30/3/13

Σήμερα στις 2 ακούστε amagi. Είναι για καλό σκοπό...



Σήμερα στην εκπομπή Booktalks του librofilo 2-4μ.μ. στο Amagi radio, θα είμαστε καλεσμένοι με τον no14me, σε μια δίωρη κουβέντα για βιβλία, αγαπημένους συγγραφείς και πολλά άλλα. Κληρώνονται 2 βιβλία του Δημήτρη Νόλλα. Καλή ακρόαση...


29/3/13

Τέσσερα χρόνια Διαβάζοντας


"Να ζήσεις Διαβάζοντας και χρόνια πολλά,
μεγάλο να γίνεις με πόστια πολλά,
παντού να σκορπίζεις της γνώσης το ποστ,
και όλοι να λένε ναι-ειν'τρομερό" *

*Για τους στίχους ευθύνεται ο Humorous Dramer aka JonyG, ο παρών ιστοχώρος ουδεμία ευθύνη φέρει. 



Σήμερα το μπλογκ έχει γενέθλια, κλείνει τα τέσσερα και μπαίνει αισίως στον πέμπτο χρόνο λειτουργίας του. Θα ήταν ψέματα να πω πως δεν είναι μέρος της καθημερινότητάς μου, πως δεν το έχω συνηθίσει. Αλλά θα το πάω ένα βήμα παραπέρα, οι μισοί μου φίλοι – φίλοι με τους οποίους μιλάς καθημερινά και μοιράζεσαι, ε;- προέρχονται πια από το ιστολόγιο. Το άνοιξα σε μια ηλικία μεταίχμιο, εκεί κοντά στα τριάντα, όπου οι παλιές φιλίες δοκιμάζονται. Η βασική μου παρέα είχε σκορπιστεί στα πέντε σημεία του ορίζοντα, ετοιμαζόμουν να παντρευτώ- έμεινα έγκυος τρεις μήνες αφότου ξεκίνησα το Διαβάζοντας- να αλλάξω ζωή. Στα τέσσερα χρόνια που ακολούθησαν οι περισσότεροι από τους κοντινούς μου έγιναν μαμάδες και μπαμπάδες, απέκτησαν κουτσούβελα και μια καθημερινότητα πιεσμένη, δύσκολη, που δεν επέτρεπε πολλά περισσότερα από ένα φαΐ τις Κυριακές τα μεσημέρια βιαστικό χωρίς καφέ γιατί όλο και κάποιο μωρό έπρεπε να κοιμηθεί για να μη χαλάσει το πρόγραμμά του. Κι εγώ με τον καιρό βαρέθηκα τις μαμαδοκουβέντες, τις συζητήσεις για τα οικονομικά μας, την ανεργία μας, την πίεση στη δουλειά μας. Περιχαρακώθηκα γύρω από 4-5 φίλους που με ήξεραν ακόμα και από την ανάσα μου στο τηλέφωνο.

Στην αρχή δειλά κι έπειτα με περισσότερη ένταση άρχισα να μιλάω για βιβλία με άλλους. Αυτή η κουβέντα άλλοτε μου δημιουργούσε αμηχανία- αν μιλούσα με κάποιον που δε διάβαζε ένιωθα ξερόλας, αν μιλούσα με αναγνώστη αισθανόμουν λίγη. Τώρα όμως με το blog άρχισε να μου αρέσει. Σε αυτό έφταιξε και το κατάπτυστο fb και η αμεσότητά του – αν κι όσο το σκέφτομαι μια μόνο φιλία διατηρώ εκεί, τις άλλες τις συντηρούμε στα e-mail, τα τηλέφωνα, τους καφέδες. Ταυτόχρονα, έκανα κι αρκετούς γνωστούς, ανθρώπους δηλαδή που δεν τους βλέπω για ποτό, δεν ξέρουν τα σώψυχά μου όμως κατά καιρούς μιλάω μαζί τους- ή μάλλον αλληλογραφώ. Δεν ξέρω αν το ίντερνετ αποξενώνει τους ανθρώπους, αν τους οδηγεί σε μια στείρα αναζήτηση του λάικ. Για μένα, έφερε το εντελώς αντίθετο. Κι είναι φορές που αν κάτι πολύ προσωπικό μου συμβαίνει δε θα σηκώσω το τηλέφωνο να πάρω την κολλητή μου από το σχολείο, θα σχηματίσω τον αριθμό πιο πρόσφατων φίλων. 


Υ.Γ. Εάν θελήσετε να αφήσετε δωράκι, ξέρετε εσείς, κάθε πρόταση για την επόμενη ανάγνωση είναι ευπρόσδεκτη.


27/3/13

"Η μητρική γλώσσα", Βασίλης Αλεξάκης




Μακράν το καλύτερο βιβλίο του  Βασίλη Αλεξάκη που έχω διαβάσει, «Η μητρική γλώσσα» είναι ένα ταξίδι μαθητείας για τον έρωτα, τη γλώσσα, την πατρίδα, το θάνατο. Αντλώντας προφανώς από τις δικές του εμπειρίες, ο συγγραφέας- στο δεύτερο βιβλίο που έγραψε απευθείας στα ελληνικά- δίνει με τρόπο σαφή τις ανησυχίες του για ένα από τα βασικά ερωτήματα της ζωής∙ πού ανήκουμε και αν ανήκουμε κάπου, γιατί.

Ήρωας ένας σκιτσογράφος που γυρίζει μετά από πολλά χρόνια στο Παρίσι στην Αθήνα. Δεν ξέρει πόσο θα κάτσει, αν θα φύγει σύντομα ή όχι, δεν του έχουν μείνει πολλοί φίλοι στην πατρίδα, με τον πατέρα και τον αδελφό του είχε πάντα μια καλή αλλά κάπως απόμακρη σχέση. Σιγά σιγά όμως θα συνάψει καινούργιους δεσμούς, θα γνωρίσει τους παλιούς συντρόφους καλύτερα και θα μάθει καινούργιους, θα παθιαστεί με την Ελληνική γλώσσα και συγκεκριμενα με το γράμμα Ε, θα γυρίσει, θα αλητέψει, θα συμφιλιωθεί με την αίσθηση πως δεν ανήκει εδώ, αλλά ούτε κι εκεί, με το θάνατο της μάνας του, με τις γυναίκες που περνούν από τη ζωή του. Δε θα ανακαλύψει τίποτα, παρά μόνον ίσως το ποιο σημαντικό, πως είναι αυτός που είναι κι αυτό δεν αλλάζει, ούτε εξηγείται.

Ο ήρωας- αφηγητής είναι εξαιρετικά συμπαθής και εν πολλοίς ολοκληρωμένος χαρακτήρας. Οι άνθρωποι γύρω του βέβαια παραμένουν αρκετά σκιώδεις και μερικές φορές χρειάστηκα κάποια δευτερόλεπτα για να καταλάβω ποιος είναι ποιος και γιατί. Χρειαζόταν ίσως αυτή η παρέλαση χαρακτήρων για να φανεί ανάγλυφα η τυχαιότητα της στιγμής και πως αρκεί ο τόπος και ο χρόνος για να νιώσεις για λίγο κοντά με κάποιον που ίσως να μην ξαναδείς. Το βιβλίο παρ’ όλα αυτά είναι ευκολοδιάβαστο, στο γνώριμο ύφος του Αλεξάκη, και θα το σύστηνα σε όποιον ήθελε να γνωριστεί με το έργο του.

"Η μητρική γλώσσα", Βασίλης Αλεξάκης, εκδ. Εξάντας, 1995, σελ 343

Υ.Γ. Η εμπειρία του να διαβάζω δανεικό βιβλίο ήταν διαφορετική. Ένα σας λέω, παρ' όλο που το αντίτυπο είναι κακοπαθημένο, χρησιμοποίησα σελιδοδείκτη για να μην τσακίσω σελίδα.



