουλάπα. Κάθεται στη θέση της, χαμογελά. Άξαφνα καταλαβαίνει την ένταση στη φωνή της εκφωνήτριας. «Δέστε τις ζώνες σας, δέστε τις ζώνες σας» Το αεροπλάνο πέφτει, δεν υπάρχει τίποτε άλλο από αυτήν την πτώση. «Οι έξοδοι του αεροπλάνου είναι μπροστά και στο πλάι. Βεβαιωθείτε πως φοράτε τα ειδικά σωσίβια». Η φωνή έχει τώρα κάτι το λυτρωτικό, σχεδόν ανεπαίσθητα ειρωνικό. Ξέρει που είναι η ζωή και ο θάνατος. Σαν από θαύμα επιζεί. Μέσα στα χιόνια ενός βουνού παγωμένου πάντα, όπου δεν φυτρώνει ποτέ τίποτα. Θα φάμε τους νεκρούς μας, λέει μέσα της κι αμέσως συνειδητοποιεί πως αυτό είναι σκηνή από ταινία. Δεν έχει καν τα δικά της όνειρα. Συνέρχεται. Στην άλλη μεριά του κόσμου την περιμένει ο Σταύρος. Μια ζωή ολόκληρη κλεισμένη σε ένα ταξίδι. Δεν θα γυρίσει ποτέ, δεν θα είχε κανένα νόημα. Εκεί την περιμένουν τα πάντα πια, ό,τι έχει και δεν έχει.
    Μόλις κλείνει τα μάτια την κυκλώνουν χαζομάρες, πράγματα που έχει δει κι έχει διαβάσει, άλλα που της προκύπτουν αβίαστα. Ο άντρας δίπλα της διαβάζει ένα περιοδικό κουτσομπολίστικο, στην αγκαλία του έχει μια αρμαθιά ακόμα. Του ζητάει ένα να ξεχαστεί στην κίτρινη ρυπαρότητα των κοσμικών.
    «Κάποτε τα μικρά παιδία κρατούν μέσα τους την λύση για την πιο αρχαία και πηγαία ερώτηση: Γιατί υπάρχουμε και η θάλασσα είναι γαλάζια. Αλλά εσείς πρέπει να εντρυφήσετε μόνο στο πρώτο μέρος της, κυρία Πούλου. Πρέπει να μάθετε πως το να είσαι πουλί είναι διαφορετικό, πολύ διαφορετικό από το να είσαι αεροπλάνο. Πολλώ μάλλον να είσαι άνθρωπος μέσα σε αεροπλάνο»
    «Δεν με  νοιάζει καθόλου το αν υπάρχω ή δεν υπάρχω. Σχεδόν δε με απασχόλησε ποτέ το γιατί. Όλα τούτα είναι ανοησίες, έτσι δεν είναι; Με απασχολείς γιατί θα πέσουμε, έχουν ήδη χαλάει οι μηχανές και ο πιλότος κάνει απελπισμένες εκκλήσεις για ψυχραιμία»
    «Φυσικά και θα πέσουμε, πώς φανταστήκατε πώς δεν θα πέσουμε; Με στατιστικές θα καταπολεμήσουμε τους φόβους μας; Θα πέσουμε για να δούμε τί θα γίνει. Κι έπειτα το πέσιμο κάποιες φορές είναι καλό κυρία Πούλου, ανοίγει παλιές πληγές, γεμάτες αυταπάτες και κακοφορμισμένα αίματα. Αφήστε τις κίτρινες ανακρίβειες των περιοδικών και αφεθείτε σε ένα πέσιμο μαζί μου. Ναι, έχουν χαλάσει οι μηχανές, τα φτερά, οι ρόδες κάτι τέλως πάντων και πέφτουμε»
    «Ας πούμε πως χάλασε ο αυτόματος πιλότος καλύτερα και κόλλησαν οι τροχοί, αυτό θα είναι πιο αληθοφανές»
    «Αυτή η αληθοφάνεια με τρομάζει. Μην διακόπτετε την πτώση. Αυτό χρειαζόμαστε τώρα»
    Πίσω από τη ντουλάπα κρυβότανε, ενίοτε και μέσα σε αυτή. Την κοντοζύγωνε ο φόβος, σα μαχητικό που ρίχνει τη σκιά σου στη ράχη του. Κι έπειτα άρχιζε να πέφτει.
    Τελείωσε την αηδία το περιοδικό και μετάνιωσε που δεν είχε φέρει ένα βιβλίο μαζί της. Σταμάτησε να διαβάζει βιβλία, αν και κάποτε τα αγαπούσε, από τότε που συνειδητοποίησε πως ο ήρωας έπρεπε πάντα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να υποφέρει. Δεν χρειαζόταν άλλο από αυτό. Μόνο χαρούμενες σκέψεις, μόνο χαρούμενες σκέψεις, ο Σταύρος την περίμενε στην άλλη άκρη του κόσμου. Η άλλη άκρη του κόσμου ήταν ίσως η ελπίδα για ευτυχία. Για μένα η μοναδική παιδική ερώτηση που χρήζει άμεσης απάντησης είναι το «Τί είναι ευτυχία.». Σκέφτηκε.
    Ξεκίνησε να διαβάζει ένα ακόμα επαναλαμβανόμενο, ιλουστρασιόν  συνοθύλευμα από αηδίες. Αυτά τα χρησιμοποιούσε για να μην ξεχάσει την ανάγνωση, δεν μπορούσαν να της πουν τίποτα για την ύπαρξη ή την ευτυχία. Και αυτό ήταν ευτυχές.«Για πάμε πάλι κυρία Πούλου, ευτυχισμένες σκηνές από την παιδική σας ηλικία»
    Είναι ένα μικρό, όμορφο κοριτσάκι ντυμένο κυριακάτικα. Τα μαλλιά του είναι μαύρα και τα φρύδια του σμιχτά. Κάθεται και περιμένει στη γωνία με τα μάτια  ορθάνοιχτα. «Άντε μαμά, θα αργήσουμε». Χαζεύει την πόρτα, έπειτα αποφασίζει να γυρίσει στην αυλή. Το πιο καλό μικρό κοριτσάκι σε όλο τον κόσμο.
    «Δεν βρήκατε παρηγοριά στη θρησκεία;»
    «Ποτέ δεν μπόρεσα να πιστέψω στην ελπίδα μιας άλλης μεταθανάτιας ζωής»
    «Κρίμα, αυτό θα ήτανε μια κάποια λύσις», είπε ο ψυχοθεραπευτής. Σήμερα θα δοκίμαζαν την πτήση με μαχητικό.
    «Πρέπει να πάω»
    Η ζωή με τον Σταύρο στην άλλη άκρη του κόσμου ήταν μια κάποια λύσις. Μια ελπίδα για μεταθανάτια ευτυχία. Τον αγαπούσε το Σταύρο, όταν έφυγε μάτωσε η καρδιά της, τον είχε ανάγκη για στήριγμα. Αλλά εκείνος πήγε, διαφορετικός ο τρόπος των αντρών να αντιμετωπίζουν τον πόνο. Έδωσε πίσω τα περιοδικά στον διπλανό της. «Μην φοβάστε», της είπε εκείνος. «Το κάνω συχνά το ταξίδι και γυρίζω πάντα σώος στα παιδία μου. Εσείς έχετε παιδία;»
    Ένα μικρό όμορφο κοριτσάκι ντυμένο κυριακάτικα. Τα μαλλιά του είναι μαύρα και τα φρύδια του σμιχτά. Κάθεται και περιμένει στη γωνία. «Άντε, μαμά» της φωνάζει, «θα αργήσουμε. Πάλι θα μας κοροϊδεύουν». Χαζεύει την πόρτα και χαχανίζει, ξαφνικά αποφασίζει να βγει μόνο του στο δρόμο.
    Άκουσε μόνο τη στριγκλιά. Είδε το κορμί της κορούλας της να αιωρείται, μετά να πέφτει.«Το γιατί υπάρχουμε ουδέποτε με απασχόλησε σας βεβαιώ», είπε στον ψυχοθεραπευτή. «Θα μου αρκούσε η ύπαρξη χωρίς καμία απορία.»


