28/4/17

"Ο Στόουνερ", John Williams



Μια περίεργη ιστορία επιτυχίας συνοδεύει το Στόουνερ, του John Williams. Το βιβλίο εκδόθηκε στην Αμερική το 1964, έκανε μια μέτρια πορεία και τελικά εξαντλήθηκε χωρίς να επανεκδοθεί. Το 2011 μια Γαλλίδα μεταφράστρια, η Anna Gavalda, το ανακάλυψε και το μετέφρασε. Στη Γαλλία το Στόουνερ, πενήντα χρόνια μετά την πρώτη του έκδοση, έγινε εκδοτική επιτυχία σχεδόν αμέσως, χωρίς κριτικές, από στόμα σε στόμα. Ακολούθησαν η Αγγλία, η Ολλανδία, όπου είναι ακόμα bestseller. Το New Yorker το 2013 ονόμασε το μυθιστόρημα «The greatest American novel you have never heard of». Κι όλα αυτά ενώ ο συγγραφέας του ήταν ήδη 19 χρόνια πεθαμένος και δεν είχε πάρει ξαφνικά το Νόμπελ.  

Η φήμη του Στόουνερ με έκανε να το πιάσω σχεδόν μόλις κυκλοφόρησε από την ολοκαίνουργια σειρά των εκδόσεων Gutenberg, Αλντίνα· και δεν με απογοήτευσε. Πρόκειται για να διαμαντάκι αφήγησης, που δεν σε αφήνει να το αφήσεις από τα χέρια σου, ένα βιβλίο κάπως χαμηλότονο που μιλά για τη ζωή και τη ματαιότητα. 

Ο Στόουνερ είναι καθηγητής Αγγλικής φιλολογίας σε ένα μέτριο Πανεπιστήμιο. Η οικογένειά του ήταν αγροτική, αλλά εκείνος ένιωσε την κλίση του όσο σπούδαζε Γεωπονία, και άλλαξε κατεύθυνση. Ερωτεύτηκε μια γυναίκα, που έγινε η σύζυγός του, και κατάλαβε σχεδόν αμέσως πως ο γάμος του ήταν ένα λάθος. Έζησε συμβατικά μαζί της, λάτρεψε την κόρη του, αν και η γυναίκα του προσπάθησε να τη στρέψει εναντίον του. Στο τμήμα του στο Πανεπιστήμιο μπλέχτηκε σε έριδες και έμεινε στάσιμος. Γνώρισε στα σαράντα του τον έρωτα, σαρκικό και με πάθος, αλλά αναγκάστηκε κι αυτό να το εγκαταλείψει λόγω των κοινωνικών συμβάσεων. Έζησε μια ζωή, που μοιάζει με τις ζωές μας, κι όχι μια ζωή που μοιάζει  με μυθιστορηματικού ήρωα. 

Αν τύχει και κάποιος φοιτητής συναντήσει το όνομα Γουίλιαμ Στόουνερ, ενδέχεται να αναρωτηθεί γενικά και αόριστα ποιος ήταν αυτός· η περιέργεια του πάντως σπάνια θα ξεπεράσει το επίπεδο της απλής ερώτησης. Οι συνάδελφοι του Στόουνερ, οι οποίοι δεν του είχαν ιδιαίτερη εκτίμηση όσο ζούσε, τώρα πια τον αναφέρουν σπανίως· στους μεγαλύτερους το όνομά του λειτουργεί ως υπενθύμιση του αναπόφευκτου για όλους τέλους, για τους νεότερους είναι απλώς ένας ήχος που δεν ανακαλεί τίποτε από το παρελθόν ούτε τους θυμίζει κάποιον που είχε σχέση με τους ίδιους ή τη σταδιοδρομία τους.

Αυτά μας γράφει ο συγγραφέας για τον ήρωα του ήδη από την πρώτη σελίδα. Παρ’ όλες τις ήττες στα μεγάλα και σημαντικά, και την αφάνεια μετά θάνατον, όμως, ο Στόουνερ έζησε φυσιολογικά. Αυτό θέλει να μας πει η ιστορία του. Δέχτηκε τη μια μετά την άλλη τις κατραπακιές συνειδητοποιώντας πως έτσι είναι. Χωρίς θυμό. Με θυμό. Πάντως με τελικό θετικό πρόσημο στον απολογισμό. Έκανε όσα μπορούσε, όπως μπορούσε, όσο του επέτρεπε η ζωή κάθε φορά. Και έζησε με βασικό γνώμονα τον έρωτά του: το Πανεπιστήμιο και τη λογοτεχνία.

Η αφήγηση είναι λιτή, χωρίς γλωσσικά στολίδια. Είναι γραμμική, χωρίς τερτίπια με τον χώρο και τον χρόνο. Είναι βαθιά, βαθύτατα ανθρώπινη. Και πολύ μελαγχολική. Η γοητεία του Στόουνερ καταλαβαίνω πως δεν θα αγγίξει όλους εκείνους που ψάχνουν έναν εμβληματικό μυθιστορηματικό ήρωα. Μπορεί όμως να συγκινήσει τους αναγνώστες που μαγεύονται από την ίδια τη ζωή, 





                                                              Κατερίνα Μαλακατέ 




"Ο Στόουνερ", John Williams, μετ. Αθηνά Δημητριάδου, εκδ. Gutenberg, 2017, σελ. 408


24/4/17

"Οστάνδη 1936", Volker Weidermann



Μια περίεργη αγάπη συνδέει αυτούς τους δύο άντρες από χρόνια. Ο Τσβάιχ, δέκα χρόνια μεγαλύτερος, ιδιοκτήτης πύργου, κοσμοπολίτης, πετυχημένος συγγραφέας βιβλίων με πωλήσεις χιλιάδων αντιτύπων- και ο Ροτ, πετυχημένος δημοσιογράφος, επιφυλλιδογράφος της Frankfurter Zeitung τη δεκαετία του ’20, συγγραφέας όχι πολύ πετυχημένων μυθιστορημάτων, τα οποία θυμίζουν ανταποκρίσεις, πότης και γλεντζές, που ζει σε δωμάτια ξενοδοχείων, σπάταλος, άνθρωπος της παρέας και της κουβέντας, τριγυρισμένος διαρκώς από φίλους, ακροατές, θαυμαστές.

Εκείνο το καλοκαίρι στην Οστάνδη μαζεύτηκαν ένα σωρό Γερμανοί αυτοεξόριστοι διανοούμενοι-  ο Τόλλερ, ο Καίσλερ, ο Έγκον Κις- αλλά οι δυο που ξεχώριζαν, τόσο διαφορετικοί και τόσο φίλοι, ήταν ο Ροτ κι ο Τσβάιχ. Ο ένας πάντοτε τρισάθλιος και χρεωμένος, ο άλλος πάντοτε καλοβαλμένος και πλούσιος. Και οι δύο Γερμανοί και Εβραίοι, που όμως άργησαν κάπως να καταλάβουν τι συμβαίνει. Ο Ροτ, αν και νοσταλγός της Αυτοκρατορίας, συνειδητοποίησε νωρίτερα τον ζόφο. Ο Τσβάιχ έφυγε οριακά, δεν μπορούσε να αποδεχτεί την απαγόρευση των βιβλίων του, την πτώση των πωλήσεων τους. 

Η φιλία τους μοιάζει περίεργη, άνιση, ο Ροτ είναι αλκοολικός και άφραγκος, στηρίζεται στον Τσβάιχ για να τον φροντίσει. Από την άλλη ο Τσβάιχ δεν αποδέχεται πάντα αυτόν τον ρόλο. Πάνω τους κρέμεται το φάντασμα του Πολέμου που έρχεται και του φασισμού.

Ένα περίεργο βιβλίο, ανάμεσα στη μυθιστορία και την ιστορία είναι το «Οστάνδη 1936. Το καλοκαίρι πριν από το σκότος», του Volker Weidermann. Ένα εξαιρετικά γοητευτικό αφήγημα, με πρωταγωνιστές δυο σούπερ σταρ της Γερμανικής λογοτεχνίας του Μεσοπολέμου. Δυο σταρ που η μοίρα τους επιφύλασσε αντίστροφη πορεία, ο ένας αναγνωρισμένος εν ζωή, έπειτα κάπως αγνοημένος, που τον «ανακαλύπτουμε ξανά». Κι ο άλλος τελείως καταφρονεμένος στη ζωή, που τώρα χαίρει απόλυτης εκτίμησης. 

Η αφήγηση έχει στοιχεία ειρωνείας, ο συγγραφέας προϋποθέτει πως ξέρουμε πολλά και για τον Ροτ και για τον Τσβάιχ και για αυτό κάποιες λεπτομέρειες μοιάζουν σχεδόν σατιρικές, για το πόσο διαφορετική είναι η καθημερινότητα από την αιωνιότητα. 

Εγώ ομολογώ πως αγαπώ τα βιβλία και των δυο, που είναι ακραία διαφορετικά, και πως δεν ήξερα καθόλου για την προσωπική τους διασύνδεση. Το βιβλίο αυτό, που τους συνδέει, βιογραφία περίπου, με γοήτευσε και με κράτησε ως το τέλος. Είναι ένα βιβλίο για την Ιστορία, και τη λογοτεχνία, και την πολιτική και κατορθώνει να πει πολλά και για τα τρία.



                                                           Κατερίνα Μαλακατέ



"Οστάνδη 1936. Στέφαν Τσβάιχ και Γιόζεφ Ροτ. Το καλοκαίρι πριν από το σκότος", Volker Weidermann, μετ. Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Άγρα, 2017, σελ. 191

22/4/17

"Συναξάρι Αντρέα Κορδοπάτη", Θανάσης Βαλτινός






Ξεκίνησα να διαβάζω το «Συναξάρι του Ανδρέα Κορδοπάτη» με μεγάλη όρεξη. Από τον Θανάση Βαλτινό είχα διαβάσει μόνον την «Κάθοδο των εννιά» και ήθελα να συμπληρώσω τα κενά μου. 

Ήδη από το πρώτο βιβλίο κατάλαβα πως ο λόγος και ο λογοτεχνικός του τρόπος δεν θα ταίριαζε στην αναγνωστική μου διάθεση. Συνέχισα να διαβάζω γιατί έπρεπε, και τελικά βρέθηκα να τελειώνω το δεύτερο βιβλίο μόνον και μόνο γιατί θα ήταν ντροπή να συντονίσω μια λέσχη ανάγνωσης έχοντας παρατήσει το βιβλίο. 

Στον πρώτο μέρος- που γράφτηκε το 1964- ο Ανδρέας Κορδοπάτης, με έναν λόγο κοφτό, εντελώς προφορικό, μας διηγείται σε πρώτο πρόσωπο τις περιπέτειες του ως παράνομος μετανάστης στην Αμερική. Η γραφή είναι λιτή, η διάλεκτος έντονη και το βιβλίο πολύ ευκολοδιάβαστο εξαιτίας της προφορικότητας. Περιγράφει τη ζοφερή πραγματικότητα της μετανάστευσης, αλλά και την κατάσταση στην Ελλάδα, την φτώχεια, την αμορφωσιά, με μεγάλη ενάργεια. Από την άλλη, δυσκολεύτηκα πάρα πολύ να νιώσω οποιουδήποτε είδους ταύτιση με τον πρωταγωνιστή. 

Κι αυτή η αίσθηση εντάθηκε στο δεύτερο μέρος του Συναξαριού – που γράφτηκε 35 