25/3/13

"Άγρια παιδιά", Stephen Kelman





Ο θρύλος λέει πως τα "Άγρια παιδιά» του Στήβεν Κέλμαν έγιναν μπεστ-σέλλερ πριν εκδοθούν. Όταν ένας ατζέντης ανακάλυψε το βιβλίο, 12 εκδοτικοί οίκοι κονταροχτυπήθηκαν για τον πρωτοεμφανιζόμενο και ο Bloomsbury έκανε τον Κέλμαν εκατομμυριούχο εν μια νυκτί. Άρα δεν μπορεί παρά να μιλάμε για ένα καλό βιβλίο, που αφορά πολύ κόσμο, και διαβάζεται απνευστί.

Το μυθιστόρημα είναι βασισμένο στην αληθινή ιστορία ενός αγοριού που μαχαιρώθηκε και πέθανε στις άγριες γειτονιές του Λονδίνου. Ο 11χρονος Χάρισον Οπόκου, που μόλις έχει έρθει με τη μητέρα και την αδελφή του από τη Γκάνα, είναι ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής και ήδη από την εναρκτήρια σκηνή του βιβλίου μας μιλά για το «πεθαμένο αγόρι». Η αφηγηματική φωνή είναι εκπληκτική, ο Χάρι με αφέλεια και παρατηρητικότητα μαζί- στην ηλικία μεταίχμιο ανάμεσα στην παιδική και την εφηβική - έχει πολλά να μας πει για τις σχέσεις με τους συνομηλίκους του, τα κορίτσια, τη μάνα του και την υπόλοιπη οικογένειά του- το μωρό, τον πατέρα και την γιαγιά του που είναι ακόμα στη Γκάνα.

Παρακολουθούμε τη βία στην πιο άγουρη μορφή της, τις εφηβικές συμμορίες του Λονδίνου και  το πως διαμορφώνονται και ταυτόχρονα την ιστορία της μετανάστευσης του Χάρι που έχει κι αυτή το ενδιαφέρον της. Βιβλίο που γράφτηκε για μεγάλους, αλλά άνετα θα μπορούσε να αφορά κι εφήβους, είχε, φαντάζομαι, μεγάλες δυσκολίες στη γραφή, γιατί με τα παιδιά υπάρχει πάντα ο κίνδυνος ο αφηγητής να ακουστεί σαν καθυστερημένος. Το μυθιστόρημα είναι καλογραμμένο, αν και στη μέση θεωρώ πως έκανε κοιλιά και με κούρασε. Με αποζημίωσε όμως με ένα εκπληκτικό φινάλε και στην τελική μου άφησε μια καλή ανάμνηση.

Τώρα αν άξιζε ο ντόρος που έγινε για αυτό, το εξαψήφιο νούμερο που άφησε στο συγγραφέα του, καθώς και η υποψηφιότητα για το Booker, μένει να αποδειχθεί από την ιστορία.


"Άγρια παιδιά", Στήβεν Κέλμαν, μετ. Κατερίνα Σχινά, εκδ. Μετάιχμιο, 2011, σελ. 366

Υ.Γ. Η μετάφραση μου φάνηκε εξαιρετική. Είναι δύσκολη δουλειά να μεταφράσεις ένα τέτοιο κείμενο. Από την άλλη πως το "Pigeon English" - που είναι ο αρχικός τίτλος- έγινε "Άγρια παιδιά" με ξεπερνάει....

Υ.Γ.42 Το "Εξαιρετικά δυνατά και απίστευτα κοντά" του Τζόναθαν Σάφραν Φόερ που επιχειρεί περίπου τον ίδιο άθλο της "παιδικής φωνής" είναι για μένα κλάσεις ανώτερο.

22/3/13

Πως να τακτοποιήσετε τη βιβλιοθήκη σας σε δέκα απλά βήματα


Δεν ξέρω αν θυμάστε τη χαρούμενη γκρίνια που είχα κάνει από αυτό εδώ το μπλογκ (είμαι ένα μικρό κατατρεγμένο Κατερινάκι που η κεντρική του βιβλιοθήκη είναι πολύ μικρή για να χωρέσει τα βιβλιαράκια του), αλλά με χαρά αναφέρω πως έπιασε εν μέρει. Εξηγούμαι, δεν έχουμε βρει ακόμα μια μεγάλη βιβλιοθήκη σε λογική τιμή που να ταιριάζει στον απέναντι τοίχο του σαλονιού, που θα έλυνε άμεσα το πρόβλημα- βάλαμε όμως ένα κομμάτι ακόμα στο δωμάτιο του μικρού.

Και τώρα ήρθε η ώρα της ανακατάταξης. Ξέρω πως δεν μου αρέσει να είναι τα βιβλία μου : αλφαβητικά κατά συγγραφέα (όπως στα βιβλιοπωλεία) ή αλφαβητικά κατά τίτλο. Αυτό το τελευταίο είναι σχεδόν ανέφικτο και συν τοις άλλοις δυσκολεύει πολύ το να βρεις θέση στο βιβλίο που έχεις μόλις διαβάσει. Οι τοποθετήσεις κατά χρώμα, ύψος, σχήμα είναι για τους διακοσμητές, προφανώς. Ξέρω πολλούς που ακολουθούν τη χρονολογική μέθοδο, ανάλογα με την ημερομηνία έκδοσης ( στην Ελλάδα αυτό είναι ένα θέμα- μετράει η ημερομηνία πρώτης έκδοσης του βιβλίου, της μετάφρασης, της επανέκδοσης; ) και άλλους που ακολουθούν την αυτοβιογραφική χρονολογική, γράφουν στην πρώτη σελίδα πότε πήραν το βιβλίο και τα τοποθετούν έτσι. Αγαπώ το χάος, αλλά όχι τόσο.




Κι έτσι μένουμε στην παλιά, εμπειρική δικιά μου. Ένας πρώτος χοντρικός διαχωρισμός κατά θέμα (Ποίηση, Φιλοσοφία, Θέατρο, Λογοτεχνία). Εύκολα πράγματα μιας και τα τρία πρώτα μαζί βία να πιάνουν ένα μεγάλο ράφι. Και μετά μπαίνουμε στα δύσκολα. Λογοτεχνία. Μπήκα κάποτε στον πειρασμό να χωρίσω τα βιβλία μου κατά λογοτεχνικό ρεύμα, αλλά γρήγορα ανακάλυψα πως αυτό είναι ανέφικτο. Οπότε μένει η λύση κατά χώρα. Ξεσκαρτάρουμε πρώτα τους Έλληνες. Τα εναπομείναντα μελό πάνε αποθήκη (βρήκα μια Ομηρόλη!), έπειτα ξεκινάμε χρονολογικά, γιατί θα ήτο περίεργο το Ίσλα Μπόα να βρεθεί δίπλα στο Λάθος και τα Χαστουκόψαρα παρέα με τον Κοσμά Πολίτη. Αυτό παρουσιάζει ένα πρόβλημα, ας πούμε με τα βιβλία του Βασιλικού, του Κουμανταρέα, του Μάτεσι που εκτείνονται σε ένα βάθος χρόνου. Δε χωρίζω βιβλία συγγραφέων, πηγαίνουν όλα μαζί, ανάλογα με το ένστικτό μου.

