27/2/13

Μόλις βγήκαν από το πακέτο....




.... και δεν ξέρω που να τα βάλω. Κλασικά. 
H... δόση που σας υποσχέθηκα, ζουμερή, μεγάλη, απολαυστική. Τα βιβλιαράκια μου έφτασαν την Παρασκευή (αλλά προηγούνταν μια άλλη ανάρτηση) και δε μπόρεσα να τα μοιραστώ. Τώρα ήρθε η ώρα τους.


Υ.Γ.1 Όποιος ρωτήσει πόσα ξόδεψα θα αποβληθεί.
Υ.Γ 2 Ακούω ιδέες. Με ποιό βιβλίο να ξεκινήσω;
Υ.Γ. 42 Μην αναρωτιέστε πως μου προέκυψε ο Ζαμιάτιν, έχω μια φίλη ρωσόφιλη, που έχει έναν φίλο που έχει διαβάσει τα πάντα...


25/2/13

"O αντίστροφος κόσμος", Philip K. Dick





Για μένα το να γυρνάω στην Επιστημονική Φαντασία, στη σιγουριά και την απλοχεριά της, σημαίνει συνήθως δυο πράγματα. Το πρώτο είναι πως έχω διαβάσει ένα μεγαλειώδες βιβλίο και δε θέλω να μετριάσω την εντύπωση που μου άφησε με ένα εξίσου καλό ακριβώς μετά. Το δεύτερο είναι πως τραβάω κάποιου είδους ζόρι που με αφήνει ανίκανη να συγκεντρωθώ. Στην παρούσα φάση θα ποντάριζα στη δεύτερη εκδοχή.

«Ο αντίστροφος κόσμος» του Philip K. Dick είναι ένα εξαιρετικό βιβλίο του είδους, χτίζει έναν κόσμο όπου οι νεκροί ξαναγεννιούνται στο μνήμα τους, ζουν αντίστροφα το χρόνο μέχρι να ξαναγίνουν παιδιά και να χωθούν σε κάποια βολική μήτρα. Αλλά και αυτοί που δεν είναι νεκρογεννημένοι επηρεάζονται από την αντιστροφή του χρόνου, κι ειδικά αν είναι νέοι χάνουν τη μισή ζωή τους. Ήρωας του βιβλίου είναι ο Σεμπ Χέρμς, ένας ιδιοκτήτης Οίκου Αναγέννησης (αυτοί που ξεθάβουν τους άρτι γεννημένους νεκρούς), που είναι  σχετικά πρόσφατα νεκρογεννημένος και παντρεμένος με μια πολύ μικρότερη του γυναίκα που είναι κανονική. Από καθαρή τύχη ο Σεμπ θα ξεθάψει τον Άνακτα Πηκ, έναν γκουρού της δεκαετίας του 70 που δίδασκε πως θα συμβεί η αναγέννηση των νεκρών και στη μνήμη του δημιουργήθηκε η κυρίαρχη λαϊκή θρησκεία. Φυσικά, όλα τα μεγάλα συμφέροντα τον κυνηγούν, η παντοδύναμη Βιβλιοθήκη που σκοπό έχει να διαγράψει ό,τι γράφτηκε ποτέ, οι Ουντίτες- η θρησκευτική οργάνωση, η αστυνομία.

Το βιβλίο έχει από όλα, διακριτούς και σαφείς ήρωες, εξαιρετική φαντασία, καλή αφηγηματική ροή, σωστή δομή της δυστοπίας. Με λίγα λόγια είναι από τους καλύτερους Φίλιπ Ντικ που έχω διαβάσει -κι έχουν πέσει πολλοί στα χέρια μου. Κι αν δεν απαντά στα προαιώνια ερωτήματα της ζωής, κι αν οι εμμονές του Ντικ με τη θρησκεία και την ψυχεδέλεια έχουν αρχίσει ήδη να φαίνονται (κορυφώνονται στο ακατάληπτο για μένα Valis), κι αν οι νεαρές και σούπερ σέξι ηρωίδες πηγαίνουν πάντα με πολύ μεγαλύτερους τους άντρες,  δε με νοιάζει. Γιατί τα βιβλία, μερικές φορές, λειτουργούν λυτρωτικά και καθαρτικά χωρίς κανέναν προφανή λόγο.

"Ο αντίστροφος κόσμος", Φίλιπ Κ. Ντικ, μετ. Μαρία Αντωνίου, εκδ. Μέδουσα, 1992, σελ.195


24/2/13

Για την επιστολή





Η ιδέα της επιστολής για την τιμή του βιβλίου δεν ήταν δική μου, ούτε η υλοποίησή της, ούτε το κείμενο. Το ξεκαθαρίζω για να μη θεωρηθεί πως απολογούμαι για τίποτα, πως μετανιώνω για κάτι, αντίθετα θεωρώ πως θα έπρεπε να έχω μπει μπροστάρης. Η ιδέα ήταν της Βιβής της Λέσχης Ανάγνωσης Degas που εκτιμώ βαθύτατα. Στην πορεία εκείνο το πρώτο γεμάτο αυθορμητισμό κείμενο που μας έστειλε η Βιβή τσαλαπατήθηκε λιγάκι από τις παρεμβάσεις, έγινε στριφνό και άκομψο. Αυτό δεν αλλάζει το στόχο του, ούτε το στόχο μας, στον οποίο πιστεύω για έναν απλό λόγο, η τιμή του καινούργιου βιβλίου καθορίζει πια σε έναν βαθμό τα αναγνώσματά μου.

Όσοι παρακολουθούν αυτό το ιστολόγιο κάπως πιο συστηματικά θα ξέρουν πως διαβάζω ανάκατα παλιά και νέα βιβλία, πως ξοδεύω το μήνα σχεδόν όλο το ποσό που μια άλλη γυναίκα θα διέθετε για «προσωπικά της έξοδα» σε βιβλία – ενίοτε πολύ περισσότερο από αυτό, μη γελιόμαστε. Τα δέκα ευρώ το μήνα μιας έκπτωσης θα κάνουν τη διαφορά; Φυσικά, αυτά θα την κάνουν για μένα τον συστηματικό καταναλωτή.

Σέβομαι απόλυτα αυτόν που διαφωνεί με το πνεύμα της επιστολής και δε θέλησε να συμμετάσχει σε μια σχετικά συλλογική προσπάθεια. Αλλά τις δηθενιές «εγώ έχω πει για την τιμή του βιβλίου πέρυσι» τις ακούω εν πολλοίς βερεσέ. Όπως και το ότι διυλίζουμε τον κώνωπα σε σχέση με το κείμενο. Αν δε μου άρεσε το κείμενο ας στρωνόμουνα να γράψω ένα, να το προτείνω κι ας νικούσε ο καλύτερος. Δεν είναι προφανώς αυτό το θέμα μας, το θέμα είναι η τιμή του βιβλίου.

