31/1/16

Συζήτηση για την "Κάδμω" σήμερα 6μ.μ. στον AmagiRadio




Κλήρωση! Και εκπομπή βεβαίως. Σήμερα, με αφορμή την "Κάδμω" θα επιχειρήσουμε μαζί με την Μαρία Κακαβούλια, επιμελήτρια της νέας έκδοσης, να μιλήσουμε συνολικά για το έργο και τη ζωή της Μέλπως Αξιώτη. 

Κληρώνουμε 2 αντίτυπα "Η Κάδμω", Μέλπω Αξιώτη, ευγενική προσφορά από τις Εκδόσεις Κέδρος - Kedros Publishers. Για να λάβετε μέρος στην κλήρωση πατήστε "Μου αρέσει" και κοινοποιήστε ή σχολιάστε το ποστ στο fb ή αφήστε σχόλιο εδώ.

Διαβάζοντας live στον www.amagi.gr κάθε Κυριακή 6-8μ.μ.


Όλες τις προηγούμενες εκπομπές μας τις βρίσκετε εδώ:


'Η σε τούτα δω τα λινκς:

30/1/16

"Η Κάδμω", Μέλπω Αξιώτη



Ξαναδιαβάζοντας την Κάδμω: «Η Κάδμω είναι ένα σπαρακτικό κείμενο για τα γηρατειά και την μοναξιά», αυτό θυμόμουν από την πρώτη ανάγνωση. Ναι, η Κάδμω είναι αυτό, είναι ένα δευτεροπρόσωπο κουβεντολόι, όπου η ηρωίδα- αφηγήτρια Κάδμω μας μιλά για την ζωή της, σε 13 κείμενα σπαράγματα, γεμάτα αναδρομές στο παρελθόν, αναφορές στο παρόν, πόνο και πίκρα, κάποιες στιγμές είναι ένα σχεδόν ακατάληπτο παραλήρημα, άλλες ένα μεγαλειώδες κομμάτι φιλοσοφίας. Όμως το βιβλίο παίρνει άλλη μορφή μόλις μάθεις και συνειδητοποιήσεις αυτό που δεν ήξερε ο εικοσάχρονος εαυτός μου της πρώτης φοράς: Η Κάδμω είναι η Μέλπω. 


      Μάζεψε τώρα τα χαρτάκια, τις σημειώσεις σου, καθώς είσαι πλαγιασμένη. Κλείσε τα μάτια σου και τα’ αυτιά. Άφησε πια την ελπίδα ότι κάποιος θα έρθει κι από την κλειδαρότρυπα έστω θα προσπαθήσει να σε δει. Βάλε σε μια γωνιά τα χαρτάκια που μάζευες με τόση προσοχή. Μείνε εσύ μαζί μ’ εσένα. Πρέπει τώρα πια να τα πεις. Μα ποιος θα τ’ ακούσει. Ποιος θα τα πιστέψει. Την ελπίδα αυτή άφησέ την πια καταμέρος.
       Γιατί ο άλλος, ο πλησίον, ο αναγνώστης σου, ας πούμε, πώς να σε καταλάβει. Είναι κάτι παρόμοιο με τα σπίτια τα παλαιά: που τα στυλώνουν να μη γείρουν, τους βάφουν το μουστάκι τους με χρωματιστή μαντέκα: διάφορα τέτοια μυστικά.
        Βαστούν, βαστούν τα πράγματα, και ξαφνικά τσακίζουν· λίγο- λίγο, μόλις. Το βλέπεις για πρώτη φορά. Πότε έγινε αυτό; Ούτε που το κατάλαβες: η φθορά έρχεται γρήγορα στα πράγματα, όπως και στον άνθρωπο. 


Υπό αυτό το πρίσμα, το κείμενο παύει να είναι απλά σπαρακτικό, σε στιγμές είναι τόσο συγκινητικό που δεν θέλεις, δεν θέλεις να το διαβάζεις αυτό για έναν άνθρωπο που θα μπορούσε να είχε δώσει τόσα, αν δεν τον κατασπάραζε η ζωή. Η Μέλπω Αξιώτη μπήκε πολύ δυναμικά στα ελληνικά γράμματα κι έπειτα με ένα σωρό περιπέτειες που περιελάμβαναν 18 χρόνια εξορίας στις χώρες του Ανατολικού μπλοκ και αρκετά στρατευμένα και λογοκριμένα κείμενα γύρισε στα εξήντα της στην Ελλάδα κι έγραψε την Κάδμω. Ένα αυτοβιογραφικό κείμενο με όλες τις αρετές των πρώτων της, που φλερτάρει με τον μοντερνισμό, αναδεικνύει την προφορικότητα και τον αυθορμητισμό της γραφής της. 

Η γλώσσα της είναι ιδιότυπη, με διαφορετική ορθογραφία και στίξη, το δεύτερο πρόσωπο βοηθά να έρχεσαι κοντά αλλά να κρατιέσαι σε απόσταση, η γραφή είναι πρωτοποριακή για την εποχή, σαν να μην είναι γραμμένο από Έλληνα αλλά ξένο λογοτέχνη. Η Κάδμω-Μέλπω είναι αφηγήτρια που δεν σε αφήνει να ανασάνεις, την απασχολούν η ματαίωση των ονείρων, η μνήμη, η εγκατάλειψη, η πατρίδα, το σπίτι, ο πόνος, η απώλεια, ο θάνατος. Μέσα στην «Κάδμω» ξεχειλίζει η πίκρα. Για το χαμένο δυναμικό, για τα χαμένα φρέσκα χρόνια. Για τον θάνατο που θα έρθει. Η Κάδμω βρωμάει θάνατο. 

Τότε είχες μπροστά σου τουλάχιστον τριάντα χρόνια καιρό. Τώρα δεν θα ξανάχεις ποτέ τριάντα χρόνια- καθαρά προπάντων, αμεταχείριστα, σαν την πρώτη ποδιά, όταν ακόμα το μπάλωμα δεν την απασχολεί καθόλου. 

Η Αξιώτη απευθύνεται στον εαυτό της πρωτίστως- τον τωρινό και τον παλιό- και δευτερευόντως στον αναγνώστη. Είναι σε κακή κατάσταση υγείας και πνευματικής διαύγειας όταν γράφει την Κάδμω, όμως το κείμενο έτσι αποκτά με τις επαναλήψεις, την αυτοαναφορικότητα και τα αποσπάσματα, μια σαγήνη που έχουν μόνον τα πραγματικά έργα του μοντερνισμού. Η ταύτιση δεν προκύπτει από την ιστορία που μπορεί να μην ξέρεις, αλλά από τα ίδια τα λόγια. 

Όλα τα πρόσωπα των βιβλίων μου ζωντανεύουν τώρα και με τριγυρίζουν. Όταν θα είμαι νεκρή θα μιλούν ίσως για μένα Αλλά τι να το κάμεις όταν θα είσαι μες στη γη, τυφλή, κουφή, αναίσθητη, χωρίς αναπνοή. Πρόσωπα που ποτέ δεν βλέπεις σε συνήθεις καταστάσεις. Γυναίκες γριές, άντρες ηλικιωμένοι, παιδιά μεγάλα ή μικρότερα…. Τα δικά τους παιδιά, εκείνων που σκοτώθηκαν πάνω στα βουνά, στ’ αντάρτικα, στις στεριές και στις θάλασσες. 

"Η Κάδμω" παρέμεινε εξαντλημένη για πολλά πολλά χρόνια. Η Αξιώτη ξεχάστηκε- σε καμιά βιβλιοθήκη μόνο κάποιος υποψιασμένος όπως εγώ θα έβρισκε αντίτυπο. Τώρα όμως επανήλθε, σε μια έκδοση που ακολουθεί την αρχική σε όλα, στις περικοπές και την επιμέλεια που έκανε μαζί με το Ρίτσο, στην στίξη, λέξη λέξη και το κείμενο ακολουθείται από μια σημαντική μελέτη, της Μαρίας Κακαβούλια. Έτσι, πέρα από το πρωτογενές αίσθημα, μαθαίνεις τι είναι αυτό που κάνει την Μέλπω Αξιώτη τόσο σημαντική στα ελληνικά γράμματα. Επιτέλους "Η Κάδμω" έχει μια έκδοση που της αξίζει. 



                                                                            Κατερίνα Μαλακατέ




"Η Κάδμω", Μέλπω Αξιώτη, εκδ. Κέδρος, 2015 (πρ.εκ.1972), σελ.246. 