Και τώρα λατρεμένη ξένη λογοτεχνία. Αποφάσισα να «εξορίσω» την Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη  καθώς και τη Ρωσία στο δωμάτιο του μικρού. Παρουσιάζονται προβλήματα, ο Προυστ καταλήγει επικίνδυνα κοντά με τον Πασκάλ Μπρυκνέρ, αλλά δεν βρίσκω τρόπο αντιμετώπισης. Στου σαλονιού θα παραμείνουν Βόρεια Αμερική και Αγγλία, Λατινική Αμερική και Ισπανία-Πορτογαλία- Ιταλία. Κι εδώ ο Όστερ καταλήγει μόνο ένα ράφι μακριά από την Βιρτζίνια Γουλφ, αλλά μοιάζει κάπως πιο ταιριαστό. Μόνο οι Λατίνοι με χαροποιούν, ο Μπόρχες κάνει παρέα στον Κορτάσαρ και τον Μπολάνιο, ο Σαραμάγκου βρίσκεται κοντά στον Βίλα- Μάτας. Ανακάλυψα πως έχω ακόμα το «Μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι» και δεν μπορώ να αποφασίσω αν θα το εξορίσω στο υπόγειο ή θα το δώσω. Ψιλοντρέπομαι.    

Όπως καταλάβατε το σπίτι έμοιαζε σαν βομβαρδισμένο μια εβδομάδα τώρα και θα συνεχίζει να έχει στοίβες βιβλία κάτω για κανένα μήνα( με γρήγορους υπολογισμούς). Δεν αποφάσισα ακόμα να κρατώ αρχείο με τα βιβλία που έχω – έστω ένα excel. Η αποδελτίωση αυτή τη στιγμή θα μου φαινόταν βουνό, άσε που θα έδειχνε την ένδεια της βιβλιοθήκης μου. Κι ο Β. όταν είδε πόσα είναι τα αδιάβαστά μου με απείλησε με εμπάργκο στις παραγγελίες….



20/3/13

"Ο άρχοντας των μυγών", William Golding






Το γιατί δε διάβασα τον «Άρχοντα των μυγών» νωρίτερα δε μπορώ με ακρίβεια να το προσδιορίσω. Δεν ήταν φυσικά πως δεν είχα ακούσει τον συγγραφέα ή τον τίτλο, απλά έτυχε. Όταν φιγουράρισε στις προσφορές, το τσίμπησα, όμως και πάλι μεταφέρθηκε στον πάτο της λίστας με τα αδιάβαστα και έκανα κοντά ένα τρίμηνο να το θυμηθώ.

«Ο Άρχοντας των μυγών» είναι ένα εκπληκτικό μυθιστόρημα, ευκολοδιάβαστο, με πλοκή, ιστορία, ήρωες ολοκληρωμένους. Αλλά κυρίως είναι μια χαρτογράφηση της ανθρώπινης ψυχής στους πιο «αγνούς» της εκπροσώπους, τα παιδιά, και στην πιο άγρια μορφή της, μακριά από το λούστρο του πολιτισμού.

Ένα αεροπλάνο συντρίβεται σε ένα νησί και επιζώντες είναι μόνο παιδιά. Ο Ραλφ, ξανθός, δυνατός στο κορμί και καλός στο κολύμπι και ο Πίγκυ, ένας χοντρούλης γυαλάκιας που πάσχει από άσθμα είναι οι πρώτοι δυο που βρίσκονται. Εντοπίζουν ένα κοχύλι που κάνει για βούκινο και καθώς ο Ραλφ το φυσά μαζεύονται σιγά σιγά κι υπόλοιποι, πιτσιρίκια κοντά στα έξι, λίγα μεγάλα παιδιά ακόμα και η χορωδία, ντυμένη με τις μαύρες τηβέννους της, σε πλήρη παράταξη και επικεφαλής τον Τζακ. Τα παιδιά συμφωνούν πως πρέπει να εκλέξουν αρχηγό – και διαλέγουν με συνοπτικές διαδικασίες τον Ραλφ γιατί κρατά το βούκινο- να οργανώσουν ομάδες κυνηγιού, να ανάψουν μια μεγάλη φωτιά για να φαίνεται ο καπνός από μακριά, μπας και τους βρουν και να φτιάξουν καταλύματα.

Όλα φαίνονται ειδυλλιακά, αλλά εκεί, μες στο σχετικά φιλόξενο νησί που τους δίνει τους καρπούς του αφειδώς, έχει γουρούνια για κυνήγι και νερό άφθονο για να μην διψάσουν, αρχίζουν σιγά σιγά τα ανθρώπινα ένστικτα να εμφανίζονται. Για αρχή, τα μικρά τεμπελιάζουν, δε βοηθούν στο χτίσιμο των καταλυμάτων, παίζουν και τρώνε φρούτα. Μετά ο Τζακ ανακαλύπτει τη χαρά του να σκοτώνεις ένα γουρούνι και τη δύναμή του. Τα πάντα μοιάζουν παιχνίδι εξουσίας, η φωνή της λογικής του Πίγκυ χάνεται μέσα σε χάχανα για το βάρος και το άζ-μα του, ο Ράλφ στην αρχή συμμαχεί με τον Τζακ αλλά μετά βλέποντας την κατάσταση να ξεφεύγει αλλάζει ρότα.

Ακόμα και στη σημερινή κοινωνία οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα παιχνίδι εξουσίας και επιβολής. Τα αγόρια στον Άρχοντα των μυγών δίνουν ανάγλυφα αυτή την αίσθηση, χωρίς καν να το καταλάβουμε, δίχως να χρειαστεί να αναρωτηθούμε γιατί. Αρκεί ένας καυγάς για τη δύναμη, κι έπειτα η συσπείρωση στρατοπέδων και ο πόλεμος δεν αργεί. Στο νησί ναυαγοί ήταν μονάχα αγόρια, αν στην εξίσωση βάζαμε και κανένα κοριτσάκι, τότε η πλοκή του «Άρχοντα των μυγών» θα έμοιαζε πολύ με την αρχή του πολιτισμού μας.

 "Ο Άρχοντας των μυγών", Γουίλιαμ Γκόλντινγκ, μετ. Ρένα Χατχουτ, εκδ. Καστανιώτη, 2010, σελ. 222

Υ.Γ. Κι όταν λέω προσφορά, το εννοώ, 1,78€....




18/3/13

"Εμείς", Yevgeny Zamyatin




Το «Εμείς» του Γεβγκένι Ζαμιάτιν είναι μια κλασική δυστοπία, που αν και γράφτηκε το 1920 δε φαίνεται έναν αιώνα μετά να έχει χάσει τίποτα από τη φρεσκάδα της. Λέγεται πως αποτέλεσε το πρότυπο για να γραφτεί το 1984 του Όργουελ και δε θα εκπλησσόμουν αν ισχύει, γιατί πολλές από τις ιδέες που έφτασαν στα άκρα στο μεγάλο αδελφό τις βλέπουμε εδώ σε πρώιμη μορφή, ενώ ο βασικός καμβάς είναι ο ίδιος.

Για χίλια χρόνια το Μονοκράτος του Ευεργέτη έχει επικρατήσει. Δεν υπάρχουν πια ξέχωρα άτομα αλλά Αριθμοί που συμμετέχουν στο συλλογικό εμείς, ζουν σε γυάλινα δωμάτια που τους βλέπουν από παντού και εκτελούν κάθε μέρα την εντεταλμένη τους υπηρεσία. Η πείνα έχει εξαλειφθεί και σε λίγο κάτι θα κάνουν και για την αγάπη και τη φαντασία. Οι Αριθμοί έχουν δυο ώρες κάθε μέρα που αποσπώνται από το Εμείς και μπορούν ατομικά να κάνουν ό,τι θέλουν. Συνήθως κάνουν περίπατο ή έχουν ένα ροζ εισιτήριο για κάποιον άλλο αριθμό, οπότε δικαιούνται να κλείσουν τις κουρτίνες και να κάνουν σεξ.