Πιστεύω πως- και διακρίνοντας πολλές καλές προθέσεις σε πολλούς οίκους που είναι ίσως κάπως άδικο να τους τσουβαλιάζουμε όλους μαζί- το βιβλίο παραμένει ακριβό. Και για μένα τη χτυπημένη βιβλιόφιλη που η αγορά του επηρεάζει τον μηνιαίο οικογενειακό μου προϋπολογισμό και για αυτόν που θα ήθελε να παίρνει ένα το μήνα αλλά έχει αρχίσει να τα μετράει. Δε με νοιάζει να ακούσω το «τόσο ο διορθωτής, τόσο το χαρτί, τόσο η προμήθεια», αυτό δε με αφορά, με νοιάζει αν υπάρχει περιθώριο να γίνει η μείωση. Αν δεν υπάρχει, παίξαμε και χάσαμε. Δεν άξιζε πάντως παρ’ όλα αυτά να παίξουμε;    

Το θεωρώ άτοπο με βάση τις προσωπικές μας συμπάθειες και αντιπάθειες (και φυσικά υπάρχουν τέτοιες ανάμεσα στους bloggers) να καθορίσουμε μια στάση πολιτική. Γιατί είναι πολιτική στάση αν αποφασίσεις να συνταχτείς με τους πολλούς για τον κοινό σκοπό (κι ας έχεις επιμέρους ενστάσεις) ή να πορευτείς μόνος. Εγώ στα 35 μου αποφάσισα πια πως ο δεύτερος δρόμος είναι αδιέξοδος.


23/2/13

Το Βιβλίο στην εποχή της κρίσης. Ανοιχτή Επιστολή

Κυρίες και κύριοι εκδότες,

      ζητούμενο, τόσο για σας όσο και για μας τους βιβλιόφιλους ιστολόγους, είναι να αυξηθεί η αναγνωσιμότητα σε μια Ελλάδα, που διαβάζει όλο και λιγότερο.Βασικό πρόβλημα τα τελευταία χρόνια είναι η κρίση. Μια κρίση οξύτατη και πολυεπίπεδη. Έχει εισβάλει στις επιχειρήσεις σας, αλλά διαστρωματωμένα αποτυπώνεται πλέον και στο μεγαλύτερο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας και επηρεάζει, αντιστοίχως αναλογικά και πάντως δραματικά, τη ζωή όλων μας. Όταν η ανεργία και η κάθετη πτώση του εισοδήματος έχουν εκτοξευθεί στους πιο υψηλούς δείκτες των τελευταίων δεκαετιών, η βασική βεβαίως προτεραιότητα δεν μπορεί παρά να είναι η υπεράσπιση της Αξιοπρέπειας στην καθημερινή διαβίωση με όλα όσα πρέπει αυτή να περιλαμβάνει σε συνθήκες Δημοκρατίας: Υγεία, Στέγη, Τροφή, Εκπαίδευση, Ελευθερία.
Για τους βιβλιόφιλους αυτής της χώρας, που στην πλειονότητά τους δεν είναι ένα προνομιούχο κομμάτι, που ζει εκτός κοινής οικονομικής πραγματικότητας, το βιβλίο αποτελεί ένα πολύ σημαντικό αγαθό ενταγμένο στα παραπάνω, το οποίο δεν μπορεί και δεν πρέπει να μπει στην λίστα εκείνων, που θα μειωθούν ή θα κοπούν εντελώς, επειδή η ακρίβεια το καθιστά συχνά απλησίαστο.Αν με τις προσφορές, τα παζάρια, την στροφή στους παλιούς τίτλους και την επιστροφή στις βιβλιοθήκες διαφαίνεται μια καλή λύση, τι θα γίνει με τους καινούργιους τίτλους; Θα αφορούν σε όλο και πιο λίγους; Και αν παγιωθεί αυτό ως αναγκαστική συνθήκη στην κρίση, θα πάμε από την εκδοτική πλημμυρίδα σε μιαν εκδοτική άμπωτη, της οποίας τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά θα περιγράφονται με την φράση εκδίδουμε ό,τι μπορεί να αποσβέσει;

            Είχαν ακουστεί και παλιότερα αντιρρήσεις για την τιμή του βιβλίου, τόσο από αναγνώστες όσο και από τους ειδικούς του χώρου, δημοσιογράφους και κριτικούς. Όταν ένα μέσο βιβλίο στοιχίζει 15-20€, οι περισσότεροι θα προτιμήσουν να παρακολουθήσουν μια ταινία στον κινηματογράφο, που κοστίζει πολύ κάτω από 10€ ή τα ίδια χρήματα να τα αφιερώσουν σε άλλου είδους (ψυχαγωγική) διέξοδο. Το ίδιο δυστυχώς ισχύει και για το ηλεκτρονικό βιβλίο. Εκεί που θα έπρεπε η τιμή να είναι πολύ χαμηλότερη, δεδομένου ότι τα έξοδα έκδοσης είναι μικρότερα, παρατηρούνται μικρές διαφορές σε σχέση με το έντυπο βιβλίο. Το λογικό θα ήταν ο αναγνώστης, που έχει την ανάλογη συσκευή, να παρακινηθεί να αγοράζει άυλα κείμενα, ενώ αυτός που δεν έχει, να βρει κίνητρο για να ακολουθήσει την εξέλιξη.

Πριν φτάσουμε στο θλιβερό και στρεφόμενο στην ουσία κατά του πολιτισμού μας σημείο, να εκμηδενιστεί δηλαδή εντελώς ο αριθμός των αναγνωστών, ας επιχειρήσετε εσείς, οι εκδοτικοί οίκοι, καθώς σ’ εσάς πέφτει πρωτίστως αυτή η υποχρέωση,ένα θαρραλέο βήμα: μείωση της τιμής των καινούργιων τίτλων, ώστε να μην ανακοπεί η δημιουργική έκφραση όλων αυτών, στους οποίους ανάμεσα, πάντοτε, υπάρχουν ταλέντα που δεν πρέπει να χαθούν, επειδή θα έχει προκριθεί λόγω ωμής ανάγκης, το εφήμερο και το ευπώλητο.

Το βιβλίο,σήμερα, είναι ακριβό και αποτρέπει την αγορά του.Αυτή είναι η πραγματικότητα,την οποία όμως, εσείς, μπορείτε να αλλάξετε.

Ως αναγνώστες, ιστολόγοι και πολίτες, σας ζητάμε την μεγαλύτερη δυνατή μείωση και, αν το πράξετε, πρώτοι εμείς, θα την υποστηρίξουμε. Αντιλαμβανόμαστε τις ποικίλες δυσκολίες,από τις  υποχρεώσεις σας στους εργαζόμενους, το κόστος χαρτιού, τα βάρη των δικαιωμάτων, των μεταφράσεων και ούτω καθεξής μέσα μάλιστα στις ιδιαιτερότητες της ελληνικής αγοράς με τους γλωσσικούς της περιορισμούς και τον ελάχιστο πληθυσμό, όμως και πάλι  το βιβλίο, ακριβώς στην παρούσα κρίση, οφείλουμε να το διαδώσουμε ως αγαθό και όχι ως πολυτέλεια των ολίγων. Τα ιστολόγιά μας, πάντα φιλόξενα και χωρίς κανενός είδους αντάλλαγμα, λειτουργήσαμε και λειτουργούμε, εκ των πραγμάτων, ως… διαφημιστές βιβλίων! Ειδικά εκείνων που υπερβαίνουν το εφήμερο…

            Εμείς μπορούμε να συνεχίσουμε υπηρετώντας από κοινού με σας την Λογοτεχνία (και κάθε άλλου είδους λόγο) και συμβάλλοντας στην επιβίωσή της, αν κι εσείς θελήσετε να προχωρήσετε σ’ αυτό, που επιτακτικά πλέον σας ζητάμε: χαμηλές τιμές σε όλα και ειδικότερα στα καινούργια βιβλία, χωρίς αλλαγή στην αισθητική και την ποιότητά τους.