    6/11/11

    "η Τζούλιετ γυμνή", Nick Hornby



    Γράφοντας κριτική για το «η Τζούλιετ γυμνή», σχεδόν μόλις τελειώσα να διαβάζω την τελευταία σελίδα του βιβλίου, για ένα μπλογκ στο ίντερνετ, νιώθω λιγάκι σαν τον κεντρικό ήρωα του μυθιστορήματος, τον Ντάνκαν. Και δεν φοβάμαι μην κάνω τα λάθη του, μάλλον γιατί εμμονή με τον Νικ Χόρνμπυ δεν έχω. Δεν έχω διαβάσει το High Fidelity αν και την κινηματογραφική του εκδοχή τη λάτρεψα, δεν είμαι από τους κολλημένους με τη μουσική- ζω όμως με έναν τέτοιο- κι όμως το μυθιστόρημα το αγάπησα, ίσως γιατί μετά από έναν μήνα απραξίας με έβαλε ξανά σε ρυθμούς διαβάσματος.
    Ο Χόρνμπυ γράφει λοιπόν για αυτό που ξέρει καλά, τη μουσική και τις ανθρώπινες σχέσεις. Πρωταγωνιστές ένα ζευγάρι Άγγλων, ο Ντάνκαν και η Άννι, κολλημένοι με έναν ημιάγνωστο Αμερικάνο τραγουδιστή τον Τάκερ Κρόου, που μετά από ένα εκπληκτικό άλμπουμ, το Τζούλιετ, τα παράτησε και έγινε ερημίτης. Ο Ντάνκαν, μαζί με καμιά δεκαπενταριά άλλους τρελαμένους ανά τον κόσμο, διατηρεί έναν ιστοχώρο-βωμό στον Τάκερ και περιστρέφει τη ζωή του γύρω από την εμμονή του. Η Άννι πλησιάζει τα σαράντα, αγαπά τον Κρόου χωρίς τη φανατίλα του Ντάνκαν, νοιάζεται και για τα άλλα, που δεν έχουν παιδί, που δεν είναι παντρεμένοι, που ζουν σε ένα κολοχώρι στη μέση του πουθενά, που ποτέ δεν ένιωσε πραγματικά ερωτευμένη. Ο καταλύτης είναι μια πρωτόλεια μορφή του αγαπημένου τους άλμπουμ, το Τζούλιετ χωρίς την τελική επεξεργασία, το Γυμνή, που τους διχάζει και τους αναστατώνει τη ζωή. Α, στο μυθιστόρημα πρωταγωνιστεί και ο Τάκερ Κρόου  αυτοπροσώπως.
    Πρόκειται για ένα απολαυστικό ανάγνωσμα. Δεν συζητάμε για κανένα αριστούργημα, ούτε φυσικά για ένα βιβλίο που θα σου αλλάξει την οπτική στα πράγματα. Αν και τώρα τελευταία τείνω να πιστέψω πως τέτοια βιβλία έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχουν.