Ο κεντρικός ήρωας, ο D-503 είναι αρχιμηχανικός σε ένα φιλόδοξο σχέδιο, το Ολοκλήρωμα είναι ένα διαστημόπλοιο που θα φέρει τον πολιτισμό του Μονοκράτους και στους άλλους πλανήτες και θα καθυποτάξει όλον τον κόσμο στον Ευεργέτη. Ζει μια μετρημένη και «ευτυχισμένη» ζωή, αγαπά τη δουλειά του, το Μονοκράτος, τον φίλο του R-13 με τον οποίο μοιράζονται στην όμορφη και στρογγυλή Ο-90. Μέχρι που σε έναν περίπατο θα γνωρίσει τη γοητευτική και αιχμηρή Ι-133. Οι ισορροπίες θα αλλάξουν, θα γνωρίσει τον Αρχαίο Οίκο πέρα από τα τείχη, τη φύση, το αλκοόλ και τελικά θα αρχίσει να πάσχει από μια βαριά ασθένεια, θα αποκτήσει ψυχή.

Το βιβλίο είναι γραμμένο σε μορφή ημερολογίου που κρατά ο D-503 για να το βάλει μέσα στο «Ολοκλήρωμα» και δείχνει τη σταδιακή αποκόλλησή του από την συλλογικότητα του Μονοκράτους και τη συνειδητοποίηση του Εγώ με πολύ γλαφυρό τρόπο. Είναι μια καλοκαμωμένη ιστορία, ένας κόσμος εφιαλτικός που δε μοιάζει όμως ούτε ξένος ούτε μακρινός. Κι αυτό είναι το κλειδί για κάθε καλή δυστοπία, η περιγραφή με λεπτομέρειες μιας κατάστασης απάλευτης που τελικά έχει πολλά κοινά με αυτό που ζούμε ήδη.


«Εμείς», Γεβγκένι Ζαμιάτιν, μετ. Νικόλαος Αποστολόπουλος, εκδ. Καινό, 2010,σελ.268

Υ.Γ. Το βιβλίο το διάβασα από τις εκδόσεις Καινό και η μετάφραση είναι από τα Αγγλικά. Αν είχα δυο δράμια μυαλό θα το είχα πάρει από τις εκδόσεις Εξάρχεια όπου η μετάφραση είναι από τα Ρώσικα. (* update : όπως θα δείτε από τα σχόλια, μάλλον ούτε αυτή είναι από τα Ρώσικα....)

16/3/13

Στην (εξωτική) βιβλιοθήκη του Αλίμου




Μετά από προτροπή του έτερου μου ημίσεως (εσείς οι βιβλιόφιλοι πολύ ψηλά τον έχετε πάρει τον αμανέ, και τι αίσθημα ανωτερότητας και ιδιοκτησίας είναι αυτό που σνομπάρεις την κοντινή μας δημοτική βιβλιοθήκη, και άλλα τέτοια χαρούμενα), βρέθηκα χθες στην Δημοτική Βιβλιοθήκη του Αλίμου που περηφανεύεται πως έχει 50.000 τόμους και είναι μια από τις «πληρέστερες και πιο αξιόλογες στη χώρα». Αμ δε…

Η βιβλιοθήκη στεγάζεται στο ισόγειο ενός κλασικού κτηρίου δημόσιας υπηρεσίας, απέξω έχει γυάλινες πόρτες με σιδεριές από αυτές που συνήθως βρίσκουμε στα ταχυδρομεία ή σε κάποιες εφορίες. Μέσα οι δυο ευγενέστατες υπάλληλοι ήταν μόνες. Υπήρχε ένα παιδικό τμήμα με χιλιομπαλωμένα βιβλία, υποψιάζομαι από την εποχή που ήταν οι γονείς μου παιδιά. Εκεί είχε κι ένα φαγωμένο μακρύ τραπέζι με δυο πολυθρόνες- από αυτές που παίρνει ο παλιατζής με άνεση.

Τα βιβλία των ενηλίκων ήταν κι αυτά αρκετά κακοπαθημένα, όμως σχετικά σωστά αρχειοθετημένα, το καθένα με την καρτελίτσα στην ειδική τσεπούλα και τον αριθμό του (από όσα τράβηξα κατά τύχη κανένα δε φαινόταν να έχει ιστορικό δανεισμού- λευκές οι καρτελίτσες…). Από ότι μπόρεσα να καταλάβω, ο μεγάλος όγκος των βιβλίων πρέπει να ήταν δωρεά από κάποια βιβλιοφιλική οικογένεια στο παρελθόν. Τα βιβλία αυτά έχουν όμορφο δέσιμο, περιλαμβάνουν τους κλασικούς και πάρα πολλά από τα διαμάντια της εποχής ( κάπου στα μέσα της δεκαετίας του '70 υπολογίζω) και για τότε πρέπει να ήταν ένα εξαιρετικό και πλήρες δείγμα. Έπειτα υπάρχει ένα χρονικό χάσμα, και ξαφνικά εντοπίζεις που και που βιβλία της εποχής μας- 5 αντίτυπα του «Έρωτα στα χρόνια της χολέρας», 2-3 Κοέλιο, ένας Αλεξάκης, «Το Δίκιο» του φίλου μου Νίκου Αραπάκη, ανάκατα, να ξεχωρίζουν με την χαρούμενη πολυχρωμία τους ανάμεσα σε κείνα τα ομοιόμορφα παλιά.

Φυσικά και άνοιξα κάρτα και δανείστηκα τρία βιβλία (έβαλα στο μάτι τα Άπαντα του Χάκκα για να είμαι ακριβής, αν και δεν τα πήρα). Όμως όταν ένας χώρος σαν κι αυτός θεωρείται «αξιόλογη βιβλιοθήκη», τότε έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας για να δούμε φιλαναγνωστικό χαΐρι στην Ελλάδα.


14/3/13

«Το πλοίο των νεκρών», B.Traven


Ο Β. Traven είναι σίγουρα περίεργη περίπτωση συγγραφέα. Οι εικασίες για την ταυτότητά του ξεκίνησαν από τον ίδιο, κανείς δεν ξέρει αν έγραφε με ψευδώνυμο από ανάγκη ή καθαρή ιδιοτροπία, κατά καιρούς ένα σωρό άνθρωποι προσπάθησαν να αποκαλύψουν το πραγματικό του όνομα που ακόμα και τώρα, τόσα χρόνια μετά από το θάνατό του, δεν είναι απολύτως σαφές.

«Το πλοίο των νεκρών» το διάβασα μετά από ισχυρότατες πιέσεις και εκβιασμούς, αλλά τελικά δεν το μετάνιωσα. Είναι μια καθαρόαιμη, εξαιρετικά καλογραμμένη, θαλασσινή περιπέτεια, από αυτές που διαβάζαμε αδηφάγα όταν ήμασταν μικροί. Και ταυτόχρονα αποτελεί κι ένα σχόλιο πάνω στην ίδια την κοινωνία, την γραφειοκρατική έναντι στην πραγματική υπόσταση του ανθρώπου.

Ο πρωταγωνιστής και αφηγητής είναι ένας Αμερικάνος ναύτης καταστρώματος που χάνει το ναυτικό του φυλλάδιο και το διαβατήριο του όταν το πλοίο του φεύγει χωρίς εκείνον ένα βράδυ που παρακοιμάται στο πλευρό μιας όμορφης γκαρσόνας. Έτσι από τη μια στιγμή στην άλλη, μετατρέπεται σε έναν παρία χωρίς χαρτιά, υπηκοότητα, υπόσταση. Στο Αμερικάνικο προξενείο τον περιγελούν, οι Βελγικές αρχές δεν ξέρουν τι να τον κάνουν όταν τον τσιμπάνε και τον βοηθάνε να περάσει λαθραία στην Ολλανδία. Και το αστειάκι αυτό συνεχίζεται σχεδόν σε όλη την Ευρώπη ως ο ήρωας μας να φτάσει στην Ισπανία. Εκεί ζει από την φιλανθρωπία των ναυτικών και δεν περνά άσχημα, μόνο που φυσικά δεν μπορεί να ναυτολογηθεί σε κανένα καθωσπρέπει καράβι χωρίς χαρτιά.