Με εκτίμηση,

Λέσχη Ανάγνωσης του Degas 
Βιβλιοκαφέ 
Διαβάζοντας 
Librofilo 
Καγκουρώ 
Βολτίτσες 
Read-for-a-Life 
Desperado Reading Diaries 
Anagnostria 
Νεάρχου Παράπλους 
Το Ιστολόγιο του Θαλή 
Ηλεκτρονικός Αναγνώστης 


Υ.Γ.1 Δεν είμαι ο συντάκτης (ούτε ο διορθωτής) της επιστολής οπότε κατ' ανάγκη το κείμενο δε με εκφράζει απόλυτα. Θεωρώ όμως πως δε θα έπρεπε να απέχω από μια τέτοια συλλογική πρωτοβουλία που αφορά άμεσα όλους τους βιβλιόφιλους. 

Υ.Γ. 2 Από την επιστολή λείπει ο αντίλογος. Αν και ξέρω κάποια από τα επιχειρήματα του εκδοτικού κόσμου (τα οποία είναι βάσιμα φυσικά) θα χαιρόμουν να ανοίξει ο διάλογος πέρα από μικρολογιστικά πλαίσια. 

Υ.Γ. 42 Επειδή έκανα πρόσφατα μια παραγγελία βιβλίων, δε θέλω κακόβουλα σχόλια για το πόσα ξόδεψα γιατί θα θυμώσω και δε θα σας δείξω τί πήρα...  



21/2/13

"Όλες οι φωτιές. Η φωτιά", Julio Cortázar




Έμαθα να αγαπώ τον Κορτάσαρ μέσα από αυτό το blog, πριν ούτε καν τον είχα ακουστά. Χρωστάω πολλούς συγγραφείς στη τριβή μου με τα blogs στην Ελλάδα μα αυτόν τον χρωστάω πιο πολύ γιατί τείνει η εμμονή του με τη μη πραγματικότητα μέσα στην πραγματικότητα να γίνει εντελώς δική μου, μοιάζει ο Κορτάσαρ να υποκαθιστά το φάντασμα του Μπόρχες μέσα μου, να γίνεται ένα με όλα όσα θα ήθελα να γράφω ή να διαβάζω. Πέρα από το Κουτσό, τα διηγήματά του (που ξέρω πως πολλούς δεν τους ενθουσιάζουν) εμένα με απογειώνουν.
            Το «Όλες οι φωτιές. Η φωτιά» περιέχει 8 διηγήματα- δυο από τα οποία είχα διαβάσει στο Αξολότλ και ήταν από τα αγαπημένα μου («Η δεσποινίς Κόρα» και «Η υγεία των αρρώστων»). Μου άρεσαν όμως πολύ και τα: 

«Ο Νότιος αυτοκινητόδρομος», όπου σε ένα μπλοκάρισμα του δρόμου άνθρωποι αναγκάζονται για μέρες να επιβιώσουν στο μποτιλιάρισμα, να φτιάξουν σχέσεις με άγνωστους τους κι έπειτα να χαθούν

«Ο άλλος Ουρανός», για έναν άντρα που χωρίζεται ανάμεσα στην καθωσπρέπει ζωή και την αρραβωνιαστικιά του και στον έρωτα για μια μικρή πόρνη

και το διήγημα που έδωσε το όνομά του στη συλλογή που κινείται σε δυο χρόνους, έναν σημερινό κι έναν ρωμαϊκό, που συναντιούνται στον πόνο που δίνουν οι άνθρωποι που αγαπιούνται ο ένας στον άλλον.
            Η γραφή  είναι καθαρή και οδηγεί στη φαντασία ή την τρέλα με ένα εντελώς υπόγειο τρόπο, η σκέψη του μοιάζει να ταυτίζεται με τη δική μου σε ο,τι θεωρώ φυσιολογικό ή μη, κι αυτή η τρέλα για το πως οι άγνωστοι γίνονται δικοί μας, μας αγαπούν και τους αγαπάμε, κι έπειτα χάνονται στον ορίζοντα, είναι αυτό που τριβελίζει και το δικό μου μυαλό τον τελευταίο καιρό.


"Όλες οι φωτιές. Η φωτιά", Χούλιο Κορτάσαρ, μετ. Γ.Δ. Χουρμουζιάδης, εκδ. Ύψιλον, 1984, σελ. 153  

19/2/13

Μια ερωτική επιστολή




Έχω αναρωτηθεί πολλές φορές τι είναι αυτό που μας κάνει να αγαπάμε τους ανθρώπους, την ποιότητα των συναισθημάτων, το αν και κατά πόσον αυτά θα ωριμάσουν με το χρόνο ή θα χαθούν στον αρχικό ενθουσιασμό. Να πω την αλήθεια, τέτοιου είδους σκέψεις έκανα κι όταν γεννήθηκε ο γιος μου, η μητρική αγάπη δεν άνοιξε σαν μια κάνουλα ασυγκράτητη, ήμουν με το μικρό μου μωρό σοβαρή και συνεσταλμένη. Στον ποιοτικό έλεγχο το αίσθημα μου έβγαινε ερωτικό, με όλη την αρχική ένταση, την απόλυτη αφοσίωση, την ανάγκη να είσαι κοντά σε αυτόν που είσαι ερωτευμένη μαζί του συνέχεια, να του μιλάς και να τον αγκαλιάζεις. Τρία χρόνια μετά έχω να δηλώσω πως η αγάπη των γονιών προς τα παιδιά έχει την εξής διαφορά από τη συντροφική: δε χάνει τη φόρα της.

Σαν σήμερα τρία χρόνια πριν έπαψα να είμαι εγώ το μωρό του σπιτιού, προβιβάστηκα σε ενήλικα, βούτηξα στα βαθιά μιας κατάστασης που δεν τη φανταζόμουν, ούτε μπορούσα μες στο μυαλό μου να τη χωρέσω. Κι αυτή η αδιανόητη δυσκολία- μαζί με την απίστευτη χαρά- με ακολουθεί πιστά ακόμα και τώρα. Όχι, το να είσαι γονιός δεν είναι το ευκολότερο πράγμα του κόσμου, αλλάζει όλα όσα είχες δεδομένα στη ζωή σου, σε υποβιβάζει στη δεύτερη κατηγορία προτεραιότητας, σου γαμάει εκείνα τα σχέδια για τα οποία γέλαγε ο θεός. Αλλά αυτό μικρή σημασία έχει μπρος στην αιωνιότητα.