27/1/16

"Η Δρακοντιά", Στάθης Κοψαχείλης



Ομολογώ πως είμαι παιδί του άστεως, δεν έζησα, κι ούτε φαντάζομαι ποτέ τον εαυτό μου να ζει στην επαρχία. Για αυτό συχνά η εμμονή των Ελλήνων συγγραφέων με τις βουκολικές ιστορίες με απωθεί, νιώθω σαν να ψάχνουν να βρουν στα νιάτα τους στο χωριό την χαμένη αθωότητα που απαρνήθηκαν, κάτι να καταυγάσει και να δικαιολογήσει την υπόλοιπη ζωή τους. Θεωρητικά, όλα αυτά θα μπορούσαν να ισχύουν για την «Δρακοντιά». Ένας συγγραφέας που ζει στην Θεσσαλονίκη, αλλά γράφει για το χωριό των παιδικών του χρόνων στο Λιτόχωρο, αναθυμάται ιστορίες του Εμφυλίου, τους τρελούς του χωρίου, τα χρόνια του στο αγροτικό ιατρείο των γύρω περιοχών. Μιλάει για ανθρώπους ξεχασμένους πια, διαφορετικούς από αυτούς που βλέπει κάθε μέρα. 

Η διαφορά είναι, πως εδώ το φόντο είναι η αφορμή. Για όποιο θέμα κι αν μιλούσε επιφανειακά ο Κοψαχείλης, σε ένα θα κατέληγε, στην ανθρώπινη ευαισθησία, στις σχέσεις και τις εσωτερικές τους συγκρούσεις. Τα διηγήματά του είναι άρτια από πλευράς τεχνικής κι έχουν μια μαγεία που την νιώθεις καθώς «περνούν οι λέξεις». Τα κείμενα διαθέτουν ρυθμό. Είναι από αυτά που αξίζει να τα διαβάζει κανείς φωναχτά, για να βρει το τέμπο και να καταλάβει την υποβλητικότητά τους, τι είναι αυτό που τα ξεχωρίζει. 

Απορροφημένος τόση ώρα από το παράξενο θέαμα δεν πρόσεξα ότι το κουτάβι είχε χωθεί μέσα στην κοίτη του ρέματος, όπου, ως φαίνεται, μύριζε τα χορτάρια. Κάποια στιγμή κι ενώ ο κάβουρας έχοντας φάει από το το φίδι κατευθυνόταν πάλι προς τη δρακοντιά, συναντήθηκε με το σκυλί που εκείνη την ώρα έβγαινε από το ρέμα. Βλέποντάς τον άρχισε να παίζει μαζί του, να τον γαβγίζει και να μην τον αφήνει να προχωρήσει. Ο κάβουρας εναγωνίως, προσπάθησε να προσπεράσει κατευθυνόμενος προς την άλλη πλευρά της κοίτης, αλλά το κουτάβι πάλι δεν τον άφηνε. Πέρασαν μερικά λεπτά με αυτό το παιχνίδι του σκυλιού, ώσπου ξαφνικά είδα τον κάβουρα- αλλάζοντας σιγά σιγά χρώμα από κοκκινωπό σε γκριζογάλανο- να παραιτείται από κάθε προσπάθεια, να χαλαρώνει και να αρχίζει να βγάζει αφρούς απ' το στόμα και μέσα σε ελάχιστο χρόνο να μένει ακίνητος έχοντας αφήσει την τελευταία του πνοή...

Με λίγα λόγια, "Η Δρακοντιά" δείχνει πως ανήκει σε έναν συγγραφέα που κατέχει πια άριστα τα αφηγηματικά του μέσα, που θα μπορούσε ό,τι και να διηγηθεί, να το κάνει καλά, με σωστές κορυφώσεις, άλλοτε με μυστικές εκρήξεις και άλλοτε με εντελώς απροκάλυπτες στιγμές κάθαρσης. Ένα βιβλίο υποθήκη για ακόμα καλύτερα στο μέλλον.


                                                                                        Κατερίνα Μαλακατέ
                     
                                                                               


"Η Δρακοντιά", Στάθης Κοψαχείλης, εκδ. Μελάνι, 2015, σελ. 101












Υ.Γ. 42 Το βιβλίο θα το έπαιρνα μόνο και μόνο για το εξώφυλλο. Εξαιρετικό. 

25/1/16

Πώς πέρασες τη μέρα σου; - (αξημέρωτα) του Μαραμπού



Παρακαλώ, προσέξτε τις ερωτήσεις σας. Αν ρωτάτε για την 16 Ιουνίου 1904 θα λάβετε μια μακροστελέστατη απάντηση και ίσως να μην σας αρέσει καθόλου αυτό. Αν απευθύνετε την ερώτηση στον Τζεήμς Τζόυς ενδέχεται να σας απαντήσει: “Α, τίποτα το ιδιαίτερο (μεγάλο ψέμα!!), τα γνωστά (Ιρλανδία και αγαπημένο βρωμοδουβλίνο – εδώ λέει την αλήθεια)”. Σε μια συνέντευξή του, ο Αμερικανός Τζόυς είπε για τον Ευρωπαίο Φώκνερ: «Πρέπει κανείς να διαβάσει τον Οδυσσέα του Τζόυς με τον ίδιο τρόπο που ένας αγράμματος χριστιανός διαβάζει την Παλαιά Διαθήκη. Με πίστη». Ξεκινώ λοιπόν, είπα μια μέρα, και ο Θεός μαζί μου!



Με όρους μουσικής θα λέγαμε ότι η φιγούρα του Τζόυς είναι pop, η γραφή του rock και η φήμη του classical. Ή μήπως είναι πολύ jazz αυτά που ισχυρίζομαι; Ο Οδυσσέας είναι αναγνωστικό απωθημένο εκατομμυρίων αναγνωστών και ίσως να αντιμετωπίζεται με περισσότερο φόβο απ' όσο του αξίζει – ο σεβασμός προς αυτόν όμως, θα πρέπει να είναι απόλυτος.

Σε όλους εσάς τους πολυμήχανους αναγνώστες που ετοιμάζεστε για το ταξίδι του Οδυσσέα, θέλω να σας προτείνω να διαβάσετε πρώτα την “Βιογραφία του Τζέημς Τζόυς” του Ρίτσαρντ Έλμαν. Ξέρω ότι είναι γοητευτικό να πιστέυουμε ότι μπορούμε να καταλάβουμε έναν σπουδαίο συγγραφέα με τις ίδιες μας τις δυνάμεις όμως ο Τζόυς δεν πρόκειται να μας χαριστεί τόσο εύκολα. «Όταν ο Μαξ Ήσταν τον ρώτησε γιατί δεν παρείχε την παραμικρή βοήθεια στον αναγνώστη, ο Τζόυς του απάντησε: “Να ξέρεις ότι οι άνθρωποι δεν εκτιμούν ποτέ τίποτα εκτός κι αν είναι να το κλέψουν. Ακόμη και μια κεραμιδόγατα προτιμάει να ξετρυπώσει ένα παλιοκόκαλο από τα σκουπίδια από το να έρθει να φάει ένα καλομαγειρεμένο κοψίδι από το πιάτο σου”». Πρόκεται ουσιαστικά για έναν θαυμάσιο οδηγό ανάγνωσης χωρίς την αρνητική χροιά και την διδακτική επιτίμηση με τις οποίες συνήθως φορτίζεται η φράση “οδηγός ανάγνωσης”. Προσωπικά, θεωρώ ότι είναι μια εξαιρετική κίνηση τακτικής που ενδεχομένως να αποσοβήσει τον κίνδυνο οριστικής ρήξης με τον Ιρλανδό συγγραφέα.




Ο Οδυσσέας είναι πολλά βιβλία μαζί – όσο τετριμμένη και αν ακούγεται η φράση αυτή – από άποψη τεχνικής, γλώσσας, μύθου, πλοκής. Είναι πολύ δύσκολο να περιγράψεις σε ένα σύνολο 2000 λέξεων περίπου την σπουδαιότητα αυτού του βιβλίου. Από την άλλη, είναι εξίσου δύσκολο να βρεις τις ποιοτικές εκέινες λέξεις που θα σταθούν πλάι στην μεγαλοσύνη του, και άρα – εντελώς συγκρουσιακά – ίσως να είναι ήδη υπερβολικά πολλές οι 2000 λέξεις. Σε μία έκρηξη μεγαλομανίας, όμως, αποφάσισα να αφιερώσω μία ανάρτηση για κάθε κεφάλαιο του Οδυσσέα! Η ανάλυσή μου (αν υποθέσουμε ότι πρόκειται για τέτοια!) βασίζεται αποκλειστικά στο βιβλίο του Ρίτσαρντ Έλμαν “Βιογραφία του Τζέημς Τζους” και σε όσα βιβλία του ίδιου του Τζόυς έχω διαβάσει.