    31/10/11

    είν' ο γιος μας ο μεγάλος κι ο μικρός


    Έχω, σε γενικές γραμμές, μια κάπως ασαφή αίσθηση του χρόνου, όπως όλοι οι άνθρωποι. Άλλοτε επιμηκύνεται η στιγμή, άλλοτε συρρικνώνεται ο χρόνος. Είναι ο τρόπος  του εγκεφάλου να συλλέγει πληροφορίες τέτοιος που απορρίπτει τη συνέχεια, κατακερματίζει το μεγάλο, το αποθεώνει στις λεπτομέρειες. Αν στην εφηβεία μου με ρωτούσες τι είναι ένας τριανταπεντάρης θα σου απαντούσα οικογενειάρχης μεσήλικας. Αν τότε με ρωτούσες αν θα κάνω παιδιά, θα σου απαντούσα πως αυτό προβλέπεται για το τέλος της ζωής μου, δηλαδή τα τριάντα. Ε, λοιπόν, τα πάντα πήγαν σύμφωνα με το σχέδιο και στα τριάντα ήμουν έγκυος. Όμως ο χρόνος έχει μια τάση να μας κρύβεται για να μπορούμε να ανταπεξέλθουμε στην καθημερινότητα, να τη διευρύνουμε. Αν με ρωτήσεις τώρα θα σου πω πως στα σαράντα ο άνθρωπος είναι ένας μεσήλικας οικογενειάρχης. Μάλλον σε εφτά χρόνια θα έχω άλλη άποψη.

                Ένα από τα θέματα που πάντα απασχόλησε όλους όσους γράφουν κι όσους δεν- υποψιάζομαι μάλιστα πως πρόκειται για το θεμελιώδες ερώτημα όλων των τεχνών- είναι η διαχείριση αυτού του χρόνου ως και το θάνατο. Αυτό σε σχέση με την δυο πρωταρχικά ένστικτα του ανθρώπου, την αναπαραγωγή και την ανάγκη για σταθερότητα. Με λίγα λόγια η ρουτίνα επιμηκύνει ή μικραίνει το χρόνο ως το τέλος. Η σταθερή βάση του χρόνου, θα κάνω «αυτό», «τότε», «με αυτόν τον τρόπο», επινοήθηκε γιατί πηγάζει από μέσα μας, είναι μέσο επιβίωσης. Από την άλλη η ατέρμονη διαδοχικότητα ημερών που μοιάζουν η μια στην άλλη, τροφοδοτεί έναν μηχανισμό λήθης. Έτσι αν η ρουτίνα είναι η βασική γραμμή ευτυχίας, τότε οι διακυμάνσεις μόνο καταγράφονται, διαφορετικά αφήνεσαι στη ροή της και βρίσκεσαι στο τέλος της ζωής σου, δηλαδή στα τριάντα.

                 Κάποτε με την κολλητή μου φιλενάδα μοιραζόμασταν ένα μονό κρεβάτι τα βράδια για να μιλάμε ψιθυριστά ως το πρωί. Τότε στα είκοσι μας ακόμα είχε την αίσθηση πως η ρουτίνα της θα ήταν τέτοια που θα δυσκολευόταν να κάνει παιδία πριν τα τριανταπέντε. Έκανε λάθος. Όπως οι στιγμές καταγράφονται, το ότι ο άνθρωπος με τον οποίο νιώθω κατά καιρούς  την ελευθερία να είμαι τόσο θυμωμένη μαζί του όσο και με τη μάνα μου, γινόταν χθες μανούλα, έκανε τη μέρα αφόρητα μεγάλη, σχεδόν υστερικά αγχωτική. Από την άλλη μπορεί να έφταιγε απλά η αλλαγή των ρολογιών.

    27/10/11

    Της φούσκας το κάγκελο


    Δεν έχω καμία απολύτως σχέση με τα εκδοτικά πράγματα, δεν έχω φίλους, δεν είμαι στο σινάφι, αλλά θα ήθελα να είμαι- να εξηγούμαστε. Από αυτά που ακούω αλλά και από το σχόλιο της Ευγενίας Φακίνου «Οι εκδότες είχαν ζήσει κι αυτοί μία φούσκα, πριμοδότησαν το ευτελές, δημιουργώντας ένα κοινό που ίσως δεν είχε ξαναδιαβάσει βιβλίο, αλλά που δυστυχώς έμεινε σ' αυτό το επίπεδο και δεν προχώρησε ένα σκαλάκι παραπάνω." που μου έστειλε η Ελένη Καπετανάκη στο Διαβάζοντας υποψιάζομαι πως κάτι καλό μπορεί να βγει μέσα από την κρίση για το βιβλίο. Μπορεί εκδοτικοί οίκοι με τηλεοπτικές αβάντες, λέω εγώ τώρα, να σταματήσουν να εκδίδουν το ένα μελό ευπώλητο μετά το άλλο. Κι έτσι κάποιες κυρίες να αναγκαστούν να ακολουθήσουν έναν από τους δυο δρόμους, είτε να σταματήσουν να διαβάζουν γιατί δεν υπάρχουν πια οι γνωστές αισθηματικές τους ιστορίες- πράγμα που απεύχομαι, είτε να ανακαλύψουν τα πραγματικά βιβλία. Δεν λέω φυσικά να αρχίσει μια θιασώτρια της «ροζ» λογοτεχνίας να διαβάζει αστυνομικά, πάντα στο είδος που την ευχαριστεί, αλλά να συνεχίσει με πραγματικά βιβλία γραμμένα από καλλιτέχνες. Κι ας έχει ο όρος ευτελιστεί γιατί τον χρησιμοποιούν σωρηδόν οι σκυλοπόπ γλάστρες. Γραμμένο τέλως πάντων από άνθρωπο που ήθελε να καταθέσει την ψυχούλα του κι όχι τσεκ στον τραπεζικό λογαριασμό του. Κατ’ ανάγκη. Δεν έχω τίποτα με την εμπορική επιτυχία, αρκεί να μην είναι σκέτο εμπόριο.