Τα παιδιά είναι το στοίχημα με την αθανασία, κι αυτό ανοίγει μια άλλη σχέση με τον εγωισμό. Ο γονιός παραμελεί τις άμεσες ανάγκες του, όμως το παιδί είναι η απόδειξη πως υπάρχει μια συνέχεια ακατάλυτη. Και δε μιλώ μονάχα για το γενετικό υλικό (ναι, λιώνω που ο σκίουρος έχει τα λακκάκια μου, κι αυτό το βλέμμα που είναι το βλέμμα μου, με συγκινεί) αλλά για την αίσθηση πως ένας νέος άνθρωπος διαμορφώνεται εμπρός σου∙ από σένα, για σένα, για να φύγει από σένα και να εξελιχθεί σε κάτι άλλο, που θα είσαι εσύ, που ίσως είσαι εσύ και δεν το ξέρεις ή δε θα το δεις- κοντόφθαλμα ποτέ- πως ήσουν. Αγαπώ το παιδί μου με μια φόρα ακατάληπτη, όχι χωρίς ανταλλάγματα, ποτέ χωρίς προϋποθέσεις- ωραίο θα ήταν αυτό, αλλά δεν υπάρχει- αλλά με μια ένταση δυσεξήγητη.

Στα χρόνια που θα έρθουν, αν όλα πάνε καλά, υποψιάζομαι πως η φόρα δε θα κοπεί. Ο έρωτας του γονιού – η αγάπη του παιδιού είναι διαφορετικό πράγμα, σε έκταση, σε ρυθμό-  είναι εκρηκτικός. Υποψιάζομαι όμως πως θα βαθαίνει ο δεσμός έτσι που όλα αυτά τα ωραία που έχω στο μυαλό μου πως ο γιος μας δε θα πάψει να είναι μια διαφορετική οντότητα από μένα, πως θα το αφήσω ελεύθερο να γίνει αυτό που αγαπά, θα τα ξεχάσω. Και θα τον καταπιέσω αφόρητα, όπως οφείλει κάθε ελληνίδα μάνα που σέβεται τον εαυτό της.

Υ.Γ. Το σκιουράκι μου γεννήθηκε σα σήμερα πριν τρία χρόνια κι ακόμα με συγκλονίζει η ιδέα πως βγήκε από τα σπλάχνα μου, πως αναγκάστηκαν να κόψουν το νήμα που μας έδενε για να έρθει κοντά μας.


17/2/13

«Αύριο στη μάχη να με σκεφτείς», Javier Marías



Τι εκπληκτικό, τι υπέροχο μυθιστόρημα είναι αυτό. Το «αύριο στη  μάχη να με σκεφτείς» του Χαβιέρ Μαρίας βασίζεται σε μια σχετικά απλή ιστορία – αν και ανοίγει με μια ευρηματική σκηνή που μπορεί να σε αφήσει ενεό για το υπόλοιπο του βιβλίου- αλλά είναι τόσο καλογραμμένο και πυκνογραμμένο που δε θέλεις να το αφήσεις από τα χέριά σου.

Ένας άντρας, ο Βίκτορ, πηγαίνει για στο σπίτι μιας παντρεμένης γυναίκας, της Μάρτας Τέγιεθ, για δείπνο. Το δίχρονο αγοράκι της διαισθανόμενο τον κίνδυνο από την παρουσία του αρνείται πεισματικά να πάει για ύπνο. Όταν τελικά παραδίδεται ηττημένο στην αγκαλιά του Μορφέα, το ζευγάρι ανεβαίνει στην κρεβατοκάμαρα για να κάνει πρώτη φορά έρωτα. Όμως εκεί, και πριν καλά καλά προλάβουν να γδυθούν, η γυναίκα νιώθει άρρωστη κι έπειτα από λίγη ώρα πεθαίνει. Ο Βίκτορ έχει να αντιμετωπίσει τα άμεσα προβλήματα της στιγμής- ποιόν να ειδοποιήσει, πώς να αφήσει μόνο του ένα δίχρονο κοιμισμένο αγοράκι με τη νεκρή μητέρα του- αλλά και άλλα ερωτήματα, που τον γητεύουν και τον στοιχειώνουν. Αντί να ξεχάσει θα προσπαθήσει να πλησιάσει την οικογένεια της ως τότε άγνωστης του γυναίκας- τον άντρα, το παιδί, τον πατέρα, την αδελφή της- να κατανοήσει τη ζωή τους και τη ζωή του.

Ο λόγος του Μαρίας είναι εξαιρετικά μακροπερίοδος, κάποτε περνούν ολόκληρες σελίδες χωρίς να αλλάξει η παράγραφος κι αυτό δίνει μια συνοχή σε σκέψεις κατακερματισμένες, που θα μπορούσαν να χωρέσουν εδώ κι εκεί. Η πλοκή έχει συνεχώς μικρές γωνιές ενδιαφέροντος, αλλά δεν είναι αυτό που κάνει το βιβλίο συναρπαστικό. Είναι η εξιστόρηση της απιστίας, η φυσικότητα στο να εξαπατούμε, η έκπληξη μπροστά σε αυτή την εξαπάτηση που την εξασκούμε κάθε μέρα αλλά μας οδηγεί στην απόγνωση όταν την ανακαλύπτουμε για άλλους. Η ψευδαίσθηση πως ξέρουμε αυτόν που κοιμάται δίπλα μας, αλλά τελικά δεν τον ξέρουμε∙ αυτοί που αγαπήσαμε δεν είναι εμείς.

Ένιωσα το βιβλίο βαθιά δικό μου όσο το διάβαζα κι ας είναι γραμμένο από την οπτική ενός άντρα κι όχι μιας γυναίκας, βυθίστηκα σε αυτή την αίσθηση της μοναξιάς δίπλα στους άλλους, αλλά και της συντροφιάς- ακατανόητα κάποτε- από αυτούς που δεν είναι κοντά μας παρά μόνον τυχαία για λίγες στιγμές. Και στη δύναμη της φαντασίας, που είναι αυτό που κάνει τελικά τον πρωταγωνιστή Βίκτορ να εδραιώνεται στην πραγματικότητα.


«Αύριο στη μάχη να με σκεφτείς», Χαβιέρ Μαρίας, μετ. Βιβή Φωτοπούλου, εκδ. Σέλας, 1997, σελ. 356

Υ.Γ. 1   Η πιο εκπληκτική σκηνή του βιβλίου είναι εκείνη που ο πρωταγωνιστής κάνει έρωτα με μια πόρνη, αλλά σε καμία φάση δεν είναι σίγουρος αν πρόκειται ή όχι για την πρώην γυναίκα του.

Υ.Γ. 2 Ναι, το ομολογώ το βιβλίο το πήρα στο παζάρι (4,00€). Κρίση.

Υ.Γ. 42 Τον Χαβιέρ Μαρίας τον γνώρισα από τον no14me, αλλά όπως εύστοχα παρατήρησε ο librofilo εκείνος τον διάβαζε πριν ακόμα γεννηθούμε εγώ ή ο no14me.