Ώσπου μια μέρα εκεί που ψαρεύει περνά από μπροστά του το Γιόρικ. Είναι ένα γέρικο, καταβρώμικο σκαρί που πάνω του οι ναυτικοί μοιάζουν μαύροι και κουρελήδες. Παρ’ όλα αυτά, όταν του ζητούν να μπαρκάρει μαζί τους χωρίς πολλές πολλές ερωτήσεις, σαλτάρει στο κατάστρωμα. Έτσι καταλήγει στο «πλοίο των νεκρών», αυτών που για τον ένα ή τον άλλο λόγο δεν έχουν χαρτιά, υπηκοότητα, πατρίδα και δέχονται να δουλέψουν σε συνθήκες χειρότερες κι από δουλεμπορικό.

«Όποιος μπαίνει εδώ
Τ’ όνομα και η ζωή του σβήνουν
μ’ ένα φύσημα τ’ αγέρα.
Στον κόσμο τον μεγάλο, τον απέραντο
Κανένα δεν αφήνει χνάρι»

Αυτό γράφει η επιγραφή μόλις μπαίνεις στην αίθουσα των ναυτικών κι ο ήρωας μας πάνω του αλλάζει όνομα, εθνικότητα, εαυτό, δέχεται να δουλέψει καρβουνιάρης, να κοιμηθεί σε σκέτες σανίδες, να μην τρώει καλά, να γεμίσει πληγές από τα πυρακτωμένα κάρβουνα και τις σιδερένιες βέργες. Και τελικά συνηθίζει και καταλήγει να το αγαπήσει το παλιοκάραβο.

Βασικό ατού του βιβλίου είναι το χιούμορ, διαβρωτικό ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές. Αυτό και ο κεντρικός χαρακτήρας, ένας τύπος που αγαπά την περιπέτεια και τη ζωή, που μπορεί να τα βγάλει πέρα έναντι σε πολλές κρατικές μηχανές που δεν νοιάζονται, σε συνθήκες ακόμα και ασύμβατες με την ίδια την ζωή. Στην τελική ανάλυση, το μόνο που έχει σημασία στα βιβλία είναι να μπορείς να πεις καλά μια ιστορία- αν αυτή η ιστορία είναι τόσο ενδιαφέρουσα όσο του Πλοίου των νεκρών, ακόμα καλύτερα.

«Το πλοίο των νεκρών», Β. Τρέιβεν, μετ. Κώστας Σκορδύλης, εκδ. Αλεξάνδρεια, 1993, σελ. 270

Υ.Γ. Περισσότερα και εκτενέστερα για τον Traven στο εξαιρετικό ποστ του librofilo


13/3/13

Συζήτηση στο webtv στο ΒΗΜΑ για την επιστολή


http://www.tovima.gr/webtv/#.UUBMUhXHSHk.blogger


Η επιστολή για την τιμή του καινούργιου βιβλίου που δημοσιεύτηκε σχεδόν ταυτόχρονα σε δώδεκα βιβλιοφιλικά blogs, ξεκίνησε μια συζήτηση για το τί συμβαίνει με το καινούργιο βιβλίο στην Ελλάδα που μου φαίνεται χρήσιμη. Για αρχή  προέκυψαν δυο άρθρα, ένα της Σταυρούλας Παπασπύρου στην Ελευθεροτυπία και ένα του Γιάννη Μπασκόζου στο Βήμα εν θερμώ, σχεδόν την επόμενη μέρα της επιστολής. Έπειτα ο Γ. Μπασκόζος επανήλθε με αυτό το άρθρο και κάλεσε τον Librofilo και τη Βιβή της Λέσχης Ανάγνωσης Degas σε μια συζήτηση που έγινε στο Βήμα με τον Αργύρη Καστανιώτη, τον Νίκο Αργύρη των εκδόσεων Ίκαρος και τον Θοδωρή Βασιλόπουλο του βιβλιοπωλείου Ευρυπίδης, βιντεοσκοπήθηκε και σήμερα ανέβηκε στο site της εφημερίδας. Παρακολουθήστε την, αν και μικρή σε διάρκεια, είναι ενδιαφέρουσα.

WebTv - ΤΟ ΒΗΜΑ: H τιμή του βιβλίου στην Ελλάδα της κρίσης

Συμπεράσματα είναι δύσκολο σε αυτή τη φάση να εξαχθούν. Πάντως  πιστεύω πως εν καιρώ αυτή η κουβέντα θα εντυπωθεί στο μυαλό αυτών που διαμορφώνουν την τιμή του κάθε βιβλίου, θα είναι στο πίσω μέρος του μυαλού τους και μακροπρόθεσμα θα μας ωφελήσει όλους.


11/3/13

"Κόσμος", Witold Gombrowicz





Εξαιρετικό είναι το βιβλίο του Βίτολντ Γκομπρόβιτς, «Κόσμος». Οι αρχικές σελίδες απαιτούν υπομονή από τον αναγνώστη, οι χαρακτήρες μοιάζουν εντελώς ασήμαντοι- και είναι- η ματιά του συγγραφέα εστιάζει σε μικροπράγματα και η διήγηση μοιάζει κάπως βουκολική. Κι εκεί που σε έχει αποκοιμίσει, έρχεται μια μικρούλα έκρηξη, μια τόση δα σκηνή. Κι έπειτα μια φράση, και μετά άλλη έκρηξη, και τελικά πιο μεγάλη σκηνή. Και φτάνεις να αναρωτιέσαι για τον μικρόκοσμο του ανθρώπου χωρίς καν να το καταλάβεις.

Ήρωας του μυθιστορήματος και πρωτοπρόσωπος αφηγητής είναι ο Βίτολντ, ένας νεαρός που τα πάει άσχημα με τους γονείς του και αποφασίζει να περάσει το καλοκαίρι σε μια μικρή πολωνική πόλη για να τους αποφύγει. Εντελώς τυχαία συναντιέται με τον Φουξ και πιάνουν μαζί ένα δωμάτιο σε ένα απομακρυσμένο σπίτι. Την αρχική τους περιέργεια εξάπτει ένα κρεμασμένο σπουργίτι που βρίσκεται εκεί κοντά. Έτσι γνωρίζονται με την οικογένεια, τη μαμά Μπουλούκα- που για όλους τρέχει, τα πάντα κάνει, και ατελείωτες κοινοτοπίες λέει όσο γκρινιάζει, τον μπαμπά Λεόν- συνταξιούχο υπάλληλο τραπέζης που του αρέσει να κάνει σβωλαράκια με το ψωμί του στο τραπέζι και να μιλά με φιοριτούρες, αηδιούλες, υποκοριστικά, ανύπαρκτους λατινισμούς και να λέει berg- την υπηρέτρια Κατάσια- που έχει πάθει ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα και το στόμα της έχει σκιστεί από τη μια πλευρά και μοιάζει τεράστιο και έκφυλο- και τη μικρή λεπτεπίλεπτη Λένα- τη νιόπαντρη κόρη του σπιτιού.

Ο ήρωας από την αρχή συσχετίζει το αποτρόπαιο στόμα της Κατάσια με το υπέροχο της Λένα, φτιάχνει μια ερωτική φαντασίωση που τις περικλείει με τον πιο εξωφρενικό τρόπο. Κι όσο αρχίζουν να κρεμιούνται κι άλλα πράγματα- ένα κλαράκι σε μια κλωστή- γίνεται κοινωνός της μικροζωής του σπιτιού, κοιτά κάθε στιγμή τη Λένα, εκστασιάζεται, παρατηρεί, γίνεται για λίγο ένα- και μετά τίποτα- με όλους αυτούς. Κυρίαρχες είναι οι φράσεις:

Σαν δεν έχεις κείνο που αγαπάς
Για δεν αγαπάς κείνο που χεις

Σαν θολώσει το μυαλό σου, βρες τη με τον εαυτό σου.