    26/10/11

    Περί καταθλίψεως


    Είναι μια αίσθηση που με κυνηγάει τον τελευταίο καιρό που με κάνει να μένω θεατής, περιχαρακώνομαι σε αυτά που θέλω να προστατέψω, τα άλλα μένουν απέξω, σχεδόν με εξουθενώνει να τα παρακολουθώ. Αλλά δεν θα έπρεπε να είναι έτσι. Δεν γράφω και δεν διαβάζω ( τρία αρχινισμένα βιβλία στο κομοδίνο μου, όταν ένα από αυτά είναι το «Χιόνι» του Παμούκ μάλλον είναι ρεκόρ ακεφιάς). Οι φίλοι μου με έχουν χάσει, πάντα με βάραιναν τα τηλέφωνα, αλλά τώρα με δυσκολεύουν περισσότερο. Η καλύτερη μου φίλη κοντεύει να γεννήσει κι εγώ δεν είμαι κάθε μέρα στο τηλέφωνο μαζί της. Περίεργα πράγματα. Αλλά και η διαδικτυακή μου ζωή το αντανακλά, μπαίνω λάθρα στα γκρουπ που με αφορούν στο Facebook – παρεμπιπτόντως αν ακόμα δεν έχετε ανακαλύψει το ΤΙΔΑΜΕΛΕε; μάλλον πρέπει να το κάνετε πάραυτα- διαβάζω σχόλια, δυσκολεύομαι να πω μια κουβέντα.  Δεν θέλω να συμμετέχω. Και το μπλογκ υποφέρει, φυσικά. Έλαβα ένα mail από μια πολύ ευγενική, άγνωστή μου, κυρία τις προάλλες που μου ζητούσε να συνεχίσω, που με ευχαριστούσε που υπήρχε αυτός ο ιστοχώρος. Μου έφτιαξε το βράδυ μου, ίσως και τις επόμενες μέρες μου. Αυτό το συναίσθημα μάλλον δεν πρέπει να ξεχνάω,  τη χαρά της επικοινωνίας. Αναδύομαι. Αν υπάρχει απόφαση σε αυτό που νιώθω, τότε είναι όλη δική μου να την πάρω.

    12/10/11

    Βιβλιοπροτάσεις: "Το Κιβώτιο", Άρης Αλεξάνδρου


    Υποψιάζομαι πως- χωρίς να είμαι φιλόλογος και να θέλω ποτέ να γίνω- κάθε χρόνο στην Φιλοσοφική Αθηνών μια πτυχιακή εργασία θα είναι για το «Κιβώτιο», ίσως και μια διατριβή. Κι αν δεν είναι έτσι τα πράγματα θα έπρεπε, γιατί στο ένα και μοναδικό του μυθιστόρημα, ο Άρης Αλεξάνδρου τα έκανε όλα, έγραψε ένα συναρπαστικό βιβλίο, με μια σύγχρονη και για τα ελληνικά δεδομένα ριζοσπαστική αφήγηση και την εξυπνότερη δημοτική ελληνική γλώσσα που έχω συναντήσει.

    Μια ομάδα 40 ατόμων ξεκινά να πάει το κιβώτιο από την πόλη Α στην πόλη Β, μοναδικός επιζών στο τέλος της διαδρομής είναι ο αφηγητής, που στέλνει επιστολές σε έναν αφανή ανακριτή. Για το Κιβώτιο, την αποστολή, τον αφηγητή, δεν ξέρουμε τίποτα ή νομίζουμε ότι ξέρουμε τα πάντα. Κι εδώ τα πράγματα αρχίζουν να αποκτούν ενδιαφέρον, ως προς τα όρια της αλήθειας, του ανθρώπου απέναντι στους μηχανισμούς και την εξουσία, τα παιχνίδια του μυαλού του και την ύπαρξη.

                Θα ήμουν αν μη τι άλλο αφελής να πιστέψω πως θα μου επιτρεπόταν μια συνολική ανάλυση του «Κιβωτίου» και για αυτό δεν θα την επιχειρήσω. Διαπιστώνω πως δεν υπήρξε συνεχιστής του Αλεξάνδρου, έμεινε το «Κιβώτιο» μια φωτεινή εξαίρεση στη μετριότητα. Ακόμα καταλαβαίνω πως ένα μεγάλο κομμάτι του αναγνωστικού κοινού αγνοεί την ύπαρξή του. Για αυτό σήμερα ξύπνησα με την φοβερά πρωτότυπη ιδέα να προτείνω το «Κιβώτιο», γιατί έστω κι ένας σκεπτόμενος αναγνώστης να μην το έχει διαβάσει και να παρακινηθεί από αυτόν τον ιστοχώρο, αξίζει τον κόπο του.

    "Το κιβώτιο", Άρης Αλεξάνδρου, εκδ. Κέδρος, 1998, σελ. 358

    9/10/11

    Γιατί μπροστά σου πάντα απλώνεται ένα δίχτυ


    Νιώθω μια αναθεματισμένη κούραση στα κόκκαλα μου, που δε λέει να γιατρευτεί. Νιώθω τα χρόνια μου να βαραίνουν, να γίνονται μια μεγάλη γροθιά, να με γρονθοκοπούν, νιώθω γριά με λίγα λόγια. Μπλεγμένη ανάμεσα στις γενιές της αγίας ελληνικής οικογένειας, βγαλμένη κακιά μάγισσα από το παραμύθι, πάντα κάποιος κάτι έχει να λέει πως δεν έκανα. Θα σας πω τι δεν έκανα, δεν έκοψα ποτέ τον ομφάλιο λώρο μου, δεν μπήκα ή δεν βγήκα από τα καλούπια τους. Και τώρα είμαι μετέωρη, ούτε εδώ, ούτε εκεί, ούτε ανήκω- γιατί δεν μπορώ- ούτε δεν ανήκω- γιατί δεν θέλω, τους αγαπάω. Υπάρχει κανείς που να ανήκει πλήρως στην οικογένεια του, να είναι αναπόσπαστο μέλος της, μάλλον μόνο τα παιδιά, όσο είναι ακόμα παιδιά.