15/2/13

«Το Γεύμα», Μίνως Ευσταθιάδης & Κάτριν Λίγκμαν





Με δυσκολεύει η ιδέα να γράψω για ένα έργο θεατρικό∙ αυτά είναι φτιαγμένα για να τα αναπαριστούν ηθοποιοί, τα κείμενά τους είναι γεμάτα σκηνικές οδηγίες, χάνονται οι αποχρώσεις με τους διαλόγους. Τελευταία σα να άλλαξα γνώμη, τη βιβλιοθήκη μου ως τώρα δεν την κοσμούσαν παρά τα θεατρικά του Τσέχωφ, μα ίσως αυτό να είναι αδικία.

 Διάβασα το «Γεύμα» του Μίνωα Ευσταθιάδη αφού το είδα παιγμένο. Παραδόξως με συγκίνησε το κείμενο σχεδόν όσο και η ίδια η παράσταση. Μου αρέσει πως ένα έργο έλληνα συγγραφέα – όχι κωμωδία- βρήκε στέγη, έστω και μέσω διαγωνισμού, στην ελληνική σκηνή. Και πως, αν δεν ήξερα πως προέρχεται από έναν άνθρωπο που δεν έχει γράψει ξανά θέατρο, ούτε καν θα το καταλάβαινα.

              Η πλοκή έχει κανιβαλιστικό χαρακτήρα, οι τρεις κεντρικοί ήρωες βασανίζουν ο ένας τον άλλο με τον πιο απλό τρόπο, συνυπάρχουν σε μια μίζερη καθημερινότητα. Η δράση εξελίσσεται σε ένα παραλιακό ταβερνάκι, ο μάγειρας και ιδιοκτήτης είναι στα όρια της οικονομικής κατάρρευσης, οι προμηθευτές του δεν του δίνουν πια τίποτα, του έχουν κόψει και το ρεύμα. Η μια του κόρη- η σερβιτόρα- είναι ένα πλάσμα κυνικό, κάπως ευαίσθητο, βουλιαγμένο στην ευεργετική αναισθησία των ουσιών, για να μη σκέφτεται την πραγματικότητα. Η άλλη- η Μαρία- έχει βαριά νοητική στέρηση, μιλά μονάχα αποσπασματικά και ακατάληπτα- σέρνει μαζί της μια κούκλα. Όταν πια έχουν φτάσει στο έσχατο οικονομικό σημείο και δεν υπάρχουν στο ψυγείο παρά παγωμένα μακαρόνια,  παίρνει τηλέφωνο ο «πρόεδρος» και κλείνει τραπέζι για τριάντα άτομα. Ο κρεοπώλης- που συχνά του κουνιέται η σερβιτόρα για τη δόση της- αρνείται να τους δώσει βερεσέ, ρεύμα δεν υπάρχει, μόνο ο μανάβης τους δίνει έναντι. Και τότε ο μάγειρας θα έχει μια ιδέα για το πώς θα βρούνε κρέας.

Είναι μια ιστορία καθημερινότητας, ώσπου να κάνει την υπέρβαση, ένα κείμενο καλογραμμένο, με οικονομία, που ανεβάστηκε σωστά. Οι άνθρωποι στο θέατρο Άρτι που διοργάνωσαν τον διαγωνισμό για νέους συγγραφείς σεβάστηκαν το έργο που κέρδισε, του συμπεριφέρθηκαν με σοβαρότητα∙ θα χαιρόμουν αν έβλεπα το εγχείρημα να επαναλαμβάνεται. Κι ακόμα είναι ένα έργο που, παραδόξως για θεατρικό, βρήκε εκδοτική στέγη και μου έδωσε τη δυνατότητα να αναθεωρήσω κάποια από τα στερεότυπά μου ως αναγνώστης.   

«Το Γεύμα», Μίνως Ευσταθιάδης & Κάτριν Λίγκμαν, εκδ. δήγμα, 2012, σελ.72 

* Το κείμενο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά  στο ηλεκτρονικό λογοτεχνικό περιοδικό bookstand.



13/2/13

To kindle από (σχετικά) κοντά



Το Σάββατο που μας πέρασε ο Μιχάλης Καλαμαράς, ή αλλιώς γνωστός ως ηλεκτρονικός αναγνώστης, διοργάνωσε μια μικρή μάζωξη για καφέ και γνωριμία με το kindle. Εγώ ως άσχετη- δεν είχα δει ως τότε kindle στη μούρη- αποφάσισα να το τολμήσω και να πάω. Πέρα λοιπόν από τις όποιες ψυχολογικές ενστάσεις μου, o e-reader είναι  ένα όμορφο μαραφετάκι, η οθόνη του δεν κουράζει, το εσωτερικό του φως σε βοηθά τη νύχτα στα αεροπλάνα, τα βαπόρια, τα τρένα και τα λεωφορεία, είναι μια ελαφριά κομψή συσκευή που μπορείς να έχεις στην τσάντα σου μαζί με το άρωμά σου. Είναι όμως αυτή η συσκευή βιβλίο; Η απάντηση είναι όχι- τουλάχιστον ακόμα.

Δυο βασικοί περιορισμοί κάνουν τον e-reader απρόσιτο στην ελληνική αγορά. Για αρχή τα e-books των περισσότερων ελλήνων εκδοτών –τη εξαιρέσει δυο εξ αυτών- είναι κλειδωμένα με αποτέλεσμα να μην μπορούν να διαβαστούν στο kindle παρά μόνον αν κανείς μπει στο κόπο παράνομα να τα ξεκλειδώσει. Δηλαδή δίνεις τα ωραία σου λεφτά για να αγοράσεις το βιβλίο (σε τιμή όχι και φοβερά μειωμένη σε σχέση με τη χάρτινη έκδοση) και μετά το διαβάζεις παράνομα στη συσκευή σου. Ε; Το δεύτερο είναι ακόμα χειρότερο, κανένα χειροπιαστό τούβλινο κατάστημα δεν πουλά καμία συσκευή e-reader στην Ελλάδα. Αν θέλεις να το δεις πριν το πάρεις πρέπει να έχεις κάποιον φίλο που να το έχει ή να πας σε μια μάζωξη του Μιχάλη, όπως εγώ. Φέξε Μάη μου να φας τριφύλλι.

Αν τώρα είσαι διατεθειμένος να δώσεις λεφτά από την πιστωτική σου κάρτα για να πάρεις μια συσκευή που δεν έχεις δει και ακουμπήσει πριν και να διαβάζεις κυρίως στα αγγλικά, τότε έχει σαφώς χρησιμότητα. Το ίδιο αν εκπονείς κάποια εργασία που απαιτεί πολύ reference στα αγγλικά που βαριέσαι να κουβαλάς μαζί σου. Για μας του υπόλοιπους μελανωμένους χαρτοπόντικες η συσκευή στέκει μόνον σα gadget, ένα όμορφο βοήθημα που που και που δίνει ευχαρίστηση, αλλά δεν πρόκειται να είναι η βασική πηγή ηδονής. Αν στο μέλλον αρθούν οι περιορισμοί της ελληνικής αγοράς, πιθανολογώ πως δε θα γλιτώσουμε από τους e-readers στη ζωή μας. Αν είναι καλό ή κακό μένει να αποδειχθεί. Για το παρόν πάντως, παραμένω αμετάπιστα χαρτική.