Η γραφή του Γκομπρόβιτς είναι ιδιότροπη, ο συγγραφέας αγαπά τη γλώσσα να τη στραμπουλά∙ κάποτε είναι μακρόσυρτα ανιαρή, άλλοτε αστραφτερά έξυπνη. Σε κάποια σημεία βαριέσαι του θανατά, σε άλλα δε θέλεις να το αφήσεις από τα χέρια σου. Ο «κόσμος» είναι ένα μυθιστόρημα μοναξιάς, μια πραγματεία για την αποστασιοποίηση του ανθρώπου από τους άλλους, από αυτά που συμβαίνουν γύρω του- άλλοτε ασήμαντα, κάποτε τόσο σημαντικά όσο η ζωή και ο θάνατος. Το χιούμορ δε μπορεί να κρύψει την ανικανότητα να κατανοήσεις αυτό που θα μπορούσε και αυτό που τελικά γίνεται. Κι αν δε διέπραττα ιεροσυλία θα έλεγα πως αυτό το κείμενο είναι η μετάβαση από το μοντέρνο μυθιστόρημα στον Τομ Ρόμπινς.

«Κόσμος», Βίτολντ Γκομπρόβιτς, μετ. Βασίλης Αμανατίδης, εκδ. Νεφέλη, 2012, σελ.361

Υ.Γ. 1 Η μετάφραση είναι από τα Αγγλικά αλλά από το επίμετρο του μεταφραστή καταλαβαίνουμε πως έγινε με όρεξη και μεράκι. Δεν μπορώ φυσικά να την κρίνω, αλλά θεωρώ πως σε ένα τόσο ιδιότυπο κείμενο δεν με ξένισε τίποτα, οπότε καταγράφεται στα θετικά.

Υ.Γ. 2 Η έκδοση είναι πολύ προσεγμένη. 


9/3/13

Με ένα βιβλίο έφυγα....





Συνειδητοποιώ πως όσο επηρμένο κι αν ακούγεται τα βιβλία με έχουν βοηθήσει να δω αυτά που συμβαίνουν γύρω μου με άλλο μάτι. Και δε μιλώ μονάχα πολιτικά- που δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητη η συνεισφορά τους σε αυτό που είμαι σήμερα- αλλά και προσωπικά. Για αρχή θα πω το αυτονόητο, όταν κανείς έχει διαβάσει τόσες ιστορίες, έχει εμπλακεί σε τόσες ζωές, μερικές φορές εμμέσως αλλά άλλες φορές μέσω της ταύτισης εντελώς άμεσα, αντιμετωπίζει με μεγαλύτερη στωικότητα τη δική του ιστορία.

Η μυθοπλασία είναι από τη ζωή βγαλμένη. Κι όσο περισσότερο μοιάζει με τέχνη κι όχι με πραγματικότητα, τόσο περιπλέκει την κατάσταση. Αυτό που μετουσιώνεται σε άυλη ρευστότητα από τον καλλιτέχνη, μεταμορφώνεται μέσα μας σε ψυχική δύναμη όταν έρθουν τα ζόρια. Κατανοώ πως η άμεση ταύτιση, όπως ας πούμε σε ένα δακρύβρεχτο μελό, προκαλεί το συναίσθημα. Όμως αυτή που προκύπτει από τη ζύμωση της τέχνης προκαλεί την έκρηξη του συναισθήματος. Είναι η διαφορά ανάμεσα στα δυο, δεν ορίζεται, δεν εξηγείται, μονάχα βιώνεται.

Στα διαβάσματά μου- που σπανίως περιέχουν φιλοσοφικά κείμενα, διαβάζω σχεδόν αμιγώς λογοτεχνία-  ζω μια δεύτερη ζωή, παράλληλη με την πρώτη. Αυτό ίσως να ήταν ο ορισμός της σχιζοφρένειας, αλλά για καλή μου τύχη ακόμα δεν ακούω φωνές. Αντίθετα, είναι ο σωσμός μου από την τρέλα της ανιαρής καθημερινότητας αλλά και των κομβικών σημείων, αυτών που μπορεί να σε φέρουν σε πανικό. Για καθένα υπάρχουν τέτοια, το πώς θα τα αντιμετωπίσει εξαρτάται από το ποιος είναι. Ώρες ώρες και μόνο για αυτή τη λεπτή διαφορά που δημιουργούν τα βιβλία μέσα μου- κρατούν την υστερία μακριά και δίνουν τη θέση της σε μια βασική γραμμή φευγιού και αναχώρησης- τα ευγνωμονώ.


8/3/13

"Ο Εξώστης", Νίκος Καχτίτσης






Η επανέκδοση του «Εξώστη» του Νίκου Καχτίτση, και μάλιστα σε μια έκδοση ιδιαιτέρως φροντισμένη και ψαγμένη ως προς την απόδοση του κειμένου, ήταν ένα γεγονός που έκανε σχετικό θόρυβο σε αυτούς που ασχολούνται με τα βιβλία στην Ελλάδα. Και όχι άδικα, γιατί ο σχεδόν άγνωστος στο ευρύ κοινό Καχτίτσης έγραφε μοντέρνα σε μιαν εποχή που στην Ελλάδα δεν ήταν αυτή η νόρμα.

Ήρωας του βιβλίου είναι ο Σ.Π, ένας άνθρωπος που έχει καταφύγει στην Αφρική για να ξεφύγει από τις τύψεις για όσα έχει κάνει. Εκεί περνά σχετικά καλά τα πρώτα χρόνια, γίνεται κολλητός φίλος του διοικητή, φλερτάρει ως και την κόρη του, μια νεαρά κατά πολύ νεότερή του. Όμως ξαφνικά δυο εφιαλτικά περιστατικά θα του θυμίσουν τις τύψεις, θα καταλήξει ένας σπασμένος και μόνος άνθρωπος που γράφει αυτό το ημερολόγιο, για να μας εκθέσει τα συναισθήματα και τη συντριβή του, την πρόθεσή του να αυτοκτονήσει.

Ο Σ.Π. είναι ένας αναξιόπιστος αφηγητής. Συνεχώς ανασκευάζει, μερικές φορές υπεκφεύγει, άλλοτε διστάζει, διορθώνει, ξέρει και δεν ξέρει, ξέρει αλλά δε λέει. Στο κείμενο από πλευράς πλοκής γίνονται πολύ λίγα πράγματα, αποκαλύπτονται ακόμα λιγότερα. Όμως αυτό που συμβαίνει είναι αληθινό. Ο Σ.Π., ένα κάθαρμα που διέπραξε εγκλήματα στον πόλεμο κι έπειτα θέλησε να τη σκαπουλάρει στην Αφρική κρατώντας τα άνομα λεφτά, είναι ένας άνθρωπος σε παρακμή μεν, αλλά δεν παύει να είναι ο εαυτός του. Θέλει να βρει ελαφρυντικά ως και την ύστατη ώρα, από την άλλη καταλαβαίνει πως δεν υπάρχουν. Θα μπορούσε να κερδίσει τη συμπάθειά μας, όμως είναι γλοιώδης.