                Θα πω και κάτι άλλο ανίερο, την δική μου οικογένεια, την στενή, στενότατη, με τον άντρα και το παιδί μου, δεν την νιώθω έτσι. Μάλλον γιατί εδώ εγώ βάζω τους κανόνες. Κακά πλάσματα οι άνθρωποι, πάντα κάποιον θέλουν να εξουσιάζουν. Την στενή μου οικογένεια ποτέ δεν την ένιωσα βάρος να με πλακώνει, πάντοτε την ένιωσα χαρά. Αλλά από την άλλη υποψιάζομαι πως για το παιδί μου, αυτή η ίδια οικογένεια σε καμιά δεκαριά χρόνια θα είναι θηλιά, μόνον καθήκον, και ηθικές υποχρεώσεις. Αυτός, όσο κι αν με πονάει, ελπίζω να βρει τα κότσια να ανεξαρτητοποιηθεί. Εγώ έφτασα ως εδώ, τουλάχιστον να μπορώ να ορίζω το σπίτι μου και το παιδί μου, κι ας μην ορίζω τη ζωή μου. Κάτι είναι κι αυτό. Το ένα μου πόδι είναι έξω από τον κλοιό, το άλλο στο δίχτυ. Εκείνος ας σταθεί στα δυο του πόδια μόνος.

    29/9/11

    "Sputnik Caledonia", Andrew Crumey


                       Μάλλον δεν κρύβεται πως έχω αδυναμία στα βιβλία επιστημονικής φαντασίας. Αν και  θα ήταν αδικία κατάφωρη να κατατάξει κανείς σε ένα μόνο λογοτεχνικό είδος ένα τόσο πολυεπίπεδο βιβλίο όπως το "Sputnik Caledonia" του Andrew Crumey. Η γνωριμία μου με τον συγγραφέα έγινε με το συμπαθητικό "Μόμπιους Ντικ", ήδη όμως από τον "Κύριο Μι" είχε βρει μια θέση στη συνείδηση μου ως ένας από τους αγαπημένους μου.
                    Το μυθιστόρημα χωρίζεται σε τρία μέρη, στο πρώτο βλέπουμε τον μικρό Ρόμπερτ Κόιλ που μεγαλώνει στη Σκωτία και προσπαθεί να καταλάβει τον κόσμο, μέσα από την επιθυμία του να γίνει κοσμοναύτης και τις πολιτικές απόψεις του πατέρα του, εργάτη- σοσιαλιστή- θυμοφιλόσοφου. Στο δεύτερο κομμάτι, ο Ρόμπερτ, ενήλικος πια, ζει στην Λαϊκή Δημοκρατία της Βρετανίας και ετοιμάζεται για Κοσμοναύτης, σε μια μυστική αποστολή που θα τον στείλει ίσια σε μια Μαύρη Τρύπα. Στο τρίτο μέρος, ο Ρόμπι Κοιλ είναι νεκρός από τα 19 του και ο γέρος πατέρας του προσπαθεί την ημέρα της επετείου του θανάτου του να συνέλθει. "Όλα συνδέονται μεταξύ του" με λίγα λόγια και αυτό είναι η μόνη αλήθεια.
                  Ο Κρούμευ παίζει με τη θεωρία της σχετικότητας, με την αίσθηση πως φυσική και τέχνη συνδέονται με κάποιο τρόπο, με αυτό που θα μπορούσε να είναι, με την έννοια του παράλληλου σύμπαντος, με τις συγγραφικές του δυνατότητες. Και βγαίνει νικητής. Το αποτέλεσμα είναι ένα ευκολοδιάβαστο μεταμοντέρνο μυθιστόρημα - σπανίως τα δυο πάνε μαζί- που μπορεί να το απολαύσεις τόσο σε πρώτο επίπεδο, όσο και λίγο πιο πέρα.

    "Sputnik Caledonia", Andrew Crumey, μετ. Γιώργος Κυριαζής, εκδ. Πόλις, 2011, σελ. 549


    26/9/11

    Εγκλωβισμός

    Σπανίως νιώθω τόσο άσχημα όσο το τελευταίο Σαββατοκύριακο. Κλίση προς την κατάθλιψη δεν είχα παρά μόνο στην εφηβεία μου –μαζί με την μισή ανθρωπότητα, η άλλη μισή την έχει ακόμα- κι όμως δεν με ευχαριστούσε τίποτα. Πέρα λοιπόν από κάποιες αναποδιές που μας τύχαν την περασμένη εβδομάδα και που ούτε θέλω να τις συζητήσω με κανένα, γιατί δε θέλω, δε θέλω να φοβηθώ, αρνούμαι να υποταχτώ στο φόβο του διπλανού μου, στην γραφειοκρατία του κράτους και στην προσπάθεια παραβίασης του προσωπικού χώρου από αγνώστους (και όχι παραδόξως δεν μιλάω για κανένα τέλος και κανένα φόρο αν και τώρα που το ξαναδιαβάζω θα ταίριαζε…) , αυτό που νομίζω πως δημιουργούσε αυτήν την αίσθηση είναι ο εγκλωβισμός. Νιώθω πως εγκλωβίστηκα σε κάτι που μου υποσχέθηκαν πως θα είναι πάντα έτσι κι εγώ τρέχω τώρα να επιβιώσω, ενώ θα μπορούσα ίσως με μεγαλύτερη τόλμη να αντλώ και κάποια ευχαρίστηση από αυτό το τρέξιμο.

                Με λίγα λόγια μεγάλωσα σε μια εποχή, τη δεκαετία του 90, που επαγγελματικός προσανατολισμός σήμαινε προοπτικές επαγγελματικής αποκατάστασης. Φράγκα, για να ταΐσεις την οικογένεια σου, δουλειά και τίποτε άλλο. Σκέφτηκα η αδαής πως θα μπορούσα να καταπνίξω την πραγματική μου κλίση αν είχα λυμένο το βιοποριστικό μου. Και τώρα που όλα αυτά καταποντίστηκαν θορυβωδώς, έμεινα με την αγωνία του τρεξίματος, να κοιτάζω ένα τέρμα που δε μου ταιριάζει. Καλά να πάθω, η ζωή είναι για τους τολμηρούς κι εγώ πάντα επέλεγα την εύκολη λύση.