[...] Στην Οδύσσεια εμπεριέχονται τα πιο όμορφα, τα πιο ανθρώπινα χαρακτηριστικά. (...) Πρόσεξε την ομορφιά των μοτίβων: ο μοναδικός άνδρας σε όλη την Ελλάδα που είναι εναντίον του πολέμου, και ο πατέρας. (...) Μετά την Τροία δεν ξαναγίνεται λόγος για τον Αχιλλέα, τον Μενέλαο, τον Αγαμέμνονα. Μόνον ένας δεν εγκαταλείπει το προσκήνιο, γιατί η σταδιοδρομία του ως ήρωα έχει μόλις αρχίσει: ο Οδυσσέας. (...) Κατόπιν έχουμε το μοτίβο της περιπλάνησης... το μοτίβο του καλλιτέχνη που προτιμάει να θυσιάσει τη ζωή του από το να απαρνηθεί αυτό που τον ενδιαφέρει... Κατόπιν το εκπληκτικό χιούμορ στον Πολύφημο! “Το όνομά μου είναι Κανένας” (...) Και η επιστροφή, πόσο βαθιά ανθρώπινη! (...) Σχεδόν φοβάμαι να καταπιαστώ με ένα τέτοιο θέμα. Είναι συνταρακτικό.

Με αυτές τις σκέψεις, ο Τζόυς ύφαινε στο μυαλό του το μυθιστόρημα που θα γινόταν το λογοτεχνικό αριστούργημα του περασμένου αιώνα. Η ιστορία τοποθετείται μία συγκεκριμένη μέρα στο Δουβλίνο, την 16 Ιουνίου 1904. Είναι η μέρα που γνώρισε την γυναίκα του Νόρα, με την οποία έζησε μαζί της μια ολόκληρη ζωή έξω, αλλά κυρίως μέσα στην λογοτεχνία. Η 16ή Ιουνίου ήταν η ιερή μέρα που χώρισε τον Στήβεν Δαίδαλο, τον επαναστατημένο νέο, από τον Λέοπολντ Μπλουμ, τον περιποιητικό σύζυγο. Αυτές οι δύο φωνές συνυπάρχουν αρμονικά μέσα στον Οδύσσεα, ώστοσο να μην ξεχνάμε ότι τις χωρίζει μια περίοδος περίπου 20 χρόνων. Ο Στέφανος παραμένει ο οργισμένος έφηβος του Πορτραίτου και ουσιαστικά τα 3 πρώτα κεφάλαια του Οδυσσέα είναι μια συνέχειά του. Στην εσωτερική του φωνή είναι πολύ εύκολο για μας να αναγνωρίσουμε ευκρινώς τον ίδιο τον Τζόυς. Ο Μπλουμ που πρωτοεμφανίζεται στο τέταρτο κεφάλαιο είναι μια συρραφή τύπων/φωνών και μας δυσκολεύει περισσότερο να αναγνωρίσουμε σε αυτόν την περσόνα του Τζόυς.

[...] Ο Άλντους Χάξλει υποστηρίζει ότι ο Τζόυς επέμενε σε μια ετυμολογία “του δέκατου τρίτου αιώνα” για τον ελληνικό τύπο του ονόματος Οδυσσέας. Υποστήριζε ότι ήταν ένας συνδυασμός του Ούτις-κανένας και του Ζευς-θεός. Η ετυμολογία είναι απλούστατα φαντασιώδης, αλλά πρόκειται για ελεγχόμενη φαντασίωση που στην ουσία ενισχύει την εικόνα του Τζόυς για τον σύγχρονο Οδυσσέα. Διότι ο Μπλουμ είναι ένας “κανένας” – ένας πλασιέ, ο οποίος εκτός από την οικογένειά του, δεν έχει στην ουσία καμιά επίδραση στον κόσμο γύρω του – κι όμως υπάρχει θεός μέσα του. Λέγοντας θεός ο Τζόυς δεν έχει κατά νου τον Χριστιανισμό (...) Το θεικό κομμάτι του Μπλουμ είναι η ανθρώπινη φύση του – η θεωρία ότι υπάρχει ένας δεσμός ανάμεσα στον ίδιο και στα άλλα πλάσματα.

Έχετε ακόμα αμφιβολίες; Πιστεύετε ότι θα τα βρείτε σκούρα; Μήπως θεωρείτε ότι δεν αξίζει να το διαβάσετε; Έλα, δε θέλω να ακούω βλακείες.

Προς στιγμή η Καθλήν αιφνιδιάστηκε, αμέσως όμως είπε, «Να σου πω, Τζιμ, η μητέρα είπε πως δεν αξίζει να το διαβάσει κανείς». «Αν δεν αξίζει να διαβάσει κανείς τον Οδυσσέα, τότε δεν αξίζει η ζωή που ζούμε», απάντησε ο Τζόυς.


                                                                                                             Μαραμπού 


"Οδυσσέας", Τζέημς Τζόυς, μετ. Ελευθέριος Ανευλαβής, εκδ. Κάκτος, 2014, σελ 1098

24/1/16

Συνέντευξη του Κώστα Κυριακόπουλου στις 6μ.μ. στον Amagi



Σήμερα στο Διαβάζοντας στον www.amagi.gr μαζί μας θα είναι ο Kostas Kyriakopoulos, διευθυντής του ΟΣΔΕΛ. Θα μιλήσουμε για τον οργανισμό, για το τι είναι εύλογη αμοιβή δημιουργού, γιατί υπάρχει ανταποδοτικό τέλος στα φωτοτυπικά και γιατί θα έπρεπε(;) να υπάρχει στους υπολογιστές και τις συσκευές ανάγνωσης. Φυσικά θα πούμε και δυο λογάκια για την www.osdelnet.gr. Αν διαφέρει και ως προς τι από την biblionet, αν έχει νόημα η ύπαρξη και των δυο.
Κληρώνουμε 2 αντίτυπα "Οι εγκλωβισμένοι" του Δημήτρη Οικονόμου, ευγενική προσφορά από τις Εκδόσεις Ίκαρος - Ikaros Publishing. Για να λάβετε μέρος στην κλήρωση ακολουθείστε τις οδηγίες στο fb group της εκπομπής ή αφήστε ένα σχόλιο εδώ. 
Μην μας χάσετε, Κυριακή 6-8 μ.μ

Ακούστε την εκπομπή της προηγούμενη εβδομάδας με τη συνέντευξη της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου εδώ:

Ενώ όλες τις παλιές εκπομπές θα τς βρείτε συγκεντρωμένες εδώ: 


ή εδώ:

Διαβάζοντας@amagi (podcasts) 2015-2016
Διαβάζοντας@amagi (τα podcasts) 2014-2015



22/1/16

"Τα όνειρα μού δέλουν", Σωτήρης Δημητρίου



O Σωτήρης Δημητρίου είναι ένας από τους δεξιοτέχνες της μικρής φόρμας και στο «Τα όνειρα μού δέλουν» είναι ίσως στην καλύτερή του φόρμα. Διηγήματα αριστοτεχνικά, κάποιες φορές θέλεις να σπάσεις την αρτιότητά τους, να ζητήσεις από τον συγγραφέα να είναι λιγότερο τέλειος. 

Πέρα από το στυλ όμως, ο Δημητρίου έχει ένα ακόμα ατού, την απλότητα και την αμεσότητα. Δεν μπλέκει τον αναγνώστη παρά μόνον στα βάθη των ανθρωπίνων σχέσεων, δεν του ζητά κάτι εξεζητημένο, μόνον να ταυτιστεί και να νιώσει. Η γλώσσα του είναι εντελώς καθημερινή- η χαρακτηριστική χρήση της ντοπιολαλιάς της Θεσπρωτίας είναι εδώ σαφώς μειωμένη αλλά δεν έχει εκλείψει- οι ήρωες του άνθρωποι πονεμένοι και ερωτεύσιμοι. 

Βασικό θέμα οι άνθρωποι. Οι σχέσεις τους. Το σεξ. Ο έρωτας. Η ζωή με τους άλλους. Οι άλλοι. Τρία τουλάχιστον διηγήματα ασχολούνται με τρόπο ακραίο και προκλητικό με την αιμομιξία, ένα περιέχει μια σκηνή τόσο ερωτική που θα μείνει για πάντα στην μνήμη μου. Οι ήρωες του Δημητρίου είναι ηθικοί άνθρωποι, στα μάτια τους, αλλά σπάνε τους κανόνες των άλλων. Όχι γιατί ζητούν πολλά, για να ζήσουν την ζωή τους. Μερικοί δεν τους σπάνε. Αυτοί είναι οι πιο θλιβεροί, οι πιο κατεστραμμένοι. Ένα διήγημα, το ομώνυμο, μυρίζει θάνατο. Αλλά και τα άλλα, δίνουν μια τόση δα αίσθηση. Εκεί είναι και στα άλλα αυτός. Όπως και το μεταφυσικό. Τριγυρίζει την συλλογή αλλά παραδόξως δεν την ορίζει. Την ορίζουν οι άνθρωποι.

Αν κάτι αλλάζει νομίζω σε αυτό το βιβλίο είναι πως οι αρκετοί από τους ήρωες του Δημητρίου ζουν σε αστικό περιβάλλον. Δεν είναι άλλοι, ούτε ο συγγραφέας ξεχνά την Ηπειρώτική του λιτότητα- είναι αυτό που τον ξεχωρίζει και τον καταυγάζει εξάλλου. Ίσα ίσα που αυτό είναι από τα πιο ενδιαφέροντα κομμάτια. 

Με λίγα λόγια, έχω την αίσθηση πώς ο Σωτήρης Δημητρίου κάνει με τούτη τη συλλογή επίδειξη δύναμης. Για να μην ξεχνάμε ποιοι είναι οι σημαντικοί Έλληνες διηγηματογράφοι των καιρών μας. 


                                                                                            Κατερίνα Μαλακατέ

"Τα όνειρα μού δέλουν", Σωτήρης Δημητρίου, εκδ. Πατάκης, 2015, σελ. 118












Υ.Γ. 42 το εξώφυλλο παίζει να είναι το ωραιότερο της χρονιάς


20/1/16

"Άνθρωπος στον Άρη", Andy Weir



Ομολογώ πως ξεκίνησα να διαβάζω τον Άνθρωπο στον Άρη γιατί μού έφαγε τα αυτιά ο Μαραμπού και βαριόμουν την γκρίνια του. Επίσης έχοντας μόλις τελειώσει το κοπιαστικό έργο της ανάγνωσης του «Δόκτωρος Φάουστους», έργο απολαυστικό αλλά ταυτόχρονα και εξόχως ξεζουμιστικό, χρειαζόμουν περισπασμό. Α, ίσως έφταιξε που η Ελένη Γαρυφαλάκη μου έβαλε το βιβλίο στα χέρια στο ίδιο μου το βιβλιοπωλείο.

Ένας αστροναύτης ξεμένει στον Άρη, γιατί τα μέλη της αποστολής του τον νομίζουν για νεκρό έπειτα από μια αμμοθύελλα. Εκεί – για καλή του τύχη είναι ο βοτανολόγος και ο μηχανικός της αποστολής- βρίσκει τρόπους να επιβιώσει ως να έρθουν να τον πάρουν σε 4 χρόνια που είναι η επόμενη αποστολή στον Άρη. Φυτεύει πατάτες μες στον σταθμό, χρησιμοποιεί για λίπασμα τα κόπρανά του, εκμεταλλεύεται τα πάντα, με χιούμορ και ευρηματικότητα. 

Πέρα από τις στιγμές γέλιου, ξέρω τι ήταν αυτό που με έκανε να απολαύσω τόσο πολύ το βιβλίο. Ο Ιούλιος Βερν. Ναι, η παιδική μου θητεία σε βιβλία που ζητούσαν από τον αναγνώστη να καταλάβει, να σκεφτεί μαζί τους το επόμενο τεχνολογικό επίτευγμα που θα χρησιμοποιηθεί στην πλοκή. Με λίγα λόγια η χαρά του βιβλίου είναι πως σε βάζει να εφευρίσκεις τρόπους και αρκετές φορές σε αφήνει πραγματικά ενεό, «τι σκέφτηκε ο άνθρωπος». Φαίνεται σχεδόν απίστευτο το τι μηχανεύεται ο συγγραφέας και ο πρωταγωνιστής. Κι είναι όλα πράγματα που στέκουν ή θα μπορούσαν να σταθούν, δεν νιώθεις στιγμή να σε κλέβει. 


Το βιβλίο είναι καθαρόαιμη επιστημονική φαντασία, αλλά δεν είναι μόνον για τους σκληρούς αναγνώστες του είδους. Είναι τέτοια η γραφή που νομίζω πως απευθύνεται σε όλους, χωρίς κανένας να νιώσει πως έχασε την ώρα του. Αρκεί να πω πως 430 σελίδες τις διάβασα μέσα σε μιάμιση μέρα. 


                                                                                         Κατερίνα Μαλακατέ


"Άνθρωπος στον Άρη", Andy Weir, μετ. Κώστας Χαρβάτης, εκδ. Παπαδόπουλος, σελ. 430













Υ.Γ. Για το βιβλίο έχουν γράψει στο διαβάζοντας τόσο ο Μαραμπού, όσο και ο Παναγιώτης Κροκιδάς



18/1/16

"Ode to Joyce" του Μαραμπού


Μου αρέσουν οι βιογραφίες σπουδαίων συγγραφέων. Για μένα, ούτε μυθοποιούν ούτε απομυθοποιούν τον βιογραφούμενο. Απλώς μου χαρίζουν ευχάριστες αναγνωστικές ώρες όταν έχω εξαντλήσει το συγγραφικό τους έργο ή μου χαρίζουν μια πολύτιμη ανάσα πριν καταπιαστώ με το υπόλοιπο έργο τους. Σίγουρα φωτίζουν ή επισκιάζουν κάποιες πτυχές του συγγραφέα (και κατ' επέκταση του έργου) αλλά στην ουσία δεν αλλάζουν τίποτα στην σχέση μου με τον εκάστοτε βιογραφούμενο συγγραφέα. Κάποιες είναι καλύτερες από κάποιες άλλες γιατί και ο βιογράφος είναι συγγραφέας και όσο ταλέντο και αν δανειστεί από τον συγγραφέα, το πορτραίτο του οποίου προσπαθεί να φιλοτεχνήσει, αν δεν έχει και ο ίδιος ταλέντο τότε άστα να πάνε (το καλό είναι ότι ποτέ κανείς δεν θα θελήσει να του κάνει τη βιογραφία!). Για τον Τζόυς βρέθηκε ο Έλμαν, ο οποίος και ταλέντο διαθέτει και τη διορατικότητα να διακρίνει ότι για τον συγγραφέα του Οδυσσέα οποιαδήποτε βιογραφία κάτω των 900 σελίδων θα ήταν φτωχή και ανεπαρκής. Ακόμα και αν κάτι τέτοιο δεν ισχύει, φρόντισε τουλάχιστον τις 900 σελίδες να τις κάνει ένα συναρπαστικό βιβλίο. 


Η οικογένεια Τζόυς


Η βιογραφία του Τζόυς μπορεί να συνοψιστεί στην ακόλουθη οξύμωρη φράση: είναι ένα βιβλίο για όλους εκείνους τους αναγνώστες που θέλουν να “διαβάσουν” Τζους χωρίς να διαβάσουν Τζόυς! Πολλοί είναι οι αναγνώστες που λένε ότι έχουν διαβάσει τα μεγάλα έργα του Τζόυς ενώ στην πραγματικότητα δεν το έχουν κάνει – διαβάζοντας την βιογραφία του Έλμαν, θα μπορούν να το λένε και να το πιστεύουν πλέον και οι ίδιοι, ότι όντως τα έχουν διαβάσει! Γιατί μέσα εκεί βρίσκονται όλα τα στοιχεία και οι σκέψεις που ενέπνευσαν τα μεγάλα έργα στον σπουδαίο Ιρλανδό, λείπει μόνο ένα στοιχείο, η λογοτεχνία. Εντάξει υπερβάλλω, λογοτεχνία υπάρχει, αλλά είναι του Έλμαν, λείπει η μεγάλη λογοτεχνία του Τζόυς (όμως για την λογοτεχνία του Τζόυς θα μιλήσουμε σε μια μελλοντική, φανταστική ή φαντασμένη, ανάρτηση). 

Αυτό που με γοήτευε πάντα στον Τζόυς (εκτός από την γλώσσα του, η οποία σε πολλούς αναγνώστες, το καταλαβαίνω, φαίνεται στρυφνή και αποτρεπτική) είναι η επιμονή του και η προσήλωση του στην καλλιτεχνική δημιουργία. Σε αυτόν τον συγγραφέα, περισσότερο από κάθε άλλον, αισθάνομαι την πραγμάτωση του απόλυτου καλλιτέχνη. Ο Τζόυς, για μένα, δεν είναι συγγραφέας (όσο άριστα και αν χειρίζεται την γλώσσα) αλλά καλλιτέχνης, που έμεινε πιστός σε αυτό από την αρχή της ζωής του ως το τέλος. 

Στην τέχνη του ο Τζόυς προχώρησε πέρα από την κακοτυχία και την απογοήτευση, που είχε πλέον συνηθίσει να θεωρεί σαν κυρίαρχες νότες στην ζωή του, και εξέφρασε το μόνο πράγμα που σεβόταν, την απόρριψη – στο όνομα της ανθρωπότητας και με τη μέθοδο της κωμωδίας – του φόβου και της σκληρότητας.

Joyce and Company



 Και κακοτυχίες και απογοητεύσεις είχε αρκετές η ζωή του Τζόυς. Από την εξαντλητική αναζήτηση των πόρων που θα του εξασφάλιζαν το φαγητό της οικογένειάς του, μέχρι την εξαντλητική προσπάθεια να εκδώσει τους Δουβλινέζους και να καθιερωθεί ως συγγραφέας. Το στόμα μου είναι γεμάτο σάπια δόντια και η ψυχή μου σάπιες ελπίδες. Και από κοντά, η ανελέητη ασθένεια που τον καθιστούσε σταδιακά τυφλό χωρίς ποτέ ωστόσο να καταφέρει να θολώσει την καλλιτεχνική του όραση. Κλείσε τα μάτια σου και βλέπε. Το βιβλίο διαθέτει μια περιπετειώδη δομή (είτε περιγράφει τις σωματικές είτε τις πνευματικές περιπέτειες του Τζόυς) και διαβάζεται σχεδόν με κομμένη την ανάσα. Ο Τζέημς Τζόυς μετατρέπεται σε έναν συναρπαστικό χαρακτήρα (όπως και ο ίδιος φρόντισε να γίνει στα δικά του βιβλία!) που τον ακολουθείς με ανυπομονησία σε κάθε νέα περιπέτειά του.


το πορτραίτο του καλλιτέχνη σε νεαρή ηλικία

H πιο συγκινητική στιγμή του βιβλίου και εκείνη που δεσπόζει σε μια πλουραλιστική 900σέλιδη βιογραφία είναι αναμφίβολα η γνωριμία του Τζόυς με τον Ετόρε Σμιτζ. Δύο εκ των σπουδαιότερων συγγραφέων του περασμένου αιώνα παραλίγο να μείνουν άγνωστοι σε μας, αν σε μια καθοριστική στιγμή, ο καθένας με απίστευτο θάρρος δεν επούλωνε την τσακισμένη αυτοπεποίθηση του άλλου. Και αν δεν αναγνωρίζετε τον έναν σπουδαίο συγγραφέα, να σας πω ότι πρόκειται για τον Ίταλο Σβέβο, που αποτέλεσε και ένα από τα πρότυπα για τον Λεοπόλδο Μπλουμ. Ο Ίταλο Σβέβο αποθαρρημένος από την αφάνεια των δυο πρώτων μυθιστορημάτων του (“Δεν υπάρχει ομοφωνία πιο τέλεια από την ομοφωνία της σιωπής”) αλλά πάντα μεγαλόψυχος εκτίμησε την ομορφιά των 3 πρώτων κεφαλαίων του Πορτραίτου, ακριβώς την στιγμή που ο Τζόυς πίστευε ότι είχε φτάσει σε τέλμα, και εκείνος με τη σειρά του αναζωπύρωσε μεμιάς την συγγραφική φωτιά και των δυο τους (“Το ξέρεις ότι είσαι ένας παραγνωρισμένος συγγραφέας;”). Υπερισχύει η φήμη ότι ο Τζόυς ανακάλυψε τον Σβέβο αλλά ενδεχομένως να συνέβη και το αντίστροφο – ο Σβέβο πάντως, ως ένας άνθρωπος χαμηλών τόνων, ποτέ δε θα το παραδεχόταν! 


Μέσα στη βιογραφία υπάρχουν πάμπολλα γράμματα από και προς τον αδερφό του Τζόυς, Στανίσλαο αλλά και τη γυναίκα του Νόρα – αν και ο Έλμαν κατηγορήθηκε ότι αποσιώπησε αρκετά που είχαν ελευθεριάζοντα λόγο, μικρό δείγμα των οποίων εκδόθηκε σχετικά πρόσφατα από τον Πατάκη, “Γράμματα στη Νόρα”, μια έκδοση η οποία χωρίς εκτενή δοκιμιακή εισαγωγή, μοιάζει αδιάφορη και ηδονοβλεπττική, κάτι που ο Έλμαν απέφυγε, δίνοντάς μας όμως την σχέση που είχαν αυτά με τον ψυχισμό του Τζόυς και την σύνδεση που απέκτησαν μέσα στο καλλιτεχνικό του έργο. Επίσης, σημαντικό τεκμήριο που φωτίζει τις αθέατες πλευρές του Τζόυς είναι το ημερολόγιο του Στανίσλαου, ο οποίος αποδείχθηκε βράχος στην ζωή και στο πνεύμα του Τζόυς, παρά την αμφίσημη στάση που του επιφύλαξε ο δεύτερος. Θεωρώ ανεπίτρεπτο για έναν τόσο σημαντικό συγγραφέα να μην έχουν εκδοθεί στα Ελληνικά, η αλληλογραφία του, τα κριτικά του δοκίμια και το σημαντικό ημερολόγιο του αδερφού και προσδοκώ σε μια μελλοντική επανόρθωση. 


Στανίσλαος Τζόυς


Ο πολυμήχανος Τζόυς θα τα κατάφερνε όπως και να'χε, όμως στις πιο δύσκολες στιγμές του, η προσωπική του Αθηνά εμφανίστηκε με την όψη μιας σεμνότυφης Αγγλίδας. Η γενναιοδωρία της συνεχίστηκε για όλη την υπόλοιπη ζωή του Τζόυς κι ακόμη πιο ύστερα, διότι ανέλαβε και τα έξοδα της κηδείας του. Δεν του ζήτησε ποτέ τίποτα και έφτασε στο σημείο να εγκαταλείψει δικά της σχέδια για να μπορέσει ο Τζόυς να συνεχίσει τα δικά του, αποφασισμένη να προσφέρει στη μεγαλοφυΐα του την ανταμοιβή που ο κόσμος μέχρι τότε του την αρνιόταν. Η συμπεριφορά της ήταν η επιτομή της γυναικείας ευφυίας και κατανόησης όπως θα την απέδιδε ο Χένρι Τζέημς.



Dear Miss Weaver



Μέτα την εγκατάστασή του στο Παρίσι και την έκδοση του Οδυσσέα το 1922, η φιγούρα του Τζόυς (νομίζουμε ότι) γίνεται αυτό που οι περισσότεροι αναγνώστες έχουν στο μυαλό τους – μια υπεροπτική και αλαζονική περσόνα που εκφυλίστηκε από το βάρος της ιδιοφυΐας της. Αυτή η διαχωριστική γραμμή εμφανίζεται στην Βιογραφία του Έλμαν με την ελαχιστοποίηση των αναφορών στον Στανίσλαο και στους παλιούς φίλους και την υπερπροβολή γνωστών συγγραφέων που συνδέθηκαν με τον “παρισινό” Τζόυς (πράγμα λογικό καθότι ο Τζόυς ζούσε πια στο Παρίσι). Ωστόσο, μην ξεχνάτε ότι ο Οδυσσέας είναι όσα προηγήθηκαν, και εκεί εμφανίζεται ως ένας ευαίσθητος άνθρωπος και συνεπής καλλιτέχνης, κάτι που μάλλον πλησιάζει περισσότερο στην αλήθεια και το οποίο ουσιαστικά ποτέ δεν αποτίναξε. Ο Τζόυς είναι ιδιάζουσα περίπτωση καλλιτέχνη όπου μύθος και πραγματικότητα συμπλέκονται σε ένα σύνολο εντυπωσιακής αισθητικής απόλαυσης – ο Έλμαν στην Βιογραφία του πετυχαίνει το ίδιο, συνθέτει την εικόνα του Τζόυς με αναμίξεις μύθου/πραγματικότητας και φτιάχνει το πορτραίτο του καλλιτέχνη σε κάθε ηλικία, μέσα από μια συναρπαστική ανάγνωση. Οι πολυσέλιδες πηγές του εξαλείφουν βέβαια κάθε υποψία μύθου στα γεγονότα, ωστόσο ο αναγνώστης θα μαγευτεί τόσο από την πλοκή που για μερικές στιγμές θα παρασυρθεί και θα αμφιταλαντευτεί. Η έκδοση της Scripta είναι πολυτελής (ετεροχρονισμένα, στεναχωριέμαι πραγματικά που περίμενα να πεθάνει ο εκδοτικός για να γευματίσω από τους πρώτους με το πτώμα του!), καλαίσθητη, με πλούσιο φωτογραφικό υλικό και εμπλουτισμένη με ένα εξαιρετικό πρόλογο του συγγραφέα. Η μετάφραση της Αθηνάς Δημητριάδου είναι υποδειγματική. Ίσως ένα σκληρό εξώφυλλο που θα συγκρατούσε καλύτερα τον όγκο του βιβλίου, θα ήταν προτιμότερο. 


Ο Έζρα Πάουντ στον τάφο του Τζόυς


Ο Τζόυς είναι σπουδαίος καλλιτέχνης γιατί υπήρξε ένας σπουδαίος άνθρωπος. Αδάμαστος, όπως και η γραφή του. 

Ό,τι κι αν έκανε, τα δυο βασικά του ενδιαφέροντα – η οικογένειά του και το γράψιμό του – ήταν ακλόνητα. Τα πάθη αυτά έμειναν αμείωτα. Η ένταση του πρώτου έδωσε στο έργο του την κατανόηση και την ανθρωπιά του· η ένταση του δεύτερου έδωσε στη ζωή του αξιοπρέπεια και βαθιά αφοσίωση.


Ο Τζόυς με τον εγγονό του Στέφανο


                                                                                                  Μαραμπού

"Τζέημς Τζόυς", Ρίτσαρντ Έλλμαν, μετ. Αθηνά Δημητριάδου, εκδ. Scripta, 2005, σελ. 953

17/1/16

Διαβάζοντας@amagi: Συνέντευξη της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου στις 6μ.μ.





 Σήμερα στο Διαβάζοντας@amagi κοντά μας η εξαιρετική μεταφράστρια (και συγγραφέας- να τα λέμε αυτά) Margarita Zachariadou.
Κληρώνουμε 2 αντίτυπα "Το τιμολόγιο", Jonas Karsson, μετ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, ευγενική προσφορά από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Για να λάβετε μέρος στην κλήρωση πατήστε "Μου αρέσει" και κοινοποιήστε ή σχολιάστε στο ποστ στο φβ ή σχολιάστε σε αυτή την ανάρτηση.
Μην μας χάσετε, Κυριακή 6-8μ.μ. στον www.amagi.gr


Η προηγούμενή μας εκπομπή με τον ποιητή Χάρη Βλαβιανό είναι εδώ:


15/1/16

"Δόκτωρ Φάουστους", Thomas Mann



Ήταν πολλά τα χρόνια από την τελευταία φορά που διάβασα Τόμας Μαν, πάνω από δέκα, οπότε συμφωνήσαμε με τον Librofilo να διαβάσουμε «Δόκτωρ Φάουστους» στην Λέσχη Ανάγνωσης του Booktalks που συντονίζουμε ελαφρά τη καρδία. Θυμόμουν την αναγνωστική απόλαυση του «Μαγικού βουνού» και ήθελα να το προσπαθήσω. Η επιλογή ήταν ακατάλληλη για Λέσχη Ανάγνωσης κι αυτό φάνηκε σχεδόν από την πρώτη εβδομάδα. Τέτοια έργα πρέπει να διαλέγεις εσύ πότε θα τα διαβάσεις και να μην στο «επιβάλλει» κανείς. 

Στην αρχή, και μέχρι να συνηθίσει κανείς τον αργό ρυθμό, το βάθος, τους μουσικούς όρους και τον διανοητικισμό του Μαν, το βιβλίο μοιάζει βασανιστικό. Αφηγητής είναι ο φιλόλογος Τσάιτμπλομ, ο πιο στενός παιδικός φίλος του ιδιοφυούς συνθέτη Λέβερκυν που αποφασίζει να μας εξιστορήσει την βιογραφία του. Από τα παιδικά τους χρόνια, όπου ήδη η ιδιοφυΐα, αλλά και η παγερή ιδιοσυγκρασία του Λέβερκυν ξεχώριζε, ως τα χρόνια της ακμής και τελικά της πτώσης του συνθέτη, μας περιγράφει με ψυχαναγκαστική λεπτομέρεια σχεδόν όλες τις συζητήσεις του Λέβερκυν. Έτσι ο Τόμας Μαν θα ασχοληθεί με βασικά θέματα, όπως η τέχνη, η ζωή, η αγάπη, η λαγνεία και η μουσική. Αλλά το βασικό είναι πως θα φτιάξει μια αλληγορία για την γιγάντωση του Ναζισμού στην Γερμανία, θα λοιδορήσει την ίδια την τοιχογραφία της μπουρζουαζίας που στήνει μπροστά στα μάτια μας, θα καταφερθεί εναντίον της Γερμανικότητας και ταυτόχρονα θα την υμνήσει. 

«Η βαρβαρότητα είναι το αντίθετο της καλλιέργειας μόνο βάση της κατάταξης των ιδεών που μας παρέχει ετούτη η ίδια»

Ο Λέβερκυν είναι ένας άντρας χωρίς πολλές σεξουαλικές ορμές. Την μία και μοναδική φορά που έχει επαφή με μια πόρνη, κολλάει σύφιλη. Από κει και μπρος το ταλέντο του απογειώνεται, παρατά την θεολογική σχολή και αφιερώνεται στην μουσική, ζει σε ένα αγρόκτημα ως νοικάρης που μοιάζει παρά πολύ με το πατρικό του. Κι εκεί μπαίνει ο διάβολος. Ένας διάβολος που μοιάζει στις λαϊκές δοξασίες, αλλά δεν μοιάζει, ένα κουτσαβάκι στην αρχή, που υπόσχεται 24 χρόνια ζωής αρκεί ο Λέβερκυν να μην αγαπήσει ποτέ κανέναν. Πού ούτε λίγο ούτε πολύ υπονοεί πως ο Λέβερκυν κόλλησε εν γνώσει του την ασθένεια για να απογειωθεί καλλιτεχνικά μέσω της τρέλας. 

Λέει ο Μεφιστοφελής: 

«Ο καλλιτέχνης είναι του εγκληματία αδελφός και του τρελού. Έχεις την γνώμη ότι δημιουργήθηκε ποτέ ένα διασκεδαστικό έργο χωρίς ο ποιητής του να έχει εξοικειωθεί με την έννοια του εγκληματία και του παλαβού; Τι αρρωστημένο και τι υγιές. Ποτέ στην ζωή της η ζωή δεν τα κατάφερε δίχως το αρρωστημένο» 

Ο συνθέτης συμφωνεί με τον διάολο, που είναι και δεν είναι, αποκύημα της σύφιλης. Και συνεχίζει την ζωή του, με φίλους που δεν καταλαβαίνουν την μουσική του, ψυχρός, ανέραστος, μόνος, μεγαλοφυής. Το τέλος θα είναι τραγικό, σε μια σκηνή που ίσως είναι από τις σημαντικότερες της λογοτεχνίας ως σήμερα. 

Το βιβλίο είναι μια πολιτική αλληγορία, όμως φυσικά δεν είναι μόνον αυτό. Οι συμβολισμοί είναι πάρα πολλοί κι οι περισσότεροι μάλλον θα διαφύγουν σε αυτόν που το διαβάζει για πρώτη φορά. Ο αφηγητής είναι εντελώς ανορθόδοξος για τόσο μεγάλο έργο, απευθύνεται στον αναγνώστη, πελαγοδρομεί. Η σχέση του με τον Λέβερκυν είναι ακραία, τον θαυμάζει και του στέκεται χωρίς καμία συναισθηματική ανταμοιβή. Η αγάπη και η σεξουαλικότητα μοιάζουν να οδηγούν στην τιμωρία, την πτώση και τον θάνατο. Η ματαιότητα της αστικής γερμανικής τάξης πριν τον πόλεμο επιφέρει τον χλευασμό του συγγραφέα, που ειρωνεύεται τους ήρωες του ανοιχτά, ενώ τα δικά του θέματα με την τέχνη και την έμπνευση διατρέχουν όλο το κείμενο. Η θεολογία και η μουσική, καθώς και η φιλοσοφία αναλύονται από τους χαρακτήρες διεξοδικά. 

Οι επιθυμίες και οι ελπίδες μου είναι αναγκασμένες να αντιτίθενται στη νίκη των γερμανικών όπλων, επειδή αυτή η νίκη θα έθαβε το έργο του φίλου μου, η κατάρα της απαγόρευσης και της λησμονιάς θα το κάλυπτε ίσως για εκατό χρόνια, έτσι που θα έχανε τον δικό του χρόνο και θα δεχόταν μονάχα σε έναν ύστερο χρόνο ιστορικές στιγμές. 

Τελικά, αυτό που προκύπτει είναι ένα εντελώς εγκεφαλικό πορτρέτο της Ναζιστικής Γερμανίας, με τους ήρωες να είναι τόσο μπερδεμένοι, όσο ήταν οι Γερμανοί τότε, και το φάσμα του Ναζισμού να στοιχειώνει όλο το κείμενο. Πάντως σε καμία περίπτωση δεν μιλάμε για κάτι ζωντανό και δυνατό, είναι μια ύπουλη υποβολή της κατάστασης, μια εγκεφαλική σύγχυση, πολύ διαφορετική από ό,τι συνήθως στην Γερμανική λογοτεχνία της περιόδου.

Χωρίς αμφιβολία ο "Δόκτωρ Φάουστους" είναι από τα σημαντικότερα και ταυτόχρονα από τα δυσκολότερα να προσεγγίσει κανείς μυθιστορήματα της λογοτεχνίας του περασμένου αιώνα. Διαπραγματεύεται έναν πασίγνωστο μύθο με εντελώς διαφορετικούς όρους, χωρίς να υπολογίζει την αναγνωστική απόλαυση παρά μόνον στις χαρακτηριστικές εξαντλητικές περιγραφές. Ένα έργο αντάξιο ενός σπουδαίου και ταυτόχρονα στρυφνού και αμφιλεγόμενου συγγραφέα. 



                                                                                            Κατερίνα Μαλακατέ



"Δόκτωρ Φάουστους", Τόμας Μαν, μετ. Θόδωρος Παρασκευόπουλος, εκδ. Πόλις, 2002, σελ. 720

13/1/16

"Γιατί γράφω ποίηση", Χάρης Βλαβιανός



Το βιβλίο του Χάρη Βλαβιανού θα μπορούσε να διαβαστεί σε δέκα λεπτά, ακόμα και πάνω από τον πάγκο του βιβλιοπωλείου. Από έναν απρόσεκτο αναγνώστη, που δεν θα ήθελε να εμβαθύνει, που θα προσπερνούσε τις λέξεις, που θα έβρισκε ίσως μια ευφυΐα στον κάθε αφορισμό, ίσως και κάποιο χιούμορ, μια λογοτεχνική εκζήτηση, κι έπειτα θα το ξεχνούσε. Αν όμως συμπεριφερθείς στο βιβλιαράκι σαν να ήταν ποίηση κι όχι απλά ένα χαριτωμένο ανάγνωσμα, τότε τα πράγματα αλλάζουν. Τότε έχει σημασία που ο -ποιητής- Βλαβιανός απαντά στο ερώτημα «Γιατί γράφω ποίηση» έτσι. 

Επειδή μετά το εγκεφαλικό ο Σικελιανός αναφώνησε: «Είδα το απόλυτο μαύρο κι ήταν ανέκφραστα ωραίο». 

Επειδή «όταν η ψυχή πάψει να θαυμάζει, έχει ηττηθεί» (Πεσσόα). 

Οι αφορισμοί του μοιάζουν λίγο με την ποίησή του, υπάρχει κι εδώ μια ολιγόλεκτη διαύγεια στους συλλογισμούς, αυτοαναφορικότητα, συνομιλία με τα ποιήματα και τους ποιητές που τον επηρέασαν και προσπάθεια να αναλύσει τον εαυτό, για να καταλήξει τελικά να καταλάβει τον άνθρωπο. 

Επειδή είναι πιο εύκολο να στερηθείς κάποιες λέξεις από το χάσεις τον καιρό σου να τις κατακτήσεις. 

Επειδή ένα από τα βιβλία που ο Τζόυς παρήγγειλε σε γνωστό Λονδρέζο βιβλιοπώλη το 1914, όταν έμενε στην Τεργέστη, ήταν Οι περιπέτειες του Πινόκιο.

Επειδή όταν ρωτήθηκε ο Μπατάιγ για το πώς πρέπει να γράφει κανείς, απάντησε: «Με τον τρόπο που μία γυναίκα με ηθικές αρχές και άσπιλο παρελθόν θα έβγαζε τα ρούχα της σε ένα όργιο». 

Σε αυτές τις μικρές φράσεις ο Βλαβιανός ψάχνει τις δικαιολογίες του, αναρωτιέται κι ο ίδιος γιατί γράφει, αφήνει ασαφές αν ο τίτλος του βιβλίου είναι μια κατάφαση ή μια ερώτηση. Είμαι σίγουρη πως κάποιες τις εφευρίσκει για να εφεύρει και τον εαυτό του. Απάντηση στο ερώτημα «Γιατί γράφω», δεν υπάρχει, πόσο μάλλον ποίηση. Μπορείς εκ των υστέρων να καταλάβεις, να υποψιαστείς, να ρίξεις κάπου το φταίξιμο. Αλλά δεν μπορείς από την αρχή να κατανοήσεις τι σε ώθησε. 

Επειδή αν τα πάθη ομοιοκαταληκτούσαν, η ποίηση θα ήταν περιττή. 

Επειδή ο Σεφέρης όταν μιλούσε για τον Έλιοτ έλεγε την αλήθεια, ενώ όταν μιλούσε για τον Μακρυγιάννη ψέμματα. 

Επειδή η Πλαθ, λίγο πριν αυτοκτονήσει , έφταιξε πρωινό στα παιδιά της για να το βρουν μόλις ξυπνήσουν. 

Και τελικά:

Επειδή η ζωή είναι ένα ημιτελές ποίημα, γεμάτο κενά, που μάταια προσπαθώ να το ολοκληρώσω. 

Για αυτό.


"Γιατί γράφω ποίηση", Χάρης Βλαβιανός, εδκ. Άγρα, 2015











Εδώ ακούτε την εγγραφή της εκπομπής μας με τον Χάρη Βλαβιανό την περασμένη Κυριακή:


10/1/16

Συνέντευξη του Χάρη Βλαβιανού στις 6μ.μ. στο ραδιόφωνο του amagi.



Σήμερα στην εκπομπή Διαβάζοντας 6-8μ.μ. στο ραδιόφωνο του www.amagi.gr ποδαρικό θα μας κάνει ο Haris Vlavianos για να μιλήσουμε για την ποίηση, την πεζογραφία, τη ζωή και την τέχνη.
Κληρώνουμε:
2 "Γιατί γράφω ποίηση", Χάρης Βλαβιανός, εκδ. Agra Pubs
2 "το αίμα νερό", Χάρης Βλαβιανός, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΤΑΚΗ - PATAKIS PUBLICATIONS.
Για να λάβετε μέρος στην κλήρωση πρέπει να πατήσετε "Μου αρέσει" και να κοινοποιήσετε ή να σχολιάσετε στο ποστ στο φβ ή να αφήσετε ένα σχόλιο εδώ στο blog. Η κλήρωση θα γίνει σήμερα 10/1/2015 περίπου στις 7:50μ.μ. κατά την διάρκεια της εκπομπής και οι νικητές θα ανακοινωθούν ζωντανά.



Ακούστε το podcast της τελευταίας εκπομπής της περασμένη χρονιάς εδώ:

7/1/16

Γιατί το διάβασμα κάνει τη ζωή μου καλύτερη




Είναι παρατηρημένο, μόλις ανέβει η λίστα με τα βιβλία που διάβασα μέσα στην χρονιά- λίγα, πολλά, ανάλογα το έτος- κάποιος θα βρεθεί να μου πει πως εκτός από το διάβασμα υπάρχει κι η ζωή. Να με ενημερώσει: στην ηλικία μου θα έπρεπε να ζω περισσότερο και να διαβάζω λιγότερο. Στην αρχή έμπαινα στον κόπο να απαντήσω το αυτονόητο, πως προφανώς ζω- πως δουλεύω, έχω οικογένεια, άντρα, παιδιά, επάγγελμα, πως μαγειρεύω, πλένω, καθαρίζω· μετά βαρέθηκα τις κοινοτοπίες, άρχισα να λέω πως είμαι γρήγορη αναγνώστρια, να απολογούμαι. 

Ομολογουμένως διαβάζω γρήγορα όταν χρειαστεί. Και πολύ αργά όταν θέλω. Και καθόλου αν κάποια μέρα δεν αντέξω. Αλλά για μένα «μια μέρα χωρίς διάβασμα, είναι μια μέρα μου χαμένη». Αυτό είναι όλο. Το διάβασμα κάνει τη ζωή μου καλύτερη. Μερικές φορές της δίνει νόημα, μού δίνει λόγο ύπαρξης. Άλλες είναι αγνή, ατόφια ψυχαγωγία, γέλιο και κλάμα, άλλες η ευχαρίστηση της μάθησης, κάποτε μονάχα η χαρά του φετιχιστή. Το διάβασμα είναι κομμάτι της ζωής μου. Δεν είναι ξέχωρο από αυτήν, δεν είναι στην μία πλευρά της ζυγαριάς αυτό και στην άλλη όλα τα άλλα. Στην πλευρά «ζωή» το διάβασμα καταλαμβάνει ένα κομμάτι.  

Διαβάζω καθημερινά και συστηματικά. Συνήθως αν το πρωί τελειώσω ένα βιβλίο, το απόγευμα θα αρχίσω άλλο. Αν γουστάρω, γιατί γουστάρω. Αν με έχει αφήσει ενεή μπορεί να το μηρυκάσω δέκα μέρες, αν με μπλοκάρει, μπορεί να αρχίσω να διαβάζω μικρά για να το ξεπεράσω. Συνήθως διαβάζω ένα μυθιστόρημα την φορά, αν αποφασίσω να του απιστήσω το κάνω με κάποιο βιβλίο ποίησης, με διηγήματα, με ένα δοκίμιο. Ναι, έχω πολλά βιβλία στο προσκεφάλι μου, και στο σαλόνι μου, και στο δωμάτιο μου, και των παιδιών μου, και στο μπάνιο. Και μου αρέσει να τα κοιτάω. Όταν χαζεύω κι όταν σκέφτομαι, κι όταν χαϊδεύω με τις ώρες κάποια μικροσκοπική πλατούλα δίχρονου. Δεν είναι κακό. Είναι μόνο μέρος του εαυτού μου. 

Αν πρέπει για κάτι να απολογηθώ, ας είναι το πολύ διάβασμα. Αν κάτι έχουν να μου προσάψουν, ας είναι πως καταναλώνω βιβλία. Αν κάτι έχουν να πουν για το γράψιμό μου, ας είναι πως πατάει πάνω στων άλλων. Βαρέθηκα να δικαιολογούμαι- πολλά, λίγα- τόσα διαβάζω. Και το απολαμβάνω στην πορεία. Κάθε μέρα. Ή σχεδόν κάθε.


5/1/16

«Ομαδικό πορτρέτο με μία κυρία», Heinrich Theodor Böll




Για χρόνια «Οι απόψεις ενός κλόουν» του Χάινριχ Μπελ ήταν στις λίστες των πιο αγαπημένων μου βιβλίων- σε κάποιες ακόμα είναι. Ο Κλόουν του Μπελ, που επιλέγει να μείνει ένας αρλεκίνος με την αιρετική ματιά του και να μην αποχωριστεί την στολή του, έχει πολλά κοινά στοιχεία με την κεντρική ηρωίδα στο «Ομαδικό πορτρέτο με μια κυρία», την Λένι. Κι η Λένι δεν μιλάει, δεν υπακούει, όμως εκείνη εντάσσεται· σε μια ομάδα ανθρώπων που την αγαπούν κι ας είναι τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους. 

Ήδη από την αρχή αυτού του ιδιόμορφου μυθιστορήματος ο αναγνώστης καταλαβαίνει πως θα τα βρει σκούρα. Αφηγητής είναι ο συγγρ., δηλαδή ο συγγραφέας της βιογραφίας της Λένι, που με εξαντλητική ακρίβεια μας μεταφέρει τις εντυπώσεις του για την Λένι και μια τοιχογραφία ανθρώπων που κινούνται ή κινούνταν γύρω της. Σαν να διαβάζουμε τις στενογραφημένες σημειώσεις από τις συνεντεύξεις του συγγρ., ο Μπελ ενορχηστρώνει ένα ακραία πολυφωνικό μυθιστόρημα, όπου κάθε χαρακτήρας έχει τη δική του φωνή και τα δικά του δίκια. Φόντο και πρωταγωνιστής είναι πάλι η ναζιστική Γερμανία του Πολέμου. Δεν μπορεί να ξεφύγει από αυτό. 

Θηλυκό κεντρικό πρόσωπο στο πρώτο μέρος είναι μια γυναίκα σαράντα οκτώ ετών, Γερμανίδα· έχει ύψος 1,71, ζυγίζει 68,8 κιλά (με τα ρούχα), δηλαδή γύρω στα 300-400 γραμμάρια κάτω από το ιδεώδες βάρος· το χρώμα των ματιών της κυμαίνεται μεταξύ σκούρου μπλε και μαύρου, έχει πολύ πυκνά ξανθά μαλλιά ελαφρώς γκριζαρισμένα, τα οποία αφήνει κάτω· περιβάλλουν το κεφάλι της ολόισια, κάπως σαν κράνος. 

Από τις πρώτες γραμμές αντιλαμβανόμαστε πως ο λόγος είναι μακροπερίοδος και εξαντλητικός. Η Λένι, που δεν μιλά σχεδόν ποτέ, είναι ένας χαρακτήρας εξωφρενικά καλός, το σχολιάζει κι ο ίδιος ο συγγρ. Μια γυναίκα πολύ όμορφη και αισθησιακή, που δεν υποκύπτει στα σαρκικά πάθη παρά μόνον για τον έρωτα, απολίτικη που όμως στον πόλεμο κάνει ακραίες πράξεις αντίστασης όπως να φέρει ένα φλιτζάνι αληθινού καφέ σε Ρώσο αιχμάλωτο. Μια γυναίκα που δουλεύει πάντα ως ανειδίκευτη εργάτρια, καταφέρνει όμως το αφεντικό και οι συνεργάτες της να την αγαπούν και να κάνουν θυσίες για κείνη. Τελικά στα πενήντα της κοντά καταλήγει να μένει φιλοξενούμενη στο μοναδικό σπίτι που της άφησε ο πατέρας της και που πούλησε στον Πόλεμο για ένα κομμάτι ψωμί και να κινδυνεύει με έξωση. Στο πλάι της θα σταθούν αλλοδαποί σκουπιδιάρηδες. Αλλά θα σταθούν. 

Με αφορμή την Λένι, ο Μπελ διατρέχει σχεδόν όλους τους τύπους ανθρώπων και τις συμπεριφορές στον Πόλεμο. Εδώ συνυπάρχουν ο ακραίος μαυραγορίτης, με τον ναζί που τελευταία στιγμή βοήθησε την αντίσταση, ο ναζί που εξοντώθηκε με τον Ρώσο αιχμάλωτο που έχασε την ζωή του κατά λάθος, τα αγόρια που γύρισαν σακατεμένα για έναν πόλεμο που δεν τα αφορούσε και τα κορίτσια που τα κατάφεραν ή δεν τα κατάφεραν να ανταπεξέλθουν σε αυτό. Ο ουμανισμός του Μπελ δεν κρύβεται, μέσα από την αφέλεια της Λένι προκύπτει βαθιά αγάπη για τον εαυτό της και τον συνάνθρωπο. Αλλά αυτό είναι το κορυφαίο: πως σε ένα τέτοιο έργο, που απαιτεί πολυπλοκότητα τεχνικής και σκέψης, που υπερηφανεύεται πως είναι το κορυφαίο ενός κορυφαίου, τελικά πρωταγωνίστρια είναι μια αφελής γυναίκα που αγαπάει τους ανθρώπους κι επιλέγει να ζήσει όπως της πρέπει. Και στην τελική την αγαπούν κι αυτοί. 

Έργο βαθιά πολιτικό, το «Ομαδικό πορτρέτο με μία κυρία» είναι αυτό που μνημονεύτηκε από την Επιτροπή όταν έδωσε το 1972 στον Χάινριχ Μπελ το Νόμπελ κι όχι αδίκως. Αν και ο Κλόουν θα μείνει για πάντα μέσα μου ως το αγαπημένο μου βιβλίο του Μπελ, τούτο εδώ βρήκε ήδη μια θέση πλάι του. Και τι ωραιότερο, σημαντικότερο αναγνωστικά από το ανοίγεις την χρονιά σου με ένα τέτοιο αριστούργημα. 



«Ομαδικό πορτρέτο με μία κυρία», Χάινριχ Μπελ, μετ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδ. Πόλις, 2015, σελ. 523