Υ.Γ. Η φωτό είναι κλεμμένη από ανάρτηση του Μιχάλη και εννοείται πως τον ευχαριστώ για την ευκαιρία να δω τη συσκευή από κοντά. 

11/2/13

"Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου", J.W. Goethe





Ανοίγοντας κανείς τα «πάθη του νεαρού Βέρθερου» του Γκαίτε δεν μπορεί παρά να αναρωτηθεί κατά πόσο διαβάζεται ακόμα με μια σχετική ευχαρίστηση ένα βιβλίο που γράφτηκε 1774, πώς και με τί θα ταυτιστεί. Κι όμως, αν προσεγγίσεις το βιβλίο σα λογοτεχνία κι όχι σαν μια αρχαιολογία, τότε θα συνειδητοποιήσεις πως ο καταπιεσμένος έρωτας του Βέρθερου για μια γυναίκα που ξέρει από την αρχή πως δεν μπορεί να έχει είναι αρκετά σύγχρονος για να συγκινήσει.

Ο Βέρθερος είναι ένας ευαίσθητος νέος, με πολλά ψυχικά αλλά και ακαδημαϊκά χαρίσματα που καταφτάνει σε μια πόλη σχετικά μικρή για να ξεφύγει από έναν ατυχή έρωτα. Εκεί περνά τη μέρα του κυρίως γυρίζοντας στη φύση και ζωγραφίζοντας που και που, αλλά ταυτόχρονα γνωρίζεται με τους ανθρώπους. Σε έναν χορό θα συνοδέψει κάποιες κοπέλες, ανάμεσά τους και τη νεαρή Λόττε, που ενώ ξέρει πως είναι λογοδοσμένη, θα ερωτευτεί παράφορα. Οι δυο νέοι κορτάρουν σχετικά αθώα, αν και ο Βέρθερος δίνεται ψυχή τε και σώματι σε αυτήν την σχέση, και δεν σταματούν να έχουν επαφές ακόμα κι όταν καταφτάνει ο αρραβωνιαστικός της Λόττε ο Άλμπερτ, ο οποίος δεν είναι αντιπαθής, αντιθέτως συχνά οι τρεις νέοι κάνουν όλοι μαζί παρέα.

Καθώς το πάθος του για τη Λόττε εξελίσσεται, ο Βέρθερος καταλαβαίνει πως δεν μπορεί να συνεχιστεί η κατάσταση κι αποδέχεται μια ανιαρή θέση δίπλα σε κάποιον πρέσβη για να φύγει. Εκεί η μονοτονία της δουλειάς, το κοντόφθαλμο αφεντικό του αλλά κυρίως η καλλιτεχνική φύση του δεν τον αφήνουν να στεριώσει. Κι έτσι γυρνά πίσω στη Λόττε που εν τω μεταξύ έχει παντρευτεί τον Άλμπερτ.

Το μυθιστόρημα είναι γραμμένο σε μορφή επιστολών που στέλνει ο νεαρός Βέρθερος σε έναν φίλο του, ενώ ο αφηγητής Γκαίτε που συγκέντρωσε αυτές τις επιστολές παρεμβαίνει λίγο, κυρίως στο δεύτερο μέρος. Είναι ένα κείμενο ευκολοδιάβαστο και συγκινητικό, μιλά για τον ανεκπλήρωτο έρωτα με μια πολυπλοκότητα και σαφήνεια που θα περίμενε κανείς από κάποιον του δικού μας καιρού. Κάτω από τα στρώματα του πάθους του Βέρθερου για τη Λόττε εμφανίζεται ο χαρακτήρας του, η ευαισθησία, η επιπολαιότητα, η ορμή του, η ανάγκη του να υπάρξει πέρα από τα συμβατικά πλαίσια κι όμως η συνεχής προσκόλλησή του σε αυτά∙ ως το δραματικό φινάλε.

Απόλαυσα τα πάθη του σα να ήτανε δικά μου, φρίκιασα μαζί του στην δημοσιοϋπαλληλίστικη θέση του, αγάπησα και μίσησα διαδοχικά τον σύζυγο-αντίζηλο. Περιέργως τις μέρες που το διάβαζα, το βιβλίο ακολουθούσε τις διαθέσεις μου (ή εγώ του Βέρθερου) και μου δημιουργούσε μια έντονη προσμονή, ακόμα κι αν ήξερα το τέλος, γιατί αποκαλύπτεται στην εισαγωγή. Μάλλον τελικά –στο βάθος- είμαι μια ρομαντική ψυχή.

«Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου», Γκαίτε, μετ. Στέλλα Νικολούδη, εκδ. Άγρα, σελ. 344

Υ.Γ.  Η έκδοση των εκδόσεων Άγρα, αν και εξαιρετικά προσεγμένη και πλήρης, στην αρχή με αποπροσανατόλισε. Γύρεψα να διαβάζω παράλληλα και τις (υπερβολικά πολλές) σημειώσεις κι αυτό μου χαλούσε τη ροή της ανάγνωσης. Μόλις άρχισα να τις αγνοώ κατάφερα να απολαύσω το κείμενο. 



9/2/13

"στεγνό στόμα", Νεφέλη Δημελή





Τα διηγήματα της Νεφέλης Δημελή στη συλλογή «Στεγνό στόμα» είναι αρτιότατα, χτίζουν με σύνεση την ιστορία κι έπειτα κάποτε την αποδομούν κι άλλοτε την οδηγούν στα άκρα. Το γράψιμο έχει ενδιαφέρον και το βιβλίο γίνεται πολύ ευκολοδιάβαστο χάρη στην ενότητα της θεματολογίας. Αν κάτι θα είχα να παρατηρήσω θα ήταν μια τάση προς το διδακτισμό∙ το τέλος μας δείχνει το καλό μέσα στην μαυρίλα ή τιμωρεί τον άδικο.

Τα αγαπημένα μου διηγήματα της συλλογής είναι το «Γεύσεις πολέμου», όπου μια ομάδα ανθρώπων είναι κλεισμένοι σε ένα υπόγειο για να γλιτώσουν από τον λιμό, και τρέφονται από τους συντρόφους τους που πεθαίνουν, το «Μαύρο νερό» που μας διηγείται την ιστορία της μικρής Έσπε, που μεγάλωσε σε ένα ορφανοτροφείο στο Μπουένος Άιρες κι έγινε μεγάλη και διάσημη χορεύτρια, και η «Νεράιδα του Σεπτέμβρη» όπου μια νεαρή δολοφόνος μας αφηγείται τη δική της πλευρά των γεγονότων.

Η συλλογή είναι βασισμένη στο φανταστικό, χωρίς να γίνεται τρόμου, η συγγραφέας αγαπά μάλλον πολύ το μεταφυσικό. Τα θέματά της θα μπορούσαν να είναι κοινότοπα, αλλά έχουν πάντα μια κρυφή πτυχή. Κι αν αυτό είναι το πρωτόλειό της, θα ήθελα να δω και τα επόμενα.  