               

    22/9/11

    Κακομοιριάς το έλεος

    Με περιβάλλει μια αίσθηση κακομοιριάς, κι εγώ βυθίζομαι πέρα από κάθε προσδοκία σε αυτό το τεχνητό περιβάλλον μιζέριας με την ίδια ευκολία που κάποτε χωνόμουν στην περιρρέουσα ευθυμία. Η αναίτια ευθυμία δεν είναι πάντοτε κακή, η κακομοιριά πάντως είναι, αιτιολογημένη ή όχι. Δεν μπορώ ούτε τώρα να πείσω τον εαυτό μου πως πρέπει να κάνει κάτι – απέχει πολύ η έκφραση πολιτικής άποψης από την ενεργό δράση- όπως πάντα κάθομαι απαθής να βρίζω δίκαιους και άδικους. Ενδιαφέρομαι για το μαγαζάκι μου με λίγα λόγια, τον άντρα και το παιδί μου και τα άλλα τα αφήνω απέξω. Κι όμως αυτά τα άλλα πάντα με αγγίζουν.

                Δεν είναι πως δεν διακρίνω το σημαντικό, κάτι τέτοιο θα ήταν άδικο. Απλά αφήνομαι στη βόλεψη μου, στο κάτω κάτω εγώ έχω κάτι να χάσω. Αν κρατήσω αυτά που μου απόμειναν σφιχτά στην κλειστή χούφτα, μήπως και τα περισώσω, ίσως από αυτήν την αναμπουμπούλα βγω με το μικρότερο δυνατό κόστος. Πιθανολογώ πως όλοι έτσι σκεφτόμαστε μέχρι να φτάσει το τέλος. Το τέλος λοιπόν είναι τι; Η απώλεια της εργασίας, της στέγης, της τροφής, τι; Που είναι το τέλος, η απώλεια της δυνατότητας να πάρεις την ακριβή τσάντα; Αυτό το τέρμα είναι μακριά, είναι κοντά, μας αφορά περίπου όσο κάθε ανακοίνωση μέτρων από την κυβέρνηση. Λοιπόν το τέλος δεν είναι το τέλος για τα ακίνητα, είναι που συνδέθηκε με αγαθό κοινής ωφέλειας. Το τέλος δεν είναι ο φόρος που θα μας στερήσει την τσάντα αλλά που θα στερήσει στον δίπλα- οσονούπω και σε μας- το ρεύμα και τη θέρμανση.

                Με πονά γιατί κοιτώ να σώσω ό,τι σώζεται, όπως πάντα. Όπως παλιά βολευόμουν στην ευμάρεια, δεν χρειαζόμουν την πανάκριβη τσάντα, δεν την αγόραζα αλλά άμα μου την έφερνε η μαμά μου τη δεχόμουν, έτσι και τώρα κοιτάω να σώσω το τομάρι μου. Μετράω τα κουκιά και βλέπω πως με το συγκεκριμένο χαράτσι θα στριμωχτώ, αλλά θα έχω να πληρώσω το ρεύμα. Άρα όλα καλά, σωθήκαμε και φέτος…..

    19/9/11

    Όνειρα πάνω στο κύμα



    Τα μισά από όσα ξέρω τα έχω κάπου διαβάσει, τα άλλα τα έχω ζήσει. Όμως κάποια πράγματα μένουν αξεδιάλυτες εμπειρίες στο μυαλό μου, χάνεται η μνήμη, κρατά κενά διαστήματα, παίζει παιχνίδια αλλόκοτα. Τα μισά μου όνειρα τα έχω διαβάσει, τα υπόλοιπα τα έχω ζήσει. Λένε πως τόσο ευεπηρέαστα είναι μόνο τα παιδιά, αλλά η φαντασία μου καλπάζει. Ακούω το γιο μου να παραμιλά στον ύπνο του- κακό κουσούρι για παιδιά, ενδιαφέρον για περίεργες μανάδες- και τις περισσότερες φορές αναπαριστά τη μέρα του, βλέπει τον μπαμπά του να ξαναξεχνά το χαρτί του σουπερμάρκετ, το παιδάκι στην παιδική χαρά να κάνει άουτς, τον γιατρό να του κάνει εμβόλιο.

    Είμαι 33 ετών και έχω ταξιδέψει λίγο, κάποιες πόλεις της Ευρώπης για 5-6 μέρες, δεν πήγα στο εξωτερικό για σπουδές, δεν αλήτεψα σε μιαν άλλη κουλτούρα κι όμως είναι γειτονιές της Βαρκελώνης και ζούγκλες της Λατινικής Αμερικής που είναι φυλαγμένες μέσα στην άκρη του μυαλού μου, αξεδιάλυτες εμπειρίες κι ας λέω πως σπάνια οπτικοποιώ τα διαβάσματά μου. Ή τα γραψίματα, η εικόνα μού διαφεύγει εντελώς, με ζορίζουν οι λέξεις.

    Στην πορεία πέρασα από μια φάση ελιτισμού, όποιος δεν διαβάζει έχει από την αρχή μειονέκτημα, ένα μείον στην κούρσα της ζωής. Μετά κατάλαβα πως αυτό είναι η δουλειά της τέχνης, ο ορισμός της. Δεν είναι ανάγκη να διαβάζεις, αρκεί μια μουσική, μια ταινία, ένας πίνακας, κάτι, να κρατά τη φαντασία σου σε επίπεδα πεντάχρονου. Αλλιώς η πραγματικότητα θα σε καταβροχθίσει.