Η χαρά του κειμένου είναι αυτή, καθώς και η μαγκιά του, ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής δεν μας διηγείται με τα λόγια το ποιόν του, δεν είναι αυτό που λέει που μετράει, αλλά ο τρόπος που το λέει. Ο χαρακτήρας του αποκαλύπτεται χωρίς φτιασίδια, τη στιγμή που ο λόγος του είναι γεμάτος γιρλάντες και υπεκφυγές. Ο «Εξώστης» είναι ένα πραγματικά σημαντικό έργο, μια άσκηση ύφους πετυχημένη. Κι αν ως τώρα δεν ξέραμε τον συγγραφέα του, καιρός ήταν να τον μάθουμε.

«Ο Εξώστης», Νίκος Καχτίτσης, εκδ. Κίχλη, 2012, σελ. 226

Υ.Γ. Η έκδοση της Κίχλης είναι ολοκληρωμένη, με επίμετρο, επιστολές, βιογραφία, ως κι ένα σημείωμα της εκδότριας που μας εξηγεί την περιπέτεια της έκδοσης. Αξίζουν συγχαρητήρια.   


6/3/13

"Το καλοκαίρι δίχως άντρες", Siri Hustvedt




"Το καλοκαίρι δίχως άντρες» της Σίρι Χούστβεντ είναι ένα γυναικείο βιβλίο. Μιλά για αυτά που απασχολούν τις γυναίκες, είναι γραμμένο για αυτές. Παράλληλα δε θα έβλαπτε να το διάβαζε και κανένας άντρας. Είναι ένα κείμενο από μια συγγραφέα που αγαπά πολύ τη λογοτεχνία, αρέσκεται να το δείχνει, την ενθουσιάζουν οι κρυφές και μερικές φορές οι πολύ φανερές συνδέσεις με άλλα κείμενα.

Η ηρωίδα της Χούστβεντ είναι μια γυναίκα γύρω στα πενήντα, ποιήτρια, και αντιμετωπίζει δύσκολες καταστάσεις. Ο παγκοσμίως γνωστός νευροφυσιολόγος άντρας της, με τον οποίο είναι κοντά τριάντα χρόνια μαζί, ξετρελαίνεται με μια τριαντάχρονη Γαλλιδούλα και της ζητά να κάνουν μιαν Ανάπαυλα στο γάμο τους. Η Μία στην αρχή παθαίνει ψυχωτική κρίση και καταλήγει στο τρελοκομείο. Βγαίνει όμως γρήγορα και αποφασίζει να περάσει το καλοκαίρι της κοντά στην ηλικιωμένη μητέρα της, όπου βρίσκει δουλειά ως «καθηγήτρια» ποίησης για μια ομάδα κοριτσιών. Δημιουργεί σχέσεις τόσο με τις υπερήλικες φίλες της μαμά της, όσο και με τα έφηβα κορίτσια που διδάσκει. Στο διπλανό σπίτι μένει μια νεαρή κοπέλα με δυο παιδιά- ένα τρίχρονο κοριτσάκι και ένα μωρό- κι έχει πολύ επεισοδιακή σχέση με τον άντρα της. Η ηρωίδα μπλέκει στη ζωή αυτών των γυναικών- αντιπροσωπεύονται σχεδόν όλες οι ηλικίες και οι σχετικές καταστάσεις- αρχίζει να νιώθει ξανά, αν και δεν ξεχνά τον σύντροφό της των τριάντα χρόνων, θρηνεί για αυτό που συμβαίνει αλλά νοιάζεται και για τους άλλους.

Η γυναικεία ψυχή εκφράζεται με καθαρότητα, σχεδόν απαλλαγμένη από τη συνήθη υστερία. Οι σχέσεις των γυναικών – όπως αποδεικνύεται από την ομάδα των εφήβων- έχουν πάντα μια ανταγωνιστική χροιά, μπορούν όμως να είναι ουσιαστικές, γεμάτες τρυφερότητα. Η ηρωίδα έχει στενό δεσμό και με τη μάνα και με την κόρη της, πράγμα σχετικά σπάνιο. Αν και δεν μπορεί πλήρως να κατανοήσει τα προβλήματα της προηγούμενης και της επόμενης γενιάς, τουλάχιστον προσπαθεί. Ο πιο γοητευτικός χαρακτήρας του βιβλίου είναι η Άμπιγκειλ, μια ενενηντάχρονη που αρέσκεται μέσα σε βαρετά και λίγο μπανάλ κεντήματα, να χώνει σκηνές σεξ ή καταστροφής, πράγματα σοκαριστικά και ίσως ανείπωτα που το άμαθο μάτι δεν τα διακρίνει.

Η επιλογή της πρωτοπρόσωπης αφήγησης μοιάζει σοφή για ένα βιβλίο σαν κι αυτό, είναι καλό να φαντάζεσαι πως υπάρχουν κάποια αυτοβιογραφικά στοιχεία, το κάνει πιο προσωπικό κι αφήνει να φανεί περισσότερο συναίσθημα. Από την άλλη οι επικλήσεις της συγγραφέως στον Αναγνώστη με ενόχλησαν. Η πλοκή ρέει σχετικά αργά, αλλά δεν είναι αυτή το ζητούμενο, το βασικό είναι να φανεί ο γυναικείος ψυχισμός, κάπως σαν πραγματεία στο θέμα. Πέρασα καλά με το βιβλίο. Στο τέλος φυσικά εγώ θα είχα διαλέξει άλλο δρόμο από ό,τι η ηρωίδα, αλλά έτσι είναι αυτά, κάποιες φορές η ηλικία παίζει καθοριστικό ρόλο στις επιλογές μας.

«Το καλοκαίρι δίχως άντρες», Σίρι Χούστβεντ, μετ. Χίλντα Παπαδημητρίου, εκδ. Πατάκης, 2012, σελ.262


4/3/13

Η νόσος της βιβλιομανίας



Με γοητεύουν πολύ τα βιβλία που είναι γραμμένα από συγγραφείς για συγγραφείς, για βιλιόφιλους, για μανιώδεις αναγνώστες. Τόσο αυτά που έχουν ήρωα έναν συγγραφέα –κατά προτίμηση ανέκδοτο και περιφρονημένο- όσο και τα άλλα, εκείνα που απευθύνονται στο βιβλιοφιλικό μου ένστικτο, γεμάτα συνδέσεις με άλλα βιβλία και σκέψεις για την ασθένεια που μας κατατρύχει. Γιατί, μη γελιόμαστε, στην ακραία της μορφή η νόσος της βιβλιομανίας είναι εθισμός – για καλή μας τύχη δεν υπάρχουν μακροχρόνιες συνέπειες στην υγεία ούτε και τοκογλύφοι.

Αναρωτιέμαι όμως αν και πόσο τέτοια μυθιστορήματα μπορούν να αγγίξουν τον μέσο αναγνώστη, αυτόν που διαβάζει κάπως συστηματικά κάποιο είδος λογοτεχνίας και σποραδικά κάποια άλλα βιβλία, τί έχει να του πει ένα βιβλίο όπως «Η νόσος του Μοντάνο» ή η «Δουβλινιάδα». Αν κρίνω από τον περίγυρό μου, θεωρούνται κάπως σαν ομφαλοσκόπηση, ο συγγραφέας μιλά για αυτό που αφορά εκείνον και ξέρει καλά, χωρίς να υπολογίζει τον αναγνώστη του. Ή χειρότερα, οι αναφορές στην αχανή έρημο της λογοτεχνίας -σε τέτοια βιβλία ούτε αυτοί που αφιερώνουν τη ζωή τους στο διάβασμα δεν μπορούν να καταλάβουν όλες τις συνδέσεις- φαντάζουν άσκοπο παιχνίδι.

Εμένα πάλι με ενθουσιάζουν. Αυτά που ξέρω με ποτίζουν με μια ευχαρίστηση που τα ξανασυναντώ, αυτά που δεν αναγνωρίζω με την πρώτη ματιά με κολακεύουν ακόμα περισσότερο μόλις κάνω τη σύνδεση, και αν κάποτε ανακαλύψω μία, μετά από χρόνια, ενθουσιάζομαι ακόμα περισσότερο. Πρόσφατο παράδειγμα η «Έρημη χώρα» με την «Καρδιά του σκότους». Όταν ως έφηβη μάθαινα ολόκληρα κομμάτια από τη “Wasteland” απ’ έξω από τις πολλές φορές που τη διάβαζα φωναχτά στον εαυτό μου, δεν είχα ιδέα πως ένα κομμάτι αναφερόταν στον Κούρτς∙ το έμαθα πριν κάποιες μέρες κοντά εικοσιπέντε χρόνια μετά.

Δεν είμαι φιλόλογος, αν κάτι δεν μου κινήσει την περιέργεια, δε θα το ψάξω -αν και το ίντερνετ βοηθά πολύ- κι όμως μου αρέσει. Σαν να μπαίνεις σε έναν μυστικό κόσμο που δεν ανήκουν όλοι παρά μόνον λίγοι, που κατ’ ανάγκη δεν τους συμπαθείς, κι όμως τους νιώθεις κοντά σου. Μοιάζει λιγάκι με το να δημιουργείς μια καινούργια φιλία στηριγμένη στα βιβλία. Ή σ’ έναν κώδικα μυστικό, διαλεγμένο από κάποιον άλλο, που μπορείς όμως με επιμονή -κι ίσως και λίγη εμμονή- να τον διαβάσεις εσύ, άντε και πέντε έξι ακόμα εκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο.


* Το κείμενο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο ηλεκτρονικό περιοδικό για τα βιβλία και την ανάγνωση bookstand 


3/3/13

Διάβασε ένα e-book


H εβδομάδα 3-9 Μαρτίου είναι για την Ελλάδα και την Κύπρο εβδομάδα ηλεκτρονικής ανάγνωσης. Οι χώρες μας συμμετέχουν στην αντίστοιχη παγκόσμια πρωτοβουλία, που υπάρχει εδώ και 11 χρόνια. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να επισκεφτείτε το e-anagnostis.




Την άποψη μου για την ηλεκτρονική ανάγνωση την έχω εκφράσει πλειστάκις. Όταν όμως κανείς γυροφέρνει ένα θέμα τόσο πολύ, μάλλον ενδιαφέρεται. Δεν έχω ακόμα ηλεκτρονικό αναγνώστη, ακούω γνώμες διάφορες που δε με διαφωτίζουν. Πια έχω δει e-readers από κοντά κι όντως μοιάζουν πολύ ενδιαφέροντα γκατζετάκια. Πάντως δεν χάνει κανείς μας τίποτα να δοκιμάσει να διαβάσει ένα e-book  ή ακόμα κι ένα σκέτο book αυτή την εβδομάδα.


1/3/13

"Ίσλα Μπόα", Χρήστος Αστερίου


Δυσκολεύτηκα στην αρχή να βρω αναγνωστικό ρυθμό στο «Ίσλα Μπόα» του Χρήστου Αστερίου. Ενώ κύλαγαν οι σελίδες ένιωθα κάπως σα να κολλά ο συγγραφέας στις λεπτομέρειες και να δυσκολεύομαι να δω την ουσία. Από το μέσο όμως του βιβλίου και μετά, η ιστορία απογειώθηκε, η γραφή βρήκε ρυθμό και ένταση και φτάνοντας στο φινάλε δε με ένοιαζε καν αν θα υπάρξει τέλος, ήξερα πως είχα διαβάσει ένα καλό βιβλίο.

Στο ξεκομμένο από τον πολιτισμό νησί Ίσλα Μπόα στήνεται ένα τηλεοπτικό παιχνίδι επιβίωσης, δέκα διαφορετικοί χαρακτήρες με διαφορετικές εθνικότητες επιλέγονται προσεκτικά από τους παραγωγούς. Είναι άνθρωποι απελπισμένοι, που δεν έχουν άλλη διέξοδο παρά να διεκδικήσουν το χρηματικό έπαθλο του ενός εκατομμυρίου ευρώ. Η διαφορά από τα συνήθη τηλεπαιχνίδια του είδους είναι πως εδώ τηρείται άκρα μυστικότητα, το παιχνίδι δεν διαφημίζεται, οι συντελεστές υπόσχονται να μην πουν κουβέντα στον τύπο ή τους οικείους τους, οι παίχτες υπογράφουν συμβόλαιο σιωπής. Στην αρχή όλα πάνε καλά, στήνεται η πρώτη «δοκιμασία», δεν υπάρχουν πολλές προστριβές. Μέχρι που οι παίχτες καταλαβαίνουν πως η παραγωγή τους έχει εγκαταλείψει- και αυτούς και το συνεργείο- δεν έχουν κανένα τρόπο επικοινωνίας με τον έξω κόσμο και πρέπει πραγματικά να επιβιώσουν στην ερημιά.

Ταυτόχρονα, παρακολουθούμε τη συνέντευξη που δίνει ο εμπνευστής του παιχνιδιού και διευθυντής του χρεοκοπημένου πια καναλιού σε μια νεαρή δημοσιογράφο. Ο χαρακτήρας αυτός, αποστασιοποιημένος, νιώθει "αθώος" παίχτης του συστήματος, αν και αυτός άφησε τόσους ανθρώπους σε ένα ξεχασμένο νησί χωρίς τροφή και τρόπο διαφυγής.

Το βιβλίο δεν εστιάζει σε έναν κεντρικό ήρωα, αγκαλιάζει και τους δέκα ναυαγούς του Ίσλα Μπόα εξίσου, αν και δεν έχουν όλοι φωνή. Στα διάφορα κεφάλαια ακούμε πότε τον έναν και πότε τον άλλο να μας αφηγείται τη ζωή του, αλλά ταυτόχρονα μπλέκονται και οι χαρακτήρες των υπολοίπων. Πολύ ενδιαφέροντες είναι ο θηριώδης μαύρος σεφ Ρέιμοντ που αναγκάστηκε να πάρει μέρος στο παιχνίδι γιατί έχασε τα πάντα στα χαρτιά και δε μπορεί να αντιμετωπίσει τους πιστωτές και την οικογένειά του, η Κινέζα Φου, μεγαλοστέλεχος πολυεθνικής – το παγόβουνο- που τα βράδια ζει μια διπλή διαδικτυακή ζωή σε ένα από αυτά τα παιχνίδια προσομοίωσης της πραγματικότητας και τελικά ο Γάλλος Φρανσουά, ένας άθεος εστέτ που μας διηγείται και το φινάλε.

Δεν ξέρω αν θα προτιμούσα έναν αφηγητή από την πολυδιάσπαση ή αν αυτό που με ενόχλησε στην αρχή ήταν η αδυναμία να ταυτιστώ. Όσο όμως τους γνώριζα μπόρεσα να δημιουργήσω δεσμούς με τους ήρωες. Η παράλληλη ιστορία με την συνέντευξη του παραγωγού ίσως και να ήταν  περιττή, αν δεν έδινε την πολιτική διάσταση- δε χρειαζόμουν περισσότερο δράση. Απόλαυσα το μυθιστόρημα, και καθώς δεν έχω διαβάσει άλλο του Χρήστου Αστερίου –περιέργως γιατί και το προηγούμενο είχε δημιουργήσει αρκετό θόρυβο- με χαρά θα διαβάσω κι άλλα δικά του.  

"Ίσλα Μπόα", Χρήστος Αστερίου, εκδ. Πόλις, 2012, σελ. 346

Υ.Γ. Για το βιβλίο έγραψε πρόσφατα ένα εξαιρετικό ποστ και ο librofilo που είχε καλεσμένο τον Χρήστο Αστερίου στην εκπομπή του στον amagi.