«στεγνό στόμα», Νεφέλη Δημελή, εκδ. Χαραμάδα, 2012, σελ.98


7/2/13

Αυθορμητισμού και υπολογισμού γωνία






Τα τελευταία χρόνια διαβάζω πιο συστηματικά από άλλοτε, αλλά δεν παύει να είναι κάπως χαοτικός ο τρόπος, κι αρκετές φορές παρορμητικός που αγοράζω τα βιβλία και μετά τα διαβάζω. Ξέρω πολλούς που πια με συμβουλεύουν να μετριάσω τον αυθορμητισμό μου, να γράφω πιο μακροσκελείς αναρτήσεις, να διαβάζω τι έχει γράψει ο τάδε ή ο δείνα πριν να πω την άποψη μου, να ψάχνω έστω κάπως τη βιογραφία του συγγραφέα για να μην κάνω κανένα λάθος. Μέσα σε αυτό το blog έχω ποστάρει κατά καιρούς ένα σωρό απορίες, έχω κάνει λάθη, με έχουν διορθώσει, λοιδορήσει, μου έχουν προτείνει, έχω μάθει κι έχω τσακωθεί. Ε, λοιπόν αρνούμαι να βάλω πρόγραμμα, ακόμα και να υποσχεθώ σε κάποιον πως θα διαβάσω το βιβλίο του, βαριέμαι να ξέρω τι θα είναι το επόμενο, να διαβάζω κριτικές για να κάνω μια μίξη τους, να ακολουθήσω την πεπατημένη.

Μου αρέσουν οι εν θερμώ αναρτήσεις, αυτές που δεν απέχουν πάνω από μια μέρα από το τέλος της ανάγνωσης, δεν γυρεύω τα εύσημα του «κριτικού», δεν μου αρέσουν καν οι κριτικές τις περισσότερες φορές. Είναι μικρά σχόλια, η γεύση που μου έμεινε, σημειώματα στον εαυτό μου και εσχάτως και σε άλλους, μια μικρή μπουκιά ανάγνωσης. Το blog με έχει βάλει σε αναγνωστικό ρυθμό και το ευγνωμονώ για αυτό, μου γνώρισε τόσους ανθρώπους που κάποιοι έγιναν ακόμα και καθημερινοί μου σύντροφοι, φίλοι που δεν υπολόγιζα να βρω στα 35 μου, αλλά δεν παύει να είναι μια ερασιτεχνική προσπάθεια, ενίοτε απλά και μόνον η ψυχοθεραπεία μου. Συγκρατούμαι τον τελευταίο καιρό με την πολιτική επικαιρότητα και δεν την σχολιάζω από εδώ γιατί δεν χρωστάει τίποτα ο καθένας που θέλει να διαβάσει ένα βιβλίο και ψάχνει μια γνώμη να πρέπει να υποστεί παράλληλα και τις απόψεις μου για τη ζωή. Όμως το Διαβάζοντας δεν είναι αρχείο, και δεν είναι περιοδικό, δεν είναι τίποτα άλλο εκτός από ένα κομμάτι δικό μου. Κι αν που και που το χρησιμοποιώ ως μέσω πίεσης για να βάλουμε μια ακόμα βιβλιοθήκη στο σαλόνι (λέω εγώ τώρα…), αυτό δεν σημαίνει πως μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως μοχλός για οτιδήποτε άλλο.   




6/2/13

"'Ορυξ και Κρέικ", Margaret Atwood




Με τα βιβλία «Όρυξ και Κρέικ» και "H Χρονιά της πλημμύρας» διέπραξα ένα -μάλλον μη κλασικό- αναγνωστικό λάθος, διάβασα πρώτα το sequel. Αυτό μόνον στα λόγια είναι πρόβλημα, γιατί τα δυο βιβλία στέκονται ανθύπαρκτα, κινούνται στην ίδια φανταστική σφαίρα, αλλά στην πραγματικότητα λίγη σχέση έχουν το ένα με το άλλο. Το «Όρυξ και Κρέικ» είναι κλάσεις ανώτερο, αλλά αυτό  συμβαίνει συχνά σε ταινίες και βιβλία που ο δημιουργός αποφασίζει να επενδύσει στην ίδια ιδέα∙ το πρωτογενές υλικό είναι καλύτερο.

Ας επικεντρωθώ λοιπόν στο ίδιο το βιβλίο γιατί το αξίζει. Πρόκειται για μια δυστοπία, από αυτές που η Άτγουντ ξέρει να χειρίζεται με κλειστά μάτια, για ένα σύμπαν αλλόκοτο μεν, όχι όμως τόσο μακρινό ούτε δύσκολο να φανταστείς, όπου η γενετική έχει ξεφύγει από τα όρια, δημιουργούνται συνεχώς καινούργια είδη στα εργαστήρια, χαζοί συνδυασμοί όπως τα ρακουνάβια*, κι άλλοι επικίνδυνοι όπως τα τσακαλόσκυλα και τα οργούνια (γουρούνια με ανθρώπινο DNA) ώσπου ένας άνθρωπος, ο Κρέικ, αποφασίζει να φτιάξει ένα νέο είδος ανθρώπου.

Ήρωας του μυθιστορήματος είναι ο Χιονάνθρωπος ή αλλιώς Τζίμι, κολλητός του Κρέικ από τα μαθητικά τους χρόνια που στάθηκε δίπλα του όσο αυτός σχεδίαζε έναν εφιάλτη και τελικά βρέθηκε να ζει την καταστροφή που ενορχήστρωσε ο φίλος του. Τον παρακολουθούμε όσο προσπαθεί να τα βγάλει πέρα σε έναν κόσμο που δεν φαίνεται κανείς άλλος homo sapiens sapiens να έχει επιζήσει και οι μόνοι οργανισμοί είναι τα γενετικά τροποποιημένα «παιδιά του Κρέικ»- άντρες και γυναίκες απαλλαγμένοι από τα πάθη των πιο παλιών που τρέφονται μόνο με βολβούς και ρίζες, δεν έχουν την αίσθηση της ιδιοκτησίας, του αρχηγού, δεν θα μάθουν ποτέ να καλλιεργούν ή να δημιουργούν κι έχουν οίστρο μόνο μια φορά το χρόνο οπότε και το αιδοίο των γυναικών γίνεται μπλε και την διεκδικούν όλοι οι άντρες στη σειρά κουνώντας τους επίσης μπλε φαλλούς τους- και τα "παιδία της Όρυξ", τα αλλόκοτα ζώα και φυτά του εργαστηρίου.

Ο Τζίμι είναι ένας ολοκληρωμένος χαρακτήρας, πράγμα σπάνιο σε δυστοπικά μυθιστορήματα, ένας άνθρωπος που πονά αλλά δε διστάζει να πει την ιστορία του. Ο Κρέικ συμβολίζει την αλαζονεία, την αυτιστική προσκόλληση στο "επόμενο στάδιο" και η Όρυξ, η μικρή πόρνη που καταλήγει μια μικρή θεά μητέρα-φύση, ίσως το πιο καλό αστείο όλου του βιβλίου. Το μυθιστόρημα είναι έξυπνα στημένο αφηγηματικά, οι σκηνές του χαώδους παρόντος εναλλάσσονται με αυτές του αμαρτωλού παρελθόντος και το τέλος αφήνει να αχνοφαίνεται μια ελπίδα.

Στη σχετικά γρήγορη ανάγνωση που επιτρέπει η ροή της αφήγησης χάρηκα το πως εξελίσσεται η ιστορία, τους προβληματισμούς της Άτγουντ για τον πλανήτη και τη γενετική, τον τρόπο που είναι δομημένη η κοινωνία, το αν τα ανθρώπινα "ελαττώματα" είναι πραγματικά τέτοια, δεν βαρέθηκα στιγμή. Το βιβλίο δεν παίρνει σαφή πολιτική θέση κι αυτό είναι από τα μεγαλύτερα ατού του. Κι αν κι έχω κλίση πως αυτού του τύπου τα μυθιστορήματα και δεν μπορώ να είμαι αντικειμενική, νομίζω πως το«Όρυξ και Κρέικ» είναι από αυτά που κανείς αξίζει να διαβάσει στη ζωή του.   

*στη "Χρονιά της Πλημμύρας" μεταφράζονται ρακουνασβοί

"Όρυξ και Κρέικ", Μάργκαρετ Άτγουντ, μετ. Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Ωκεανίδα, 2004, σελ. 570


Υ.Γ. Η μετάφραση του "'Ορυξ και Κρέικ" μου φάνηκε καλύτερη.


3/2/13

Η διστακτικότητα των αποφάσεων


Τον τελευταίο καιρό είχα κάπως κουμαντάρει τη στάκα με τα αδιάβαστα, αριθμούσε καμιά δεκαπενταριά βιβλία, οι βιβλιοθήκες μου που από καιρό έχουν γεμίσει φαίνονταν κάπως πιο συμμαζεμένες κι είχα μια σαφή ιδέα τι θέλω να διαβάσω έπειτα. Μετά ήρθαν η προσφορές δυο μεγάλων οίκων (που θα ήταν κρίμα να μην τις εκμεταλλευτώ) καθώς και το παζάρι που τόσο ελεεινολογώ αλλά φέτος μου βγήκε καλά. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα συσσώρευση βιβλίων που θέλω να διαβάσω∙ κάποτε και όχι κατ’ ανάγκη τώρα.

Στέκομαι μπροστά στην εντελώς πια ατακτοποίητη βιβλιοθήκη μου (το αγαπημένο χόμπι του σκίουρου ήταν για καιρό να «εκκενώνει» όσα ράφια έφτανε) και δεν έχω ιδέα ποιο βιβλίο θα ακολουθήσει. Μου αρέσει το ένα, με γλυκοκοιτάει το δεύτερο, ενώ στην πραγματικότητα θα ήθελα να κάνω μια παραγγελία γιατί νομίζω πως θα ήθελα να διαβάσω ένα τρίτο. Συγκρατούμαι και αρκούμαι απλά να σημειώνω ονόματα βιβλίων και συγγραφέων στην περιβόητη «λίστα των επιθυμητών» κι ακόμα δεν αποφασίζω τι θα κάνω- το ότι ο μήνας μόλις άρχισε κι έχω ακόμα λεφτά στα χέρια μου δε βοηθάει. Κι έτσι καταλήγω μια άπιστη μοιχαλίς. Εκεί που διαβάζω ένα μυθιστόρημα μες στη μέρα, το βράδυ μόλις κάτσω στον καναπέ με καλεί ένα διήγημα, ένα ποίημα, κάτι μικρό και κομψό, παρατάω το μεγάλο μυθιστόρημα – που άλλοτε μου φαινόταν η μόνη παρηγοριά στη θλίψη- κι αρχίζω κάτι άλλο.

Η κατάσταση μού δημιουργεί εκνευρισμό, απηχεί σε μεγάλο βαθμό το τι γίνεται αυτόν τον καιρό μες στο κεφάλι μου- μεγάλες ανακατατάξεις, φουρτούνες κατά φαντασίαν, ολόκληρα σχέδια για το πώς θα μπορούσε να αλλάξει η ζωή μου. Κι έπειτα αναποφασιστικότητα, μήπως θα ήταν καλύτερα να κάτσω στα αυγά μου, στα γνωστά και οικεία, που κι αυτά τα καλά τους τα έχουν και με έθρεψαν τόσα χρόνια -μήπως τελικά είμαι άνθρωπος μόνο των μεγάλων μυθιστορημάτων;


Υ.Γ. Η φωτό είναι χαρακτηριστικό δείγμα του χάους.... 

2/2/13

"H μύτη", Nikolaj Gogol





Μάλλον από τα πιο αστεία και ενδιαφέροντα διηγήματα που έχω διαβάσει στη ζωή μου, «Η μύτη» του Νικολάι Γκόγκολ, είναι ένα κείμενο απολαυστικό που σε αναγκάζει να μην το αφήσεις από τα χέρια σου μέχρι να τελειώσει. Η έκδοση στην οποία το διάβασα περιείχε και μια εικαστική συλλογή εμπνευσμένη από το θέμα που πολύ ταίριαζε στον σκαμπρόζικο χαρακτήρα του κειμένου.

Ο Ιβαν Γιακόβλεβιτς, ένα μπεκρής μπαρμπέρης ολίγον μούτρο, ξυπνά μια μέρα και μέσα στο καρβέλι το ψωμί του βρίσκει μια μύτη. Ευθύς την αναγνωρίζει, είναι ενός τακτικού του πελάτη, του υπουργικού παρέδρου Κοβαλιόφ, μα δεν μπορεί να καταλάβει ούτε πως βρέθηκε μες στο αγοραστό ψωμί, ούτε τι θα κάνει με το εύρημά του. Παράλληλα ο νεαρός πάρεδρος, που υπολογίζει σε έναν καλό γάμο, ξυπνά και διαπιστώνει πως στο σημείο της μύτης του βρίσκεται μια λεία επιφάνεια και πώς η μύτη έχει εξαφανιστεί.

Το πώς κινείται ο Κοβαλιόφ για να ξαναβρεί τη μύτη του αλλά και το τέλος του διηγήματος είναι ξεκαρδιστικά. Παραδίδουν όμως ταυτόχρονα κι ένα μάθημα λογοτεχνίας, γιατί μέσα από αυτή την ιδιότροπη και αδύνατον με ρεαλιστικό τρόπο να λυθεί ιστορία, ο Γκόγκολ καταφέρνει να παντρέψει το αδιέξοδο με τη φαντασία. Η πραγματικότητα αποδομείται, γίνεται αντικείμενο σάτιρας και χλευασμού και τελικά αποδυναμώνεται τελείως, θυμίζοντας μας την πραγματική, παράλογη, ζωή που ζούμε. Μέσα από το αδιανόητο γίνεται ακόμα πιο φανερό πως οποιαδήποτε στιγμή το παράλογο μπορεί να μας χτυπήσει την πόρτα, κι όλοι θα είναι εκεί να το συγκαλύψουν, να το χλευάσουν και τελικά να το ξεπεράσουν.

«Η μύτη», Νικολάι Γκόγκολ, μετ. Κώστας Μηλτιάδης, εκδ. Κοροντζή, 2007, σελ.72