    17/9/11

    "Έμφυτο ελάττωμα", Thomas Pynchon



    Υποψιάζομαι πως όπως λέει και ο Νο14ΜΕ σε σχετικό ποστ ήταν μάλλον άτυχη η επιλογή να ξεκινήσω το ταξίδι μου στο Πιντσονικό σύμπαν με το "Έμφυτο ελάττωμα". Η αλήθεια είναι πως τα μαστούρικα μυθιστορήματα που περιγράφουν την δεκαετία του 60 και του 70 στον καπνό ενός μπάφου με κουράζουν αρκετά-  μάλλον παίζει ρόλο πως δεν έχω καταφέρει να καπνίσω πάνω από δέκα κανονικά τσιγάρα σε όλη μου τη ζωή. Ετούτο πάντως είχε χιούμορ, πλάκα, πλοκή, γάρα, άσπρη, χίπηδες, όλα ιδωμένα από μια αγαπησιάρικη ματιά και έναν εξαιρετικό λογοτεχνικό ήρωα.

                Ο Ντοκ Σπορτέλο, ιδιωτικός ερευνητής στο επάγγελμα, κρατά με το μικρό του ανάστημα όλο το βιβλίο ζωντανό και παλλόμενο. Ψάχνοντας για το γκόμενο της πρώην φιλενάδας του πέφτει σε κυκλώματα ναρκωτικών, μπάτσων, εργολάβων, τζόγου, όλα μαζί διαπλεκόμενα και μερικές φορές εντελώς όμοια. Ο Σπορτέλο δεν είναι ο καλός, οι άλλοι δεν είναι οι κακοί, οι κλασικούρες ενός παρόμοιου μυθιστορήματος αποδομούνται, αλλά τα λαχούρια, τα χίπικα αξεσουάρ και η πανταχού παρούσα μαριχουάνα το κάνουν λίγο σαν Χαβάη 5-0 με χασίσι.

                  Η επαφή μου με τον Πίντσον δεν με αποθάρρυνε, θέλω να διαβάσω κι άλλα του βιβλία όμως τούτη τη φορά λέω να μην το κάνω στα τυφλά. Δέχομαι προτάσεις.

    9/9/11

    "Η χρονιά της ερήμου", Pedro Mairal


    «Η χρονιά της ερήμου» του Pedro Mairal είναι ένα μυθιστόρημα που θυμίζει πολύ ως προς τη θεματολογία το «Περί Τυφλότητας» του Σαραμάγκου, χωρίς καθόλου να τον μιμείται στο ύφος και το στυλ γραφής, σε αυτό ο «γεράκος» μας ήταν αξεπέραστος άλλωστε. Από την άλλη κι εδώ ξεκινάμε από μια ανεξήγητη καταστροφή, την Κοσμοχαλασιά, που δεν αφήνει τίποτα όρθιο και παρακολουθούμε τη ζωή συγκεκριμένων ανθρώπων που πρέπει να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα.

                Ηρωίδα η Μαρία, γραμματέας σε μεγάλη χρηματοοικονομική εταιρεία που στην αρχή τα νέα πως τα σπίτια γκρεμίζονται και οι ηλεκτρικές συσκευές δεν λειτουργούν δεν την επηρεάζουν πολύ. Δεν αργεί όμως ο καιρός που αναγκάζεται να μετακομίσει πιο κοντά στο κέντρο της πόλης που φαίνεται να είναι δυσκολότερο να διαβρωθεί, που μαθαίνει να ζει χωρίς ηλεκτρικό, που οι γύρω της αλλάζουν οργανώνονται για να επιβιώσουν- η ανθρώπινη φυλή δείχνει μαζεμένα όλη την καλοσύνη και την κακία της, όπως σε κάθε περίοδο έντασης- καταντά νομάδας, πόρνη, αιχμάλωτη ινδιάνων, ερωμένη. Χάνει την αξιοπρέπειά της και την ξαναβρίσκει.

                Το μυθιστόρημα είναι εξαιρετικά καλογραμμένο, διερευνά το πρόβλημα που πάντα σχεδόν απασχόλησε την λογοτεχνία, πως θα επιβίωνε ο άνθρωπος ως άτομο και ως κοινωνικό ον σε μια κοσμοϊστορική αλλαγή. Πέρα από αυτό προερχόμενο από την Αργεντινή του 2005 είναι μια αλληγορία που ίσως έχει να μας διδάξει δυο τρία πραγματάκια για την ανθρώπινη φύση σε καιρό Κρίσης.

    4/9/11

    "Το Μπουντουάρ του Ναδίρ", Ιωάννα Μπουραζοπούλου



    Μάλλον δεν κρύβεται πως συμπαθώ εξαιρετικά τη γραφή της Ιωάννας Μπουραζοπούλου. Αυτό, αν δεν κάνω λάθος, είναι το πρώτο της βιβλίο και μου άρεσε πολύ. Σε μια χώρα της Βαλκανικής λοιπόν, σε μια πόλη που ονομάζεται Παλμέ-Βαλκάν κυριαρχεί ένα μαγαζί, το Ναδίρ, που συνδυάζει το μυστήριο με το όργιο για να δώσει θέαμα και να επιβιώσει. Ιδιοκτήτες του ο θηριώδης Δεβεράλδης και η Βαλκυρία. Εδώ  στήνονται θεάματα όπως αυτό του συγγραφέα που τρώει το χειρόγραφο του σελίδα σελίδα και μετά το αφοδεύει δημόσια στο τεράστιο κοινό αποχωρητήριο- το Μπουντουάρ του Ναδίρ ή του ηθοποιού που είναι μελλοθάνατος σε μιαν άλλη χώρα και το κοινό περισσότερο σκέφτεται πως σε λίγο θα πεθάνει παρά την παράστασή του. Δεν έχει σημασία αν υπάρχει, γυμνό, κόπρανα, ούρα, θάνατος, όλα μετουσιώνονται σε «τέχνη». Μα το σπουδαιότερο είναι πως το Ναδίρ και συγκεκριμένα το Μπουντουάρ του γίνεται πόλος έλξης για όλους τους ισχυρούς της Βαλκανικής, ανάγεται σε ιδέα και κέντρο αποφάσεων.

