24/4/17

"Οστάνδη 1936", Volker Weidermann



Μια περίεργη αγάπη συνδέει αυτούς τους δύο άντρες από χρόνια. Ο Τσβάιχ, δέκα χρόνια μεγαλύτερος, ιδιοκτήτης πύργου, κοσμοπολίτης, πετυχημένος συγγραφέας βιβλίων με πωλήσεις χιλιάδων αντιτύπων- και ο Ροτ, πετυχημένος δημοσιογράφος, επιφυλλιδογράφος της Frankfurter Zeitung τη δεκαετία του ’20, συγγραφέας όχι πολύ πετυχημένων μυθιστορημάτων, τα οποία θυμίζουν ανταποκρίσεις, πότης και γλεντζές, που ζει σε δωμάτια ξενοδοχείων, σπάταλος, άνθρωπος της παρέας και της κουβέντας, τριγυρισμένος διαρκώς από φίλους, ακροατές, θαυμαστές.

Εκείνο το καλοκαίρι στην Οστάνδη μαζεύτηκαν ένα σωρό Γερμανοί αυτοεξόριστοι διανοούμενοι-  ο Τόλλερ, ο Καίσλερ, ο Έγκον Κις- αλλά οι δυο που ξεχώριζαν, τόσο διαφορετικοί και τόσο φίλοι, ήταν ο Ροτ κι ο Τσβάιχ. Ο ένας πάντοτε τρισάθλιος και χρεωμένος, ο άλλος πάντοτε καλοβαλμένος και πλούσιος. Και οι δύο Γερμανοί και Εβραίοι, που όμως άργησαν κάπως να καταλάβουν τι συμβαίνει. Ο Ροτ, αν και νοσταλγός της Αυτοκρατορίας, συνειδητοποίησε νωρίτερα τον ζόφο. Ο Τσβάιχ έφυγε οριακά, δεν μπορούσε να αποδεχτεί την απαγόρευση των βιβλίων του, την πτώση των πωλήσεων τους. 

Η φιλία τους μοιάζει περίεργη, άνιση, ο Ροτ είναι αλκοολικός και άφραγκος, στηρίζεται στον Τσβάιχ για να τον φροντίσει. Από την άλλη ο Τσβάιχ δεν αποδέχεται πάντα αυτόν τον ρόλο. Πάνω τους κρέμεται το φάντασμα του Πολέμου που έρχεται και του φασισμού.

Ένα περίεργο βιβλίο, ανάμεσα στη μυθιστορία και την ιστορία είναι το «Οστάνδη 1936. Το καλοκαίρι πριν από το σκότος», του Volker Weidermann. Ένα εξαιρετικά γοητευτικό αφήγημα, με πρωταγωνιστές δυο σούπερ σταρ της Γερμανικής λογοτεχνίας του Μεσοπολέμου. Δυο σταρ που η μοίρα τους επιφύλασσε αντίστροφη πορεία, ο ένας αναγνωρισμένος εν ζωή, έπειτα κάπως αγνοημένος, που τον «ανακαλύπτουμε ξανά». Κι ο άλλος τελείως καταφρονεμένος στη ζωή, που τώρα χαίρει απόλυτης εκτίμησης. 

Η αφήγηση έχει στοιχεία ειρωνείας, ο συγγραφέας προϋποθέτει πως ξέρουμε πολλά και για τον Ροτ και για τον Τσβάιχ και για αυτό κάποιες λεπτομέρειες μοιάζουν σχεδόν σατιρικές, για το πόσο διαφορετική είναι η καθημερινότητα από την αιωνιότητα. 

Εγώ ομολογώ πως αγαπώ τα βιβλία και των δυο, που είναι ακραία διαφορετικά, και πως δεν ήξερα καθόλου για την προσωπική τους διασύνδεση. Το βιβλίο αυτό, που τους συνδέει, βιογραφία περίπου, με γοήτευσε και με κράτησε ως το τέλος. Είναι ένα βιβλίο για την Ιστορία, και τη λογοτεχνία, και την πολιτική και κατορθώνει να πει πολλά και για τα τρία.



                                                           Κατερίνα Μαλακατέ



"Οστάνδη 1936. Στέφαν Τσβάιχ και Γιόζεφ Ροτ. Το καλοκαίρι πριν από το σκότος", Volker Weidermann, μετ. Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Άγρα, 2017, σελ. 191

22/4/17

"Συναξάρι Αντρέα Κορδοπάτη", Θανάσης Βαλτινός






Ξεκίνησα να διαβάζω το «Συναξάρι του Ανδρέα Κορδοπάτη» με μεγάλη όρεξη. Από τον Θανάση Βαλτινό είχα διαβάσει μόνον την «Κάθοδο των εννιά» και ήθελα να συμπληρώσω τα κενά μου. 

Ήδη από το πρώτο βιβλίο κατάλαβα πως ο λόγος και ο λογοτεχνικός του τρόπος δεν θα ταίριαζε στην αναγνωστική μου διάθεση. Συνέχισα να διαβάζω γιατί έπρεπε, και τελικά βρέθηκα να τελειώνω το δεύτερο βιβλίο μόνον και μόνο γιατί θα ήταν ντροπή να συντονίσω μια λέσχη ανάγνωσης έχοντας παρατήσει το βιβλίο. 

Στον πρώτο μέρος- που γράφτηκε το 1964- ο Ανδρέας Κορδοπάτης, με έναν λόγο κοφτό, εντελώς προφορικό, μας διηγείται σε πρώτο πρόσωπο τις περιπέτειες του ως παράνομος μετανάστης στην Αμερική. Η γραφή είναι λιτή, η διάλεκτος έντονη και το βιβλίο πολύ ευκολοδιάβαστο εξαιτίας της προφορικότητας. Περιγράφει τη ζοφερή πραγματικότητα της μετανάστευσης, αλλά και την κατάσταση στην Ελλάδα, την φτώχεια, την αμορφωσιά, με μεγάλη ενάργεια. Από την άλλη, δυσκολεύτηκα πάρα πολύ να νιώσω οποιουδήποτε είδους ταύτιση με τον πρωταγωνιστή. 

Κι αυτή η αίσθηση εντάθηκε στο δεύτερο μέρος του Συναξαριού – που γράφτηκε 35 χρόνια μετά, το 2000. Εδώ συνεχίζεται η πρωτοπρόσωπη αφήγηση, αλλά ο ίδιος ο Κορδοπάτης υποχωρεί ως αφηγητής, έχουμε πολλά μικρά αποσπασματικά κείμενα, σαν μαρτυρίες, σε έντονη ντοπιολαλιά. Οι αφηγητές μας, άντρες και γυναίκες, εναλλάσσονται συνεχώς, αλλά η γλώσσα και η αφήγηση παραμένουν στεγνές. Θα μπορούσε να πει κανείς πως πρόκειται για δημοσιογραφική καταγραφή, αν δεν ήταν το θέμα της γλώσσας. 

Ομολογουμένως η ιστορική περίοδος του δεύτερου βιβλίου είναι πολύ ενδιαφέρουσα – για μένα τουλάχιστον. Κάποιες από τις σκηνές του πολέμου είναι εξαιρετικά δυνατές. Και δείχνουν μια άλλη οπτική από την συνηθισμένη· όλη την θηριωδία ενός στρατού που κατακτεί. Πάντως κι εδώ δεν κατάφερα στιγμή να συμμετέχω στο δράμα. Με εμπόδισε ο τρόπος, η αφήγηση. 

Ξέρω πόσο ιερόσυλη μοιάζει αυτή η καταγραφή, ο Θανάσης Βαλτινός θεωρείται ένας από τους σπουδαιότερους εν ζωή λογοτέχνες μας. Για μένα όμως ποτέ η λογοτεχνία δεν μέτρησε μέσα από τα κείμενα και τα λόγια των άλλων για ένα βιβλίο, μετράω τα κείμενα για αυτό που είναι, για αυτό που ένιωσα, για την αγνή ειδωλολατρική ηδονή της ανάγνωσης. Και από τον Κορδοπάτη, αναγνωστική απόλαυση δεν πήρα.



                                                                                            Κατερίνα Μαλακατέ





«Συναξάρι Αντρέα Κορδοπάτη- Βιβλίο πρώτο: Αμερική», Θανάσης Βαλτινός, εκδ. Εστίας, (1η έκδοση, περ. Ταχυδρόμος, 1964), σελ. 126



«Συναξάρι Αντρέα Κορδοπάτη- Βιβλίο δεύτερο: Βαλκανικοί- ‘22», Θανάσης Βαλτινός, εκδ. Εστίας (1η έκδοση, εκδ. Ωκεανίδα, 2000), σελ. 302

18/4/17

Οι προτάσεις της εβδομάδας





Στις σημερινές προτάσεις της εβδομάδας, τα μισοδιαβασμένα μου. Πρόκειται για βιβλία που έχω αρχίσει αλλά για κάποιον λόγο δεν έχω ακόμα τελειώσει: τον Στάινερ γιατί διαβάζω περίπου ένα δοκίμιο την εβδομάδα, την Οστάνδη γιατί τη χρησιμοποιώ για τις μετακινήσεις, την Έρπενμπεκ γιατί την παρενέβαλα σε ένα μεγάλο τούβλο που διάβαζα, τον Πίντσον, γιατί ποιος τον αντέχει σε μεγάλες δόσεις. Για τη γυναίκα στη σκάλα δεν έχω δικαιολογία. 

"Η γυναίκα στη σκάλα",  Berhard Sclink, μετ. Απόστολος Στραγαλινός, εκδ. Κριτική, 2015, σελ. 266

"Παιχνίδι με τις λέξεις", Τζέννυ Έρπενμπεκ, μετ. Αλέξανδρος Κυπριώτης, εκδ. Ίνδικτος, 2008, σελ.155 

"Περί λόγου, τέχνης και ζωής", George Steiner, μετ. Γιώργος Λαμπράκος, εκδ. Πατάκη, 2016, σελ. 512

"Οστάνδη 1936", Volker Weidermann, μετ. Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Άγρα, 2016, σελ. 191

"Η συλλογή των 49 στο σφυρί", Thomas Pynchon, μετ. Δημήτρης Δημηρούλης, εκδ. Gutenberg, 2017, σελ. 281


Υ.Γ. 42 την επόμενη εβδομάδα πάλι.


17/4/17

«Ρεαλιστική Τριλογία», Machado de Assis





Ογκώδης και επιβλητική, η Ρεαλιστική Τριλογία του Μασάντο ντε Ασσίς που εκδόθηκε πρόσφατα από τις εκδόσεις Gutenberg σε μετάφραση της Μαρίας Παπαδήμα, αριθμεί 1002 σελίδες και περιλαμβάνει 3 μυθιστορήματα, τα κατά γενική ομολογία αριστουργήματα του ντε Ασσίς, έργα της ώριμη, δεύτερης περιόδου του που χαρακτηρίζεται ρεαλιστική, αν και μόνο με τα μάτια ενός Βραζιλιάνου θα μπορούσε να θεωρηθεί έτσι. 

Παρ’ όλο τον τρόμο που μπορεί να δημιουργήσει στον μέσο βιβλιόφιλο ένα τέτοιο επικό τούβλο – δεν εξαιρώ την τιμή του- μόλις κανείς το πιάσει στα χέρια του, δεν μπορεί να το αφήσει. Το πρώτο μυθιστόρημα της Τριλογίας – και κατ’εμέ καλύτερο του τόμου- είναι ένα κομψοτέχνημα αφήγησης, ένα βιβλίο που δυσκολεύεσαι να πιστέψεις πως γράφτηκε το 1881. Αφηγητής είναι ο νεκρός πια Μπρας Κούμπας, που συχνά πυκνά υπενθυμίζει στον αναγνώστη πως είναι νεκρός. Μας μιλά για τη ζωή, τους έρωτες, τις πολιτικές του φιλοδοξίες. Μπαίνει και βγαίνει χρονικά στην ιστορία όποτε του γουστάρει και περιγράφει έναν από τους πιο κομψούς και ταυτόχρονα παράνομους έρωτες στην ιστορία της λογοτεχνίας, αυτόν με την Βιρζίλια, την παντρεμένη γυναίκα του φίλου του, με την οποία στεγάζουν τον έρωτά τους σε ένα σπιτάκι στην άκρη της πόλης, και δεν κόβουν τις σχέσεις τους, παρ’ όλο που η πόλη το 'χει βούκινο κι αυτοί κρυφό καμάρι. 

Ο Μπρας Κούμπας είναι σαρκαστικός – ώρες ώρες θυμίζει η αφήγησή του Τρίστραμ Σάντι- είναι μελαγχολικός και στοχαστικός, είναι ο τέλειος νεκρός αφηγητής για να μιλήσει για τη ματαιότητα της ζωής. Κι όποιος ισχυριστεί πως κατάφερε να αφήσει το ογκώδες τούβλο από τα χέρια του ενώ διάβαζε αυτό το πρώτο μυθιστόρημα, θα ψεύδεται ασύστολα. 

Έπειτα από αυτό το μεγαλείο, ακολουθεί το πιο αδύναμο από τα τρία μυθσιτορήματα, το Κίνκας Μπόρμπα, όπου ένας δευτερεύων χαρακτήρας του πρώτου, αφήνει όλη του την κληρονομιά στον κουφιοκέφαλο Ρουμπιάο. Τα λεφτά δεν ανήκουν πάντα σε αυτούς που τα αξίζουν. 

Και τέλος, ο Δον Κασμούρο, που μας επαναφέρει την αίσθηση του αριστουργήματος. Ένα μυθιστόρημα με έναν εξίσου ζωηρό αφηγητή που μας συστήνει μια από τις κλασικές φιγούρες γυναικών της εποχής, την πανέμορφη Καπιτού που ο άντρας της την ζηλεύει μέχρι τελειωτικής τρέλας και καταστροφής.

Απόλαυσα την εβδομάδα που πέρασα παρέα με τη Ρεαλιστική Τριλογία. Πολλοί, ανάμεσα τους κι ο Χάρολντ Μπλουμ- αν και κάπως ρατσιστικά: μιλώντας για «μαύρους συγγραφείς»- θεωρούν τον Μασάντο ντε Ασσίς έναν από τους σπουδαιότερος, αν όχι τον σπουδαιότερο, συγγραφέα της Βραζιλίας. Δεν έχω διαβάσει τίποτε άλλο δικό του, αλλά τα τρία μυθιστορήματα της Ρεαλιστικής Τριλογίας αρκούν για να τον κατατάξουν στους αγαπημένους. 


                                                         Κατερίνα Μαλακατέ




«Ρεαλιστική Τριλογία», Machado de Assis, μετ. Μαρία Παπαδήμα, εκδ. Gutenberg, σελ. 1002, 2017

13/4/17

«Ιστορίες της ζωής σου και άλλες ιστορίες», Ted Chiang



Από τα πιο ενδιαφέροντα βιβλία που διάβασα φέτος, οι «Ιστορίες της ζωής σου και άλλες ιστορίες» του Ted Chiang, είναι μια συλλογή διηγημάτων επιστημονικής φαντασίας γραμμένη με αριστοτεχνικό τρόπο. Καθεμιά από τις ιστορίες είναι ολοκληρωμένη από άποψη ιδέας και πλοκής, έχει δε το πρόσθετο αβαντάζ του βάθους και της έντασης. Ο Τσιανγκ δεν μένει στην επιφάνεια ούτε στον φτηνό εντυπωσιασμό, έχει πολλά να πει για όλα τα βασικά φιλοσοφικά θέματα: για τη ζωή, τον θάνατο, την απώλεια, τον έρωτα, την ταυτότητα, τη ματαιότητα. 

Αγαπημένο μου νομίζω πως είναι το «Σου αρέσει αυτό που βλέπεις;», όπου έχει ανακαλυφθεί ένας συγκεκριμένος τρόπος, η καλλιαγνωσία, για να μπλοκάρεται στο ανθρώπινο μυαλό η ελκυστικότητα. Βλέπεις τα χαρακτηριστικά του άλλου, αλλά δεν έχεις ιδέα αν είναι γοητευτικός ή όχι. Μόνο που δεν επιλέγουν όλοι να τροποποιήσουν το μυαλό τους, κι όταν μια κοπέλα που έχει μεγαλώσει με την καλλιαγνωσία επιλέγει να την κλείσει αρχίζουν τα ηθικά διλήμματα. 


Μου άρεσε και το πρώτο, «Ο Πύργος της Βαβυλώνας», όπου οι άνθρωποι χτίζουν έναν πύργο για να προσεγγίζουν τον θεό και και τους κοστίζει περισσότερο αν πέσει ένα τούβλο- που θα κάνει 4 μήνες να ανέβει- από ο,τι ένας άνθρωπος. Ενώ μεγάλη πλάκα είχε το «Κόλαση είναι η απουσία του Θεού», όπου οι άγγελοι και ο θεός κάνουν συχνές εμφανίσεις και οι άνθρωποι βλέπουν τι γίνεται σε Παράδεισο και Κόλαση.  Από τα καλύτερα κι αυτό που δίνει τον τίτλο της συλλογής, «Η ιστορία της ζωής σου», όπου στηρίχτηκε η ταινία Arrival.

Κάποιες στιγμές νιώθεις πως οι ιδέες του Τσιάνγκ περισσεύουν και ξεχειλίζουν, πως τις χαραμίζει γράφοντας διηγήματα κι όχι πολυσέλιδα μυθιστορήματα. Όμως η μαγεία της μικρής φόρμας αυτού του τύπου είναι η έκρηξη της ιδέας, ο τρόπος που μια αλλόκοτη συνθήκη απογυμνώνει την ανθρώπινη φύση και μας την προσφέρει στο πιάτο. Νομίζω πως με άνεση ο Τεντ Τσιάνγκ εδραιώθηκε μέσα μου ως άμεσος απόγονος του Φίλιπ Ντικ· κάτι σαν χαμένος γιος ή εγγονός του. Και αποκατέστησε την πίστη μου στην επιστημονική φαντασία, ως το μόνο λογοτεχνικό είδος που μπορεί να με σώσει από την ανία. 



                                                                                 Κατερίνα Μαλακατέ



«Ιστορίες της ζωής σου και άλλες ιστορίες», Ted Chiang, μετ. Δημήτρης Αρβανίτης, εκδ. Κέδρος, 2016, σελ. 372













Υ.Γ. 42 Τυπωμένο σε εφημεριδόχαρτο, δυστυχώς. 



11/4/17

Οι προτάσεις της εβδομάδος


Εγκαινιάζουμε [όλοι εμείς, δηλαδή: εγώ] μια νέα στήλη στο blog, όπου κάθε εβδομάδα θα σας βγάζω φωτό από τα βιβλία στο προσκεφάλι μου, αυτά που έχω στο κομοδίνο μου ως προσεχώς. Φυσικά και δεν νιώθω καμία δέσμευση να τα διαβάσω ή να σας γράψω για αυτά μες στην επόμενη εβδομάδα, ούτε θα διστάσω να τα παρατήσω εκεί για ένα μήνα. Αλλά φρονώ πως έχει ενδιαφέρον να βλέπετε πώς περνά, αν περνά κανείς, από τη βούληση στην πράξη. 

"Στόουνερ", John Williams, μετ. Αθηνά Δημητριάδου, εκδ. Gutenberg, 2017, σελ. 409

"Γύρνα σπίτι, άγγελέ μου", Thomas Wolfe, μετ. Κοσμάς Πολίτης, εκδ. Μεταίχμιο, 2017, σελ. 664

"Τρεις σε μία βάρκα, Jerome Jerome, μετ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδ. Παπαδόπουλος, 2017, σελ. 200

"Θερισμός", Δημήτρης Τερζής, εκδ. Ιωλκός, 2017, σελ. 123

"Υπηρέτησα τον Άγγλο βασιλιά", Μπόχουμιλ Χράμπαλ, μετ. Σόνια Στάμου-Ντορνιάκοβα, εκδ. Καστανιώτη, 2017, σελ. 256

Όχι, οι εκδόσεις δεν θα είναι πάντα φρέσκες, όχι, δεν έχουν συνήθως κάποια στρατηγική από πίσω ή σχεδιασμό, έχουν να κάνουν μόνο με την αίσθησή μου και την στιγμή. 





7/4/17

«Γονυπετείς», Τζούλια Γκανάσου



Φαντάζεστε τώρα δα μια γυναίκα στα τέσσερα στη μέση εδώ της ασφάλτου;
Οραματίζεστε ξάφνου ένα τετράποδο πλάσμα που μετακινείται κουνώντας τα τροφαντά του οπίσθια
Φαντασιώνεστε λοιπόν τα καπούλια μου πάνω στην πίσσα και τον ιδρώτα να ρέει στο δέρμα; 
Βλέπετε τους τουρλωμένους γλουτούς, τα στήθη, τις ρόγες να τραμπαλίζουν ατίθασα;
Αφυπνίζεστε ή ενοχλείστε. 

Στη νουβέλα «Γονυπετείς», η συγγραφέας Τζούλια Γκανάσου ακροβατεί ανάμεσα στην πλοκή και το παραλήρημα, βάζει βαθιά το νυστέρι και σκάβει στην ψυχή της ηρωίδας της. Η ηρωίδα, είναι μια γυναίκα στα τέσσερα, έχει φτάσει σε ένα νησί, όπου και άλλοι γονυπετείς προσπαθούν να φτάσουν ως κάπου. Στην πορεία, η γυναίκα αναλογίζεται τη ζωή της, σκέφτεται για την πίστη, για την ελευθερία, για τον τρόπο που έζησε και πώς τον καθόρισαν άλλοι, για το αν ήταν καλή ή κακή τέλος πάντων η ζωής της. 

Τελικά πρόσημο δεν θα βάλει.

Θα αφουγκραστεί όμως τις επιταγές της σάρκας, και τις άλλες της κοινωνίας, θα καταλάβει, πότε υποτάχθηκε και πότε διάλεξε. Και θα μας αποκαλύψει πως η πορεία της δεν είναι προς το τέλος, αλλά προς την αρχή, εκεί που βρίσκεται ο καρπός και το ζουμί της ύπαρξής μας. 

Η Τζούλια Γκανάσου ρισκάρει. Γράφει βαθιά, ονειρικά, δεν χαϊδεύει τα αυτιά του αναγνώστη, δεν τον παίρνει από το χέρι μέσω της πλοκής, δεν τον οδηγεί. Όποιος όμως αφεθεί στη γραφή της, θα ανακαλύψει ένα διαμάντι άλλου τύπου, που ίσως απαιτεί δεύτερη και τρίτη ανάγνωση. Η ηρωίδα της είναι κάθε γυναίκα, η ηρωίδα της είναι κάθε άνθρωπος. Σοκάρει η διερεύνηση της ιδέας της πίστης, κι οι σεξουαλικές- κάπως διαστροφικές- αναφορές. Στην τελική στο μόνο που πιστεύουμε είναι στον εαυτό μας. Και στο σώμα. 

Προς στιγμή, κοντοστέκομαι. Δεν ξέρω γιατί, αλλά εδώ, παράμερα, στην άκρη αυτού του κόσμου που παραληρεί και απαιτεί, που διεκδικεί και ζητά επιβεβαίωση, που νοιάζεται τρομακτικά αν θα ζήσει, δίπλα σε αυτό το τοτέμ, ναι, δίπλα σε αυτό το πρωτόγονο σύμβολο εξάρτησης από το σύστημα κατανόησης ή παρανόησης του σύμπαντος κρύβομαι πλέον καλά. Δεν ξέρω αν θέλω να προσχωρήσω. 

Τα σημαντικά είναι αυτά που νοιάζουν τη συγγραφέα και την ηρωίδα. Απογυμνωμένα πια από τις λεπτομέρειες της καθημερινότητας, στα τέσσερα, στα όρια της σωματικής κούρασης, αναδύονται όλα εκείνα που τελικά θα μείνουν. Και αυτό φτιάχνει και τα ενδιαφέροντα κείμενα: το ξεγύμνωμα και η αλήθεια. Αυτό κάνει τους «Γονυπετείς» ένα βιβλίο που διαβάζεται απνευστί κι έπειτα θέλεις απευθείας να το ξαναδιαβάσεις. 


                                                              Κατερίνα Μαλακατέ



«Γονυπετείς», Τζούλια Γκανάσου, εκδ. Γκοβόστη, σελ. 133, 2017










Ακούστε την ραδιοφωνική συνέντευξη της Τζούλιας Γκανάσου στο Διαβάζοντας εδώ: 

3/4/17

"Απ' τον αέρα πιο ελαφριά", Federico Jeanmaire



Μια 93χρονη δέχεται επίθεση από έναν 14χρονο στην πυλωτή της πολυκατοικίας. Το αγόρι ανεβαίνει μαζί της στο διαμέρισμά της και της ζητάει τα λεφτά της. Αυτή του λέει πως τα έχει στο μπάνιο, και τον αιχμαλωτίζει εκεί. Έπειτα, κάθεται έξω από το μπάνιο, τον ταΐζει κουλούρια, γλυκίσματα και σνίτσελ και τον αναγκάζει να ακούσει την ιστορία της μάνας της, μιας πανέμορφης γυναίκας που  το μόνο που ήθελε ήταν να πετάξει. 

Εμείς ακούμε μονάχα την φωνή της 93χρονης. Δεν ξέρουμε καν αν υπάρχει κάποιος μες στην τουαλέτα. Δεν ξέρουμε αν λέει την αλήθεια. Δεν ξέρουμε πόσα από την ιστορία της μαμάς της τα σκαρφίζεται και πόσα της έχουν διηγηθεί. Γιατί η μάνα της πέθανε όταν αυτή ήταν δυο χρονών. Αλλά ξέρουμε πως πρόκειται για μια γυναίκα διψασμένη για αγάπη, και προσοχή. Για μια γυναίκα που θα έκανε τα πάντα για να την αφήσουν να μιλήσει. Κι ας μην έχει η ιστορία της ενδιαφέρον ούτε καν για την ίδια. 

Αυτή η απλή ιστορία είναι ίσως από τις πιο ενδιαφέρουσες και σημαντικές που διάβασα φέτος. Το μυθιστόρημα διαβάζεται σχεδόν απνευστί, αλλά τα όσα λέει στον μονόλογό της η γυναίκα, εντυπώνονται. Κι αυτό γιατί οι άνθρωποι που φτάνουν σε μεγάλη ηλικία, και νιώθουν πως χαράμισαν τη ζωή τους, ενώ ταυτόχρονα προσπαθούν να το κρύψουν από τους άλλους, δίνουν πάντα ανάγλυφη την αίσθηση της ματαιότητας. Είναι η πιο καλή αφορμή για να αναλογιστεί κανείς τη δική του ζωή, πως την αφήνει ή την άφησε να περνάει, τι θα μείνει στο τέλος και γιατί.

Το «Απ’ τον αέρα πιο ελαφριά» του Φεδερίκο Ζανμέρ ήταν η έκπληξη της αναγνωστικής χρονιάς μου ως τώρα. Το πήρα γιατί με κέντρισε το οπισθόφυλλο, χωρίς να ξέρω τίποτα άλλο για αυτό – με την σιγουριά της μετάφρασης του Αχιλλέα Κυριακίδη και των εκδόσεων Opera- και το ένστικτό μου δικαιώθηκε. Μου εύχομαι κι άλλα τέτοια βιβλία στο μέλλον.




                                                                            Κατερίνα Μαλακατέ



"Απ' τον αέρα πιο ελαφριά", Φεδερίκο Ζανμέρ, μετ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδ. Opera, 2016, σελ. 243

2/4/17

Ραδιοφωνικό Διαβάζοντας




Κλήρωση! Και εκπομπή. Στο ραδιοφωνικό Διαβάζοντας σήμερις μαζί μας ο Paraskevas Akamatis. Σας υποσχόμαστε συγκίνηση, κλάμα, και πολλά διδάγματα για την πουτάνα τη ζωή. 
Κληρώνουμε 3 αντίτυπα του "Νησιού Γάμα", του Παρασκευά Ακαμάτη, ευγενική προσφορά από τις Εκδόσεις Ωκεανίδα. Για να λάβετε μέρος στην κλήρωση πατήστε "Μου αρέσει" και κοινοποιήστε ή/και σχολιάστε στο ποστ στο γκρουπ της εκπομπής στο φβ. Εναλλακτικά αφήστε απλά ένα σχόλιο εδώ από κάτω. Τα "ουάου" και οι καρδούλες για τον Παρασκευά δεν θα λαμβάνονται υπόψη. Η κλήρωση θα γίνει σήμερα κατά τις 7:50 on air.
Μη μας χάσετε, 6-8.μ.μ. πάντα στον www.amagi.gr.



Υ.Γ.42 Ο Παρασκευάς Ακαμάτης γεννήθηκε χωρίς καμία σοβαρή προειδοποίηση. Από μικρό παιδί αναγκάστηκε να εργαστεί σκληρά προκειμένου να μην δουλέψει καθόλου. Το μυθιστόρημά του "Σαμπάνια με γύρο" (Εκδ. Ωκεανίδα 2009) κέρδισε 2 τριεθνή βραβεία (2Χ3 = 7 βραβεία) και γυρίστηκε ταινία με τίτλο "We are all just prisoners here of our own device" από τον γνωστό χολιγουντιανό σκηνοθέτη Α.Τ.Μ.
Το μυθιστόρημά του "Ζωνιανά Gold" (Εκδ. Ωκεανίδα 2013) εξαντλήθηκε αμέσως και ξανατυπώθηκε αμέσως. Το βιβλίο προκάλεσε πάταγο και κάποιοι λένε πως η οικομικοκοινωνικοπολιτικοσεξουαλικοκαπνιστική γραμμή της (κάτω) χώρας άλλαξε εξαιτίας του. Στην προσπάθειά τους να το προμηθευτούν και να το χρησιμοποιήσουν στην ώρα του, αρκετές γυναίκες χώρισαν από τις τσάντες τους, πολλά τρελά μωρά εγκαταλείφτηκαν από τους μπαμπάδες τους και όλες οι γιαγιάδες έκοψαν αλυσίδες αιώνων.

Υ.Γ.42-42 Όλες τις επόμενες και τις προηγούμενες εκπομπές Διαβάζοντας τις ακούτε κι εδώ:









29/3/17

8 χρόνια Διαβάζοντας



29/3/2009
Η δημιουργία ενός ιστολογίου δεν είναι εύκολη υπόθεση. Ελπίζω να μείνω πιστή στην απόφασή μου για συχνή ανανέωση και να μην χρησιμοποιήσω το blog σαν ψυχαναλυτή, μιας κι αυτό δε θα ήταν δίκαιο στην κεντρική του ιδέα. Αυτό που ήθελα από την αρχή να μοιραστώ είναι η αγάπη μου για τα βιβλία, ανάκατα, έτσι όπως τα διαβάζω, χωρίς την σειρά ή την ανάγκη μιας λογοτεχνικής μελέτης.

Διαβάζω πολύ και ήδη εμπιστεύομαι κάποια από τα ελληνικά blog για το βιβλίο, όταν η ντάνα με τα αδιάβαστα μικραίνει επικίνδυνα. Αν αγαπάτε τα βιβλία μείνετε, θα περάσουμε όμορφα. Κατά καιρούς είμαι σίγουρη πως θα υποκύπτω και σε άλλους πειρασμούς, θα σας παιδεύω με κάποιο δικό μου κείμενο, αλλά αυτός δεν είναι ο πρωταρχικός σκοπός.







Το Διαβάζοντας ξεκίνησε δειλά, με ένα ποστ για το «Ο Πανταλέων και οι επισκέπτριες» του Μάριο Βάργκας Λιόσα. Δεν έχω ακόμα ξεκαθαρίσει γιατί και πώς πήρα την απόφαση. Άλλοτε λέω πως ζήλεψα τα τότε υπάρχοντα και ακμάζοντα blogs, άλλες φορές ισχυρίζομαι πως το έκανα για να μετριάσω την αναγνωστική μου μοναξιά. Το σίγουρο είναι πως έκτοτε έχει κυλήσει πολύ νερό στο αυλάκι, 8 χρόνια δεν είναι λίγα. Δεν είμαι ο ίδιος άνθρωπος. Υπήρξαν χρονιές πολύ παραγωγικές αναγνωστικά, κι άλλες- κυρίως όσο ήμουν έγκυος- λιγότερο. Υπήρξαν χρονιές που το blog κατέλαβε όλη την ζωή μου, κι άλλες, που τα ποστ του ήταν πραγματικά αραιά. Όλα αυτά τα χρόνια όμως δεν έπαψα να αναρτώ εδώ. Γιατί το γράψιμο είναι το αποκούμπι μου, και το διάβασμα το βασικό μου χόμπι. 

Τα blogs για το βιβλίο εκείνη την εποχή συνέβαλαν σε κάτι θεαματικό. Κατάφεραν να σπάσουν έναν περίκλειστο κύκλο ανθρώπων που πρότειναν – συχνά σε διατεταγμένη και πληρωμένη υπηρεσία- βιβλία στα έντυπα και δεν άφηναν να φανούν σημαντικότατες εκδόσεις που χάνονταν χωρίς κανείς να τις πάρει χαμπάρι. Τα κείμενα στα blogs- που δεν έχουν και δεν θα έπρεπε να έχουν- χαρακτήρα επίσημης κριτικής έδωσαν ώθηση στην εκδοτική παραγωγή, και άνοιξαν τον δρόμο για αυτό που συμβαίνει σήμερα, ένα διαδικτυακό «από στόμα σε στόμα» που εκνευρίζει αυτούς που άλλοτε ήλεγχαν την παραγωγή και δίνει σε μας εξαιρετικά βιβλία. 

Με τα χρόνια ο τρόπος που λειτουργούν τα blogs άλλαξε. Ήρθαν άλλα social media, πιο ισχυρά και δημοφιλή, και απογύμνωσαν τις αναρτήσεις από ένα σημαντικότατο εργαλείο τους, τα σχόλια. Τώρα όλη η κουβέντα για τα βιβλία γίνεται στο facebook. Αν θέλετε ενημέρωση και συζήτηση θα πρέπει να μπείτε στο αδελφάκι group Διαβάζοντας. Όμως οι bloggers του βιβλίου παραμένουν ενεργοί, κι όλο προστίθενται καινούργιοι. Το blogging πέθανε, ζήτω το bookblogging. Κι αυτό γιατί τα blogs μας πια χρησιμεύουν ως αρχείο, τα μεγάλα σχετικά κείμενα που γράφουμε για τα βιβλία διατηρούνται εδώ, ενώ στα υπόλοιπα social media ζουν το πολύ για δύο μέρες.

Με τα χρόνια δεν γράφω πια ευλαβικά για όλα τα βιβλία που διάβασα. Κάποια ξεχνιούνται και χάνονται, για άλλα δεν βρίσκω ποτέ τον χρόνο να γράψω. Σπανίως έχω όρεξη να γράψω για non-fiction ή ποίηση, ενώ όσο μεγαλώνω το ποσοστό τους μεγαλώνει. Τα ποστς αραιώνουν όσο τα βιβλία γίνονται περισσότερα.

Και τα βιβλία γίνονται περισσότερα γιατί τα βιβλία έγιναν με έναν τρόπο ύπουλο, η ζωή μου. Και το χρωστάω στο Διαβάζοντας αυτό. Μέσα από το Διαβάζοντας γνώρισα τον Librofilo και προέκυψε το Booktalks. Μέσα από το Διαβάζοντας προέκυψε η ραδιοφωνική εκπομπή στον www.amagi.gr κάθε Κυριακή 6-8μ.μ. που διανύει ήδη τον τρίτο χρόνο της. Τα δύο βιβλία μου, το «Κανείς δεν θέλει να πεθάνει» και «Το Σχέδιο» γράφτηκαν και εκδόθηκαν όσο έχω το blog. 

Χρωστάω πολλά στο blogging, στο διαδίκτυο εν γένει. Ήμουν ένα κορίτσι που πάντα έγραφε κείμενα αλλά δεν τα έδειχνε σε κανέναν. Τώρα συνεχίζω να είμαι ντροπαλή και κλειστή, κάνω πολύ δύσκολα φιλίες, δυσκολεύομαι να κρατήσω επαφές. Συνεχίζω να χάνομαι. Όμως χάρη στο blogging βρέθηκε ένας τρόπος να διοχετεύονται τα γραπτά μου σε λίγο περισσότερο κόσμο. Κι η τρέλα μου με την ανάγνωση να φτάνει και σε άλλους τρελούς. Και να γινόμαστε περισσότεροι. Κι όσο γινόμαστε περισσότεροι, τόσο περισσότερα βιβλία θα βγαίνουν, κι ο φαύλος αυτός κύκλος θα συνεχίζει, ως το τέλος, οπότε και θα αναφωνήσουμε πως ποτέ δεν προλάβαμε να διαβάσουμε όλα εκείνα τα βιβλία που θα θέλαμε. 






Κοινώς οι ελπίδες να με ξεφορτωθείτε είναι μηδαμινές. Για αυτό γιορτάστε τα 8 χρόνια του Διαβάζοντας μαζί μου. 


                                                                  Κατερίνα Μαλακατέ

23/3/17

«Μαγεμένος τόπος, Rene Denfeld



«Μαγεμένος τόπος» κι ένας αφηγητής με μοναδική ενσυναίσθηση, παντογνώστης και συμπονετικός, κυνικός και λυρικός. Ένας θανατοποινίτης αφηγητής σε μια βρωμερή και τρισάθλια πτέρυγα φυλακών παλαιού τύπου, με επιλεκτικό αυτισμό, που δεν μιλά, αλλά μπορεί και διαισθάνεται όλα όσα συμβαίνουν γύρω του. Μια σπασμένη κιθάρα. 

Όλα είναι σπασμένα στο μυθιστόρημα της Rene Denfeld, «Μαγεμένος τόπος», που κυκλοφορεί στην αστυνομική σειρά του Μεταιχμίου, αλλά μάλλον δεν ανήκει εκεί. Οι πρωταγωνιστές της, πίσω και μπρος από τα κάγκελα, είναι βαθιά και βαριά πληγωμένοι. Πρώτη η κυρία- η ερευνήτρια που βοηθά στην αναψηλάφηση των υποθέσεων των θανατοποινιτών, όταν φτάνει η δική τους ώρα. Έπειτα ο αποσχηματισμένος ιερέας, ο διοικητής της φυλακής, ο Γιορκ- ο μόνος θανατοποινίτης που ζήτησε ο ίδιος να πεθάνει και την υπόθεσή του ανέλαβε η «κυρία». 

Το περιβάλλον της φυλακής είναι ζοφερό. Διεφθαρμένοι φύλακες σπρώχνουν μικρά αγοράκια μες τα κελιά γυμνασμένων μπρατσαράδων, κυριαρχούν οι κλίκες, τα μαχαιρώματα, οι αδικίες. Κι ο αφηγητής τα αφουγκράζεται όλα αυτά, από το κελί του, που δεν βλέπει ούτε ένα κομματάκι ουρανό. Αλλά τον προστατεύει από την παρουσία των υπολοίπων. Όνειρο των περισσότερων θανατοποινιτών είναι να βγουν από κει και να πάνε ισόβια στην κλασική φυλακή, να μπορούν να αγγίζουν και να αγγίζονται, να έχουν επισκεπτήριο, να βλέπουν καθαρό ουρανό. Όχι όλων. Για κάποιους κόλαση είναι οι άλλοι. 

Το βιβλίο της Denfeld δεν συγχωρεί, ούτε δικαιολογεί κανέναν. Δεν κάνει πιο συμπαθείς τους εγκληματίες. Ρίχνει όμως φως στο τι τους οδήγησε εκεί, βάζει τους ήρωες να πάρουν σαφείς ηθικές αποφάσεις. Δεν λυτρώνει, γιατί λύτρωση σε τέτοιες καταστάσεις δεν υπάρχει. Αλλά κατανοεί. Με έναν τρόπο ασήκωτο. 

Η Rene Denfeld είναι κι η ίδια ερευνήτρια σε υποθέσεις θανατοποινιτών όπως και η βασική της ανώνυμη ηρωίδα, η κυρία. Ξέρει εκ των έσω τι συμβαίνει σε ανάλογες φυλακές, αλλά και τι οδηγεί τους ανθρώπους σε αποτρόπαια εγκλήματα. Η ματιά της είναι διεισδυτική, βαθιά. Πέρα όμως από τα πραγματολογικά στοιχεία, κατορθώνει να γράψει ένα ευαίσθητο, συναρπαστικό βιβλίο μυθοπλασίας, να μετουσιώσει όλα τα γεγονότα, που τα ξέρει καλά, και φαίνεται πόσο την πληγώνουν, σε τέχνη. 



                                                                                 Κατερίνα Μαλακατέ





«Μαγεμένος τόπος, Rene Denfeld, μετ. Χίλντα Παπαδημητρίου, εκδ. Μεταίχμιο, 2015, σελ. 319

21/3/17

«USA. O 42ος παράλληλος», John Dos Passos



Ομολογουμένως ένα από τα σπουδαιότερα μυθιστορήματα της αμερικανικής λογοτεχνίας είναι ο 42ος παράλληλος, το 1ο μέρος της περίφημης Τριλογίας του Τζον Ντος Πάσος, USA. Όχι μόνον για την πολιτική του θέση και την κοινωνική ανάλυση της αμερικάνικης κοινωνίας πριν τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, αλλά και για τον τρόπο της αφήγησης· τότε εντελώς ριζοσπαστικό και διαφορετικό, που άφησε όμως πολλούς επιγόνους. 

Τέσσερις είναι οι βασικοί αφηγηματικοί τόποι μέσα στο μυθιστόρημα. Πρώτος η τριτοπρόσωπη αφήγηση της ζωής 12 μυθιστορηματικών ηρώων, με διαφορετικό πρωταγωνιστή κάθε φορά. Οι ήρωες του Ντος Πάσος είναι κατά κανόνα άνθρωποι που ξεκινούν μέσα στη φτώχεια και την εγκατάλειψη. Οι πορείες δύο: ή θα παραμείνουν πένητες και περιπλανώμενοι, ή θα ανελιχτούν γοργά- έρποντας, γλείφοντας και με τα κέρατά τους- σε θέσεις πλούτου και εξουσίας. Ο συγγραφέας τείνει να μην πολυσυμπαθεί αυτούς τους τελευταίους. 

Ανάμεσα στα αμιγώς μυθιστορηματικά κομμάτια πάρα πολύ συχνά παρεμβάλλονται τα «Επίκαιρα». Είναι κομμάτια από πρωτοσέλιδα εφημερίδων την εποχής, στίχοι τραγουδιών, ανάκατα, που δυσκολεύουν τον σημερινό αναγνώστη γιατί είναι δύσκολο να τα ταυτίσει, ακόμα και με τη βοήθεια των σημειώσεων. 

Έπειτα έχουμε το "μάτι της Κάμερας", κείμενα μάλλον αυτοβιογραφικά, για τη ζωή του συγγραφέα και τους γονείς του, που αργούμε να τα κατατάξουμε ως τέτοια. 

Και τέλος έχουμε κομμάτια βιογραφίας πραγματικών προσώπων όπως ο Έντισον. 

Το αποτέλεσμα, αν και ακούγεται μπερδεμένο, είναι ένα μυθιστόρημα με πολλές άκρες και υποπλοκές, που όμως έχει συνοχή γιατί βασίζεται σε μία βασική κεντρική ιδέα, που ο αναγνώστης καταλαβαίνει σχεδόν από την αρχή. Πρωταγωνιστής είναι το ιστορικό φόντο, αυτό που αφορά τον Ντος Πάσος δεν είναι κάθε ιστορία και κάθε άτομο μεμονωμένα, αλλά πώς όλα αυτά συνθέτουν την εικόνα της Αμερικής πριν το Πόλεμο. Οι κοινωνικές αντιφάσεις, οι ρατσιστικές εκδηλώσεις, ο τρόπος που αντιλαμβάνεται ο μέσος Αμερικανός και την πατρίδα του και την Ευρώπη, η θρησκεία και η τεχνολογία. Δυο τρεις δε από τους χαρακτήρες του- ο Μακ, η Τζέινι, ο Γουορντ Μουρχάουζ- είναι ολοζώντανοι, ενώ οι υπόλοιποι παραμένουν χάρτινοι και προσχηματικοί, επιτελούν τον σκοπό τους μέσα σε αυτό το μωσαϊκό κι έπειτα δεν ασχολούμαστε πια μαζί τους.

Θεωρώ τον 42ο παράλληλο μεγάλο συγγραφικό μπούσουλα. Ο συγγραφέας παραδίδει μαθήματα λογοτεχνίας, ενώ φαινομενικά κάνει κάτι σαν ιστορικό χρονικό. Τα μυθιστορήματα σήμερα μοιάζουν πολύ με αυτή τη μίξη που επιχείρησε τότε ο Ντος Πάσος· τότε δεν έμοιαζαν. Για αυτό κάποια στιγμή θα συνεχίσω να διαβάζω την Τριλογία. Αν και χρειάζεται απόφαση για να πας στο επόμενο βιβλίο. Πρόκειται για μυθιστορήματα για γερά νεύρα.



                                                                 Κατερίνα Μαλακατέ 




«USA. O 42ος παράλληλος», John Dos Passos, μετ. Νίκος Λαμπρόπουλος, εκδ. Οδυσσέας, 2007, σελ. 502











Υ.Γ. 42 Η έκδοση που κυκλοφορεί από τον Οδυσσέα είναι πολύ προσεγμένη, με όσες ακριβώς σημειώσεις χρειάζεται, και σκληρό εξώφυλλο που άντεξε σε όλες τις κακουχίες. 

Υ.Γ. 42-42 Τα άλλα δύο μέρη της Τριλογίας, "1919" και "The big money" είναι εξαντλημένα στα Ελληνικά. 

19/3/17

Ραδιοφωνικό Διαβάζοντας




Κλήρωση! Και εκπομπή! Σήμερα μαζί μας στο ραδιοφωνικό Διαβάζοντας η Gkanasou Julia για το νέο της βιβλίο "Γονυπετείς"

Κληρώνουμε 3 αντίτυπα "Γονυπετείς", ευγενική προσφορά από τις Εκδόσεις Γκοβόστη. Για να λάβετε μέρος πατήστε "μου αρέσει" και κοινοποιήστε ή/και σχολιάστε το ποστ στο γκρουπ της εκπομπής στο φβ ή αφήστε ένα σχόλιο εδώ από κάτω. Η κλήρωση θα γίνει γύρω στις 7:50μ.μ. on air.
Μη μας χάσετε, 6-8μ.μ. πάντα ζωντανά στον www.amagi.gr


Όλες τις παλαιότερες ραδιοφωνικές εκπομπές Διαβάζοντας θα τις βρείτε εδώ: 




17/3/17

«Ο Γατόπαρδος», Giuseppe Tomasi di Lampedusa





Ο Γατόπαρδος είναι το μοναδικό μυθιστόρημα του Τζουζέπε Τομάζι ντι Λαμπεντούζα. Κυκλοφόρησε λίγο μετά το θάνατό του, κι έτσι ο συγγραφέας του και μεγάλος εραστής της λογοτεχνίας, δεν μπόρεσε ποτέ να απολαύσει την τεράστια εμπορική του επιτυχία, δεν είδε το έργο του να περιλαμβάνεται στα καλύτερα μυθιστορήματα όλων των εποχών. Παρ’ όλα αυτά, ο Γατόπαρδος συνεχίζει να διαβάζεται σχεδόν 70 χρόνια μετά την πρώτη του έκδοση με τον ίδιο ενθουσιασμό από αναγνώστες σε όλη την οικουμένη. Κι αυτό γιατί μιλάει για μια μεταιχμιακή εποχή, για έναν κόσμο που χάνεται, εκφράζει μια εντελώς αιρετική πολιτική άποψη κι έχει για πρωταγωνιστή έναν από τους γοητευτικότερους Πρίγκηπες της λογοτεχνίας.

Ο Ντον Φαμπρίτσιο Πρίγκηπας ντι Σαλίνα είναι ένας γίγαντας στην όψη, πάτερ φαμίλιας, που διοικεί τη μεγάλη οικογένειά του και την μεγάλη οικογενειακή περιουσία του με χαλαρότητα και ευγένεια. Ζουν σε ένα εκπληκτικό παλάτσο στη Σικελία, κι όλα φαίνονται να κυλούν ανάμεσα σε πληκτικούς χορούς και υπηρέτες ώσπου η επανάσταση του Γκαριμπάλντι να ενώσει- σχεδόν σε μια στιγμή- όλη την Ιταλία. Ο Σαλίνα, αν και είναι οξυδερκέστατος πολιτικός παρατηρητής και συνειδητοποιεί την αλλαγή της εποχής, δεν θέλει να προσαρμοστεί, πιστεύει πως δεν υπάρχει σωτηρία για τη Σικελία.

"Ο Σικελοί δεν θα θελήσουν ποτέ να βελτιωθούν για τον εξής απλό λόγο: πιστεύουν οτι είναι τέλειοι. Η ματαιοδοξία τους είναι πιο ισχυρή από την εξαθλίωσή τους. Κάθε παρέμβαση ξένου εξαιτίας της διαφορετικής καταγωγής του, ή Σικελού εξαιτίας της ελεύθερης σκέψης του, διαταράσσει την φαντασίωση της κεκτημένης τελειότητας, αναστατώνει τη φιλάρεσκη προσμονή του μηδενός"

Αγαπημένος του Πρίγκηπα- το οικόσημο του οίκου του είναι ο Γατόπαρδος- δεν είναι κάποιο από τα παιδιά του, αλλά ο ανιψιός του, Τανκρέντι. Ο Τανκρέντι είναι ένας απένταρος αλλά έξυπνος νεαρός, που εκμεταλλεύεται τον θείο του και τον τίτλο που έχει κληρονομήσει. Αν και ο Τανκρέντι φαίνεται να ταιριάζει με την πρώτη κόρη των Σαλίνα, την Κοντσέτα, όταν εμφανίζεται μια πανέμορφη, πάμπλουτη αλλά χωριατοπούλα νεαρή, η Αντζέλικα, ο Σαλίνα προτιμά να αφήσει την κόρη του παραπονεμένη και να παντρέψει την Αντζέλικα με τον Τανκρέντι. Χρειάζονται τα λεφτά της και αξιοσύνη της.

Σημαντικές δευτερεύουσες φιγούρες είναι η γυναίκα του Σαλίνα- μια κοντή, μικροκαμωμένη θεούσα και άπραγη-, ο πατέρας της Αντζέλικα ντον Καλότζερο- ένας δήμαρχος που ξέρει πώς να πλουτίζει, και με όλη την άξεστη δύναμή του συμβολίζει την εποχή που έρχεται-, και ο ιερέας της έπαυλης- ο Πιρόνε, σύντροφος του Σαλίνα στην αστρονομία.

Ο Σαλίνα, αντιλαμβάνεται τι γίνεται γύρω του, δεν είναι αποχαυνωμένος, όμως δεν επιθυμεί να κάνει τίποτα για αυτό. Αφήνει επίτηδες τον οίκο του να παρακμάσει, δεν παντρεύει τις κόρες του για να μην υπάρξει συνέχεια. Όταν του προτείνουν μια θέση στη Γερουσία, δείχνει καν να μην ξέρει τι είναι αυτό. Δεν είναι για κείνον αυτά, ας πάει ο δον Καλότζερο. Στέκεται αξιοπρεπής, ειρωνικός, σχεδόν αγέρωχος και κοιτά ένα πλοίο που βουλιάζει, μια ολόκληρη εποχή που έρχεται στο τέλος της.

Από την άλλη, οι σχέσεις, ερωτικές, φιλικές, συζυγικές, φαίνεται να περνούν παρόμοιες κρίσεις με τις σημερινές, κι ας είναι οι Σαλίνα ευγενείς, κι ας μιλάμε για μια ολότελα διαφορετική κοινωνία. Οι σκηνές στα Σικελικά αρχοντικά είναι επιβλητικές. Από τη λεπτομερή περιγραφή τους και την ζουμερή ομορφιά της Αντζέλικα πηγάζει ο αισθησιασμός του μυθιστορήματος. Η λατρεία της σάρκας, του καλού φαγητού, του καλού ποτού, δίνουν μια αίσθηση πως όλα όσα έχουν σημασία είναι εφήμερα. Εκτός από τα σπίτια, που μέσα στην παρακμή, καταρρέουν αλλά δεν πέφτουν.

Η θέση της Εκκλησιάς και της θρησκείας σε όλα αυτά, είναι πάντα πολιτική, κι ο Λαμπεντούζα δεν το αφήνει ασχολίαστο.



http://www.telegraph.co.uk/news/worldnews/europe/italy/12073225/The-Leopard-author-Giuseppe-Tomasi-di-Lampedusas-palatial-home-restored-to-its-glory-days.html



Ο Τζουζέπε Τομάζι ντι Λαμπεντούζα ήταν ο ίδιος ένας ξεπεσμένος ευγενής, αδέκαρος, που έμενε με τη γυναίκα του σε σπίτια συγγενών, διάβαζε αδηφάγα λογοτεχνία, αλλά δεν τολμούσε να γράψει. Τον Γατόπαρδο τον έγραψε μέσα σε 30 μήνες, στα εξήντα του. Πάντα έλεγε πως θέλει να γράψει την ιστορία μιας οικογένειας ευγενών μέσα σε μια μοναδική μέρα, αυτή της νίκης του Γκαριμπάλντι. Τελικά συμβιβάστηκε και δεν έγραψε τον δικό του Οδυσσέα. Έγραψε όμως τον Γατόπαρδο. Που τον απέρριψαν σχεδόν αμέσως οι δυο μεγάλοι ιταλικοί εκδοτικοί οίκοι και τελικά εκδόθηκε μετά το θάνατό του.

Και κατάφερε έτσι να γράψει ένα ιστορικό, ένα ηθικοπλαστικό, κοινωνικό μυθιστόρημα, που έδωσε μια άλλη διάσταση στο θέμα της παρακμής της αριστοκρατίας και της ένωσης της Ιταλίας. Που μυρίζει παραίτηση και πίκρα, αλλά ταυτόχρονα διέπεται από χιούμορ και ειρωνεία. Δεν είναι τυχαίο, εξάλλου, πως το κυνηγόσκυλο του Πρίγκηπα Σαλίνα, τον Μπεντικό, τον κρατάνε βαλσαμωμένο οι γεροντοκόρες κόρες του μέσα στο παρεκκλήσι με τα ψεύτικα οστά αγίων που έχουν χτίσει. Και όταν η Εκκλησία ξεκαθαρίζει τον χώρο από τα ψευτοάγια οστά, ο βαλσαμωμένος σκύλος πετιέται από το παράθυρο.

Ο Γατόπαρδος έγινε ταινία από έναν ακόμα απόγονο ευγενών Ιταλό, τον Λουκίνο Βισκόντι, που αν και κρατά σχεδόν απαράλλαχτα τα γεγονότα του βιβλίου ως το πρώτο μέρος, περνάει νομίζω μια εντελώς διαφορετική πολιτική άποψη. Παρ’ όλα αυτά μιλάμε για μια μνημειώδη ταινία, και μιλάμε για ένα μνημειώδες βιβλίο που θα το διαβάζουν και θα το ξαναδιαβάζουνκι οι γενιές που θα έρθουν.




                                                                                    Κατερίνα Μαλακατέ




«Ο Γατόπαρδος», Giuseppe Tomasi di Lampedusa, μετ. Μαρία Σπυριδοπούλου, εκδ. Bell, σελ 429










"Ο Γατόπαρδος", Λουκίνο Βισκόντι, 1963




13/3/17

"Το Νησί Γάμα", Παρασκευάς Ακαμάτης




Θα ξεκινήσουμε αυτή την ανάρτηση με το γνωστό Disclaimer: o  Παρασκευάς είναι ένας από τους λίγους ανθρώπους που γνώρισα μέσα από αυτό το blog και μπορώ με σιγουριά να αποκαλώ φίλο ως και την επόμενη ζωή μου. Ό,τι θα διαβάσετε είναι βαθιά επηρεασμένο από αυτό, από όλους τους μπάφους που κατά καιρούς αρνήθηκα να κάνω μαζί του κι όλα τα μεθύσια που τελικά δεν απέφυγα. 

Τούτου δοθέντος, η παράσταση αρχίδει: 

«Το Νησί Γάμα» είναι το τρίτο βιβλίο της τριλογίας (με την ελπίδα να υπάρχει και τέταρτο, τι τριλογία θα ήταν;) που άρχισε με το «Σαμπάνια με γύρο» για να συνεχιστεί με τα «Ζωνιανά Gold» [Το "Ζωνιανά Gold ήταν η μεγαλύτερη διακειμενική αναφορά μέσα στο "Σχέδιο" αλλά δεν το κατάλαβε, ούτε το σχολίασε ποτέ κανείς, ο Παρασκευάς σίγουρα όχι γιατί τον διακρίνει κι ένα τακτ].

Ο συγγραφέας, αφηγητής και ήρως του μυθιστορήματος, Παρασκευάς, βρίσκεται μπροστά σε ένα δίλημμα, ή θα πάει φυλακή γιατί βανδάλισε έναν τοίχο ή θα πάει στο νησί Γάμα. Εκεί τα πάντα παρέχονται δωρεάν, αρκεί να μην συνάπτουν ουσιαστικές σχέσεις οι άνθρωποι μεταξύ τους και να φορούν πράσινα. 

Αν ένα βιβλίο της τριλογίας θα μπορούσε να σταθεί χωρίς την περιλάλητη γλώσσα του Παρασκευά, είναι αυτό. Το Νησί Γάμα είναι οι φόβοι και οι εφιάλτες σου τυλιγμένοι σε πράσινο περιτύλιγμα. Πάντα πράσινη σκεφτόμουνα άλλωστε την σαμπάνια με γύρο. Είναι η ζωή μας, αυτό που θα έπρεπε να λέμε, "λογοτεχνία της κρίσης", είναι το ντουβάρι που βλέπουμε κάθε μέρα μπροστά μας. Και το γαμήσι επίσης. 

Αγαπώ τον τρόπο που μιλάει ο Παρασκευάς, την αφέλεια και την ανυπαρξία σκοταδιών, την ικανότητα να μπλέκει σε μπελάδες, την γεμάτη μπάφους καλοσύνη του. Εδώ ο Παρασκευάς θα μπορούσε να λείπει. Εδώ τα πράγματα σοβάρεψαν. Εδώ ο Παρασκευάς πρέπει να επιζήσει, κι ας το κάνει τελικά χάρη στα σουβλάκια με πατάτες. 

Το να γράψεις κωμικό βιβλίο στην Ελλάδα είναι δύσκολο. Δεν βοηθάει ούτε η γλώσσα ούτε το σύνηθες χιούμορ μας, που είναι κάπως πιο χοντροκομμένο και δύσκολο να αποτυπωθεί στο χαρτί. Ο Παρασκευάς το καταφέρνει καλύτερα από όλους τους άλλους. Πάντως εγώ θα ήθελα να διαβάσω "Το Νησί Γάμα" και από άλλον αφηγητή. Και τότε, μπορεί να ανακαλύπταμε πως ο Παρασκευάς έχει πολλά κοινά με όλους μας. Ειδικά όταν δεν καπνίζει. 



                                                                                               Κατερίνα Μαλακατέ




"Το Νησί Γάμα", Παρασκευάς Ακαμάτης, εκδ. Ωκεανίδα, 2017, σελ. 301











           -  Θέλεις να πάμε μαζί ένα ταξίδι στην άκρη της νύχτας;
           -  Ναι
         Παρά την αρχική κατάφαση μπορείς ακόμα να προσδιορίσεις ή και να αλλάξεις τον ακριβή προορισμό, να ισχυριστείς ότι δεν ήξερες τίποτα για τον Λουί-Φερντινάν Σελίν ή για τη νύχτα, να προσποιηθείς ότι σε έπιασε κοιλόπονος, ότι σου τυχε μια δουλειά. Δεν χρειάζεται ή δεν μπορείς βρε αδελφέ να το κάνεις το ταξίδι. Κι αν θες, στο τέλος θα το αποφύγεις. 
          Η άρνηση όμως είναι οριστική, αποκλείει τις οποιεσδήποτε συναλλαγές. 





10/3/17

«The Heart Goes Last», Margaret Atwood





«Η καρδιά πεθαίνει τελευταία» δεν είναι ομολογουμένως η καλύτερη δυστοπία που έχει γράψει η Μάργκαρετ Άτγουντ. Πώς θα μπορούσε άλλωστε, όταν μιλάμε για τη συγγραφέα του «The Handmaid’s tale» και του «Όρυξ και Κρέικ». Ούτε όμως είναι και η χειρότερη. Το μυαλό της Άτγουντ είναι αστραφτερό, η φαντασία της ακμαία, απλά αυτή τη φορά φαίνεται να έφερε τη δυστοπία τόσο κοντά μας, που μπορεί να κριθεί με σημερινά κριτήρια και σε σημεία να φανεί αφελής. Αδιαφορώ για αυτό. Πρόκειται για ένα πολύ ευχάριστο ανάγνωσμα, για ένα βιβλίο που έχει πράγματα να πει, τόσο πολιτικά όσο και κοινωνικά. 

Ο Σταν και η Σαρμέιν ζουν στο αυτοκίνητό τους, αφού έχασαν τις δουλειές του και το σπίτι τους. Η Σαρμέιν δουλεύει μπαργούμαν και μετά βίας επιβιώνουν. Συνεχώς τους κυνηγούν συμμορίες για να τους πάρουν το αμάξι. Ώσπου μια μέρα η Σαρμέιν βλέπει μια διαφήμιση για το Σχέδιο Ποζιτρόνιο, που υπόσχεται πως θα έχουν ένα μέρος της παλιάς τους ζωής πίσω. Πείθει τον Σταν να το δοκιμάσουν και υπογράφουν. Έτσι τον ένα μήνα ζουν κανονικά σε ένα ωραίο σπίτι με αμάξι και σκούτερ, και θέρμανση και ανέσεις και κανονικές δουλειές και τον επόμενο ζουν ως έγκλειστοι στις φυλακές. Το πράγμα δεν φαίνεται να τους ενοχλεί κι η ζωή τους παίρνει μια φυσιολογική τροπή. Ώσπου ο Σταν- που αγαπάει την γλυκανάλατη, λουλουδάτη Σαρμέιν αλλά του έχει λείψει λίγο δυνατό σεξ- βρίσκει ένα πολύ σέξι σημείωμα κάτω από το ψυγείο, που υποθέτει πως αφορά το ζευγάρι που εναλλάσσεται μαζί τους στο σπίτι. 

Η Άτγουντ πραγματεύεται φυσικά το μεγάλο κοινωνικό θέμα των νεόφτωχων, αυτό που ανέδειξε ξανά η κρίση, ανθρώπων – όπως εμάς εδώ- που άλλα τους υποσχέθηκαν για τη ζωή τους αν ήταν καλοί και σεβαστικοί και ακολουθούσαν το σύστημα, κι άλλα τελικά τους προέκυψαν στην πορεία. Και το θέμα της υποδούλωσης σε ένα σύστημα, ακόμα και τόσο φανερά παράλογο όπως το Σχέδιο Ποζιτρόνιο αν σου δίνει τα βασικά, τροφή και κατοικία, ανέσεις και χνουδωτές πετσέτες. 

Από την άλλη αναδύεται κι ένα θέμα που πολύ αρέσει στην Άτγουντ, αυτό των σχέσεων των ζευγαριών των ισορροπιών αλλά και της θέσης της γυναίκας, τι περιμένει η κοινωνία, ο άντρας, ο εραστής, από αυτές. Η Μάργκαρετ Άτγουντ είναι ίσως η πιο φεμινίστρια από τις συγγραφείς της γενιάς της, μπορεί χωρίς κανένα διδακτισμό να χωρέσει όλα εκείνα που απασχολούν την γυναίκα σε μια ιστορία. 

Προς το τέλος η πλοκή παίρνει σταθερά χιουμοριστικό χαρακτήρα, με σεξουαλικά ρομπότ με την μορφή του Έλβις και της Μαίρυλιν, διασυνδέσεις με τον υπόκοσμο, γκροτέσκες επεμβάσεις στην προσωπικότητα. Μια τέτοια δυστοπία δεν θα μπορούσε να τελειώσει ουσιαστικά, παρά μόνο σχηματικά. Σε αυτά τα βιβλία εξάλλου σημασία έχουν το νέο σύμπαν και οι χαρακτήρες, κι όχι το τέλος. 

Σταθερά η Άτγουντ παραμένει μια από τις πιο αγαπημένες μου συγγραφείς. Δεν είναι τόσο πως επιμένει στην δυστοπία και το φανταστικό, όσο πως έχει πράγματα να πει που άλλοι τρομάζουν καν στην ιδέα να τα θέσουν σε ρεαλιστικά μυθιστορήματα. Ελπίζω να ζήσει πολλά χρόνια ακόμα και να γράφει ως τα πολύ βαθιά γεράματα. 


                                                                               Κατερίνα Μαλακατέ



«The Heart Goes Last», Margaret Atwood, Penguin, pg.322, 2015













Υ.Γ. 42 Εγώ διάβασα το βιβλίο σε e-book στο kindle, αλλά κυκλοφορεί και στα Ελληνικά σε μετάφραση Έφης Τσιρώνη, από τις εκδόσεις Ψυχογιός


"Η καρδιά πεθαίνει τελευταία", Μάργκαρετ Άτγουντ, μετ. Έφη Τσιρώνη, εκδ. Ψυχογιός, 2016, σελ. 488

7/3/17

«Ιδού οι ονειροπόλοι», Imbolo Mbue



Το «Ιδού οι ονειροπόλοι» είναι ίσως ένα από τα πιο ευκολοδιάβαστα βιβλία της χρονιάς. Η ιστορία και η γλώσσα ρέουν (φαντάζομαι πως η εμπειρία της Αργυρώς Μαντόγλου ως μεταφράστριας παίζει σημαντικό ρόλο). Η πλοκή είναι ευθύγραμμη και εντελώς αληθοφανής, και ενδιαφέρουσα. Παρ’ όλα αυτά η συγγραφέας, μια Καμερουνέζα μετανάστρια στην Αμερική, δεν αποφεύγει τα κλισέ. Ούτε κάποιες εύκολες λύσεις. 

Ο Γιέντε Γιόνγκα μεταναστεύει από την φτωχή πόλη Λίμπε του Καμερούν στην Νέα Υόρκη. Τα χαρτιά του δεν είναι ακριβώς εντάξει, έχει μόνον μια βίζα για μερικούς μήνες, και απευθύνεται σε δικηγόρο για να κάνει αίτηση για άσυλο και πράσινη κάρτα. Καταφέρνει να φέρει τις Η.Π.Α τη γυναίκα και το παιδί του και να βρει μια καλή και αξιοπρεπή δουλειά για τον Κλαρκ Έντουαρντς, μεγαλοστέλεχος της Lehman Brothers, που του εξασφαλίζει έναν καλό μισθό. 

Η αντίθεση ανάμεσα στην οικογένεια του Έντουαρντς κι αυτή του Γιέντε είναι εμφανής από την αρχή. Πάντως η συγγραφέας επιλέγει – ίσως για να μην εκπέσει στο μελό- να μην μας δείχνει τα συναισθήματα των ηρώων της, μόνο τα γεγονότα. Όταν η Λίμανς καταρρεύσει και ο Γιέντε χάσει τη δουλειά του τα πράγματα θα δυσκολέψουν. Κι όταν πια του αρνηθούν και την πράσινη κάρτα, θα απογοητευτεί τόσο που θα μετακινήσει την οικογένεια ξανά στο Καμερούν. 

Το βιβλίο πραγματεύεται την νέα εκδοχή του Αμερικάνικου ονείρου. Η γυναίκα του Έντουαρντς π που ζει μέσα στη χλιδή καταρρέει, η γυναίκα του Γιέντε θέλει να παλέψει για τα πάντα, για το παιδί της, για τη μόρφωσή της, για τα ωραία ρούχα και παπούτσια, να το ζήσει. 

Η Αμερική παραμένει για την Mbue ιδεώδης. Παρόλο που τελικά η οικογένεια γυρίζει στο Καμερούν, σε καμία φάση δεν διαφαίνεται πικρία και μίσος για την ανισότητα, ούτε και πόνος ή νόστος για την πατρίδα. Θέματα που θα μπορούσαν να την απασχολούν- ταυτότητας, κοινωνικής ένταξης, γκετοποίησης- φαίνεται να μην περνάνε καν από το μυαλό των ηρώων της. Η ιστορία είναι κοινή και οικεία, έχει το ενδιαφέρον κομμάτι της μετανάστευσης, αλλά σε σημεία μοιάζει επιδερμική. Οι ήρωες της δεν βάζουν το μαχαίρι στο κόκαλο. Μπορεί να είναι έτσι χτισμένοι ως προσωπικότητες που να μην μπορούν. 

Με λίγα λόγια από το βιβλίο λείπει ο πόνος και το αφηγηματικό βάθος. Όλα τα άλλα είναι εκεί, ευχέρεια στην αφήγηση, μια καλή ιστορία, προσωπικό βίωμα. Το "Ιδού οι ονειροπόλοι" θα το σύστηνα χωρίς καμία επιφύλαξη σε όποιον μου ζητούσε ένα βιβλίο που να διαβάζεται εύκολα χωρίς να είναι ευτελές. 

Μοιάζει στην Αμερική  τα τελευταία χρόνια να είναι μόδα τα βιβλία που προέρχονται από μετανάστες. Από τον Τσιγκόζι Ομπιόμα, ως τον Στάινγκαρντ, την Τζούμπα Λαχίρι, τον Τσανγκ Ράε Λι,  τον Πένκοφ και τη Γιγιέν Λι, μια γενιά συγγραφέων αναδύεται που έχουν μικτές καταβολές, που είναι με το ένα πόδι στη μια και με το άλλο πόδι στην άλλη κουλτούρα. Συνήθως τα βιβλία τους είναι πολύ ενδιαφέροντα. Ποιοι από αυτούς θα τα καταφέρουν λογοτεχνικά να υπάρξουν και στο μέλλον, μένει να αποδειχτεί. 



                                                                       Κατερίνα Μαλακατέ




«Ιδού οι ονειροπόλοι», Imbolo Mbue, μετ. Αργυρώ Μαντόγλου, εκδ. Κέδρος, 2016, σελ. 458

2/3/17

«Τρεις ιστορίες», D.H. Lawrence





Διάβασα και ξαναδιάβασα τον Εραστή της Λαίδης Τσάτερλυ όταν ήμουν μικρή σε μια άσχημη έκδοση των εκδόσεων printa για μια κακή εφημερίδα . Από τότε, τότε που είχα αγνοήσει τον πρόλογο του Malraux που τη συνόδευε, ήξερα πως πρόκειται για ένα κείμενο δυνατό, που θα με συντροφεύει στην συγγραφική και αναγνωστική μου ζωή. Από τότε, δεν είχα διαβάσει τίποτε άλλο του Λώρενς. 

Ώσπου έπεσε στα χέρια μου το μικρό βιβλιαράκι με τα τρία διηγήματα των εκδόσεων κουκούτσι και μου ξύπνησε τη νοσταλγία. Για μια γραφή που μπορεί να αρθεί πάνω από τα ταμπού, να μείνει μακριά και ταυτόχρονα κοντά στην εποχή της. Και παρόλο που τα θέματα θα έπρεπε να μοιάζουν παρωχημένα, τόσα χρόνια μετά, ο Λώρενς πάλι δεν με απογοήτευσε. Γιατί στη λογοτεχνία το θέμα είναι τι αφηγείσαι και πώς. 

Η πρώτη από τις Τρεις Ιστορίες και δική μου αγαπημένη είναι ο Ήλιος. Μια νεαρή νευρωτική Νεουρκέζα, μαμά και σύζυγος, λαμβάνει οδηγίες από τον γιατρό της να μετακομίσει στη Μεσόγειο και να κάνει ηλιοθεραπεία. Εκεί, στην «Μεγάλη Ελλάδα» στην Ιταλία θα ανακαλύψει την χαρά του ήλιου στο κορμί της, θα κάνει χρυσαφί και το μωρό της, θα γίνει άλλος άνθρωπος, σωματικώς και σεξουαλικώς. 

Στο Ο άνδρας που αγαπούσε τα νησιά, ένας άντρας θα στήσει διαδοχικά ιδιωτικά νησιά, πρώτα με υπηρέτες και υπηκόους κι έπειτα όλο και πιο μικρά, για να ανακαλύψει πως το μόνο που γύρευε ήταν η ησυχία του.

Και στα Πράγματα, ένα ζευγάρι ιδεολόγων θα συμβιβαστεί σιγά σιγά με την ιδέα του κομφορμισμού και τη χαρά της ιδιοκτησίας. 

Αν και τώρα πια δεν θα άφηναν την Τζουλιέτ να κάνει τόσες ώρες ολόγυμνη ηλιοθεραπεία, τουλάχιστον όχι χωρίς αντιηλιακό, η φιλοσοφία του διηγήματος, ο τρόπος που η γραφή κυλάει και δεν σε αφήνει να βαρεθείς - η απλότητα και η σωματικότητα, σε κάνουν να χαμογελάς όσο διαβάζεις. Ο Λώρενς εκφράζει τις ανησυχίες μια ολόκληρης γενιάς και μιας ολόκληρης εποχής. Κι αν το καλοσκεφτούμε δεν διαφέρει πολύ ο εσωτερικός προβληματισμός της μεσαίας τάξης τότε και τώρα· ίσως μόνο στα εξωτερικά γνωρίσματα. Και στο αντιηλιακό. 



                                                                  Κατερίνα Μαλακατέ





«Τρεις ιστορίες», D.H. Lawrence, μετ. Γιώργος Λαμπράκος, εκδ. κουκούτσι, σελ. 165, 2016












Υ.Γ. 42 Η μετάφραση και το επίμετρο του Γιώργου Λαμπράκου είναι κέντημα. Και η έκδοση εξαιρετικά προσεγμένη. 



26/2/17

"Γκαλβέιας", José Luís Peixoto




Αν με ρωτούσαν πώς μου φάνηκε το «Γκαλβέιας» του Χοσέ Λουίς Πεϊσότο θα απαντούσα: «πολύ ιδιαίτερο». Ένα βιβλίο που αψηφά θαρρείς όλους τους νόμους του μυθιστορήματος, κι όμως κατορθώνει να κρατά το ενδιαφέρον αμείωτο. Ίσως να φταίει η αρτιότητα της γραφής, η ικανότητα του Πεϊσότο να στήνει σκηνές και σκηνικά. Μπορεί να είναι ο τρόπος που ο συγγραφέας μιλά για τα πιο φριχτά βίαια γεγονότα με ψυχραιμία σχεδόν ποιητική· αποστασιοποιημένος και λυρικός ταυτόχρονα. 

Σε ένα Πορτογαλικό χωρίο, το Γκαλβέιας, πέφτει ένα άγνωστο αντικείμενο και δημιουργεί έναν κρατήρα. Το γεγονός δεν επηρεάζει τη ζωή του χωριού παρά μόνον με έναν τρόπο, τα πάντα γεμίζουν με τη μυρωδιά του θειαφιού και το ψωμί γίνεται ξινό. Κατά τα άλλα η ζωή συνεχίζει απρόσκοπτα, φτωχική, αγροτική, βίαιη, γεμάτη περιστατικά κακοποίησης που φαίνονται εντελώς φυσιολογικά, σαν να είναι αναπόσπαστο μέρος της ζωής. 

Ο Χοσέ Λουίς Πεϊσότο μιλάει για το χωριό του χωρίς καμιά διάθεση ωραιοποίησης ή νοσταλγίας, δείχνει την ωμότητα της ανθρώπινης φύσης σε όλο της το παρηκμασμένο μεγαλείο. Τον τρόπο που οι οικογένειες κρατιούνται από το τίποτα, από την πείνα και τον φόβο. Τις διαστροφές και την υποταγή. Το κείμενο έχει δύο ιδιαιτερότητες: δεν αποπνέει μιζέρια και δεν οδηγεί πουθενά. Δεν υπάρχει κεντρικός χαρακτήρας, μοιάζει περισσότερο σαν ένα σύνολο ιστοριών στον ίδιο χρόνο και χώρο, όπου ο δευτεραγωνιστής της μιας ιστορίας χρήζεται πρωταγωνιστής στην επόμενη. 

Ομολογώ πως η γραφή του Πεϊσότο με γοητεύει. Από το εκπληκτικό «Νεκροταφείο πιάνων», στο πολύ καλό «Βιβλίο» και στο ιδιαίτερο «Γκαλβέιας», τον ακολουθώ ευλαβικά, διαβάζω ο,τι δικό του μεταφράζεται στην Ελλάδα. Αν και θεωρείται από πολλούς επίγονος του Ζοζέ Σαραμάγκου, εγώ βρίσκω ελάχιστες ομοιότητες και στον τρόπο γραφής τους, και στα θέματα που διαπραγματεύονται. Κι αν ο θείος Ζοζέ είναι για μένα ένας από τους σπουδαιότερους – κι ίσως ο πιο αγαπημένος μου- συγγραφείς των καιρών μας, ο Ζοζέ Λουίς είναι ένας συγγραφέας που δεν θα πάψω να ακολουθώ, όσα βιβλία κι αν γράψει. 



                                                                                          Κατερίνα Μαλακατέ




"Γκαλβέιας", Ζοσέ Λουίς Πεϊσότο, μετ. Αθηνά Ψύλλια, εκδ. Κέδρος, 2016, σελ. 303