    Ηρωίδα του μυθιστορήματος είναι μια ιδιωτική ερευνήτρια, μια αντρογυναίκα ξερακιανή και σχεδόν άφυλη, που ερευνά κάποιες συγκεκριμένες φωτογραφίες που βρέθηκαν όταν ο ιδιοκτήτης του κέντρου πεθαίνει και τα υπάρχοντα βγαίνουν σε δημοπρασία. Έτσι γυρίζει όλη την Ευρώπη και γνωρίζεται με σαλτιμπάγκους, ηθοποιούς, συνταγματάρχες, ένα μωσαϊκό ανθρώπων. Κάπου εκεί βρίσκεται η άκρη του νήματος.

    Ο τρόπος που η συγγραφέας αγαπά να στήνει ένα ολόκληρο καινούργιο συμπάν, που άπτεται του δικού μας αλλά δεν είναι αυτό, με ενθουσιάζει. Το κυριότερο όμως είναι πως δεν επαναπαύεται σε αυτή της τη δεινότητα να στήνει δυστοπίες, αλλά φροντίζει να υπάρχουν χαρακτήρες ολοκληρωμένοι που πλαισιώνουν τόσο την ιστορία, όσο και τον καινούργιο κόσμο- που τόσο πολύ μοιάζει στον παλιό.

    1/9/11

    Βιβλιοπροτάσεις: "Εξαιρετικά δυνατά και απίστευτα κοντά", Jonathan Safran Foer



    Νομίζω πως όταν μιλάμε για το "Νέο Μεγάλο Αμερικάνικο Μυθιστόρημα" μιλάμε για λάθος Τζόναθαν. Γιατί με πολύ απλά λόγια, θα έπρεπε να μιλάμε για τον Τζόναθαν Σάφραν Φόερ. Το «Extremely loud and incredibly close» το διάβασα στα ελληνικά γιατί το αγόρασα σε βιβλιοπωλείο-υπερκατάστημα όπου ήταν το μόνο που μου κίνησε το ενδιαφέρον. Το μετάνιωσα, σχεδόν θέλω να το ξαναδιαβάσω και στην αυθεντική του γλώσσα.

    Όταν πρωτοδιάβασα  κριτικές για αυτό το βιβλίο, δεν κρύβω πως φοβήθηκα, Αμερικανός που γράφει για την 11η Σεπτεμβρίου, το μυαλό μου γέμισε ευχολόγια, κακά μοιρολόγια και λατρεία για το σημείο της καταστροφής σε μορφή υστερίας. Εγώ ως μη Αμερικανίδα, πριν συνειδητοποιήσω το μέγεθος της καταστροφής ένα απόγευμα που έπινα καφέ στο πατρικό μου, σχεδόν είχα χαρεί από την έκπληξη που έβλεπα κάποιον να τα βάζει με την υπερδύναμη. Μετά ήρθαν τα υπόλοιπα συναισθήματα, η πίκρα κι ο θυμός που χάθηκαν τόσοι άνθρωποι. Φοβήθηκα λοιπόν πως δεν θα μπορούσα να ταυτιστώ.

    Κι όμως μπόρεσα. Αφηγητής ο εννιάχρονος Όσκαρ, που έχασε τον πατέρα του στους Πύργους και προσπαθεί να συνέλθει. Πρωταγωνιστές αυτός, ο μπαμπάς του, ο παππούς και η γιαγιά του, επιζήσαντες του βομβαρδισμού της Δρέσδης, η Νέα Υόρκη. Η θλίψη μέσα από τα μάτια ενός παιδιού είναι ύπουλη, γεμάτη γλυκιά αφέλεια, αλλά ο Όσκαρ δεν είναι ένα οποιοδήποτε παιδί, έχει τις εμμονές του, την προσκόλληση του στο ντέφι του, φτιάχνει ένα ολόκληρο άλμπουμ με πράγματα που του έχουν συμβεί, κι είναι γεμάτο σκληρά αποκόμματα εφημερίδων, στέλνει γράμματα στον Στήβεν Χόκινς. Ο Όσκαρ αλωνίζει όλη τη Νέα Υόρκη, γιατί βρήκε ένα κλειδί σε ένα βάζο στην ντουλάπα του πατέρα του μέσα σε ένα φάκελο που έγραφε Black κι αποφασίζει να επισκεφτεί όλους τους Μπλάκ της πόλης. Κι έχει έναν παππού που έχασε την λαλιά του στο βομβαρδισμό της Δρέσδης, μια γιαγιά που προσπαθεί να επιβιώσει από τις μνήμες. Γιατί οι πράξεις εκδίκησης πάνω στα κεφάλια αθώων αφήνουν κι αυτές θύματα όπως όλες οι άλλες.

    Το διάβασα αχόρταγα, μέσα σε λίγες μέρες, δεν ήθελα να το αφήνω για πολύ. Γιατί πέρα από τον πολιτικό συμβολισμό, από τη Δρέσδη και τη Νέα Υόρκη, ο Όσκαρ Σελ είναι ένας εκπληκτικός λογοτεχνικός ήρωας κι η ιστορία του αξιοδιάβαστη. Όσο για τον αφηγηματικό τρόπο του συγγραφέα, πρωτοπρόσωπη αφήγηση μέσα από τα μάτια ενός 9χρονου, γράμματα σε έναν αγέννητο και άγνωστο γιο (από τον άλαλο παππού) και σε έναν γεννημένο και πολύ αγαπημένο γιο (από την πανταχού παρούσα αλλά και διακριτικά απούσα μητέρα), δεν έχω παρά θαυμασμό. Λίγοι μπορούν να σπάσουν έτσι την αφήγηση κι όμως να μη χάσει τίποτε από την συνοχή και τη φρεσκάδα της.



    Υ.Γ. Δεν θέλω να δω την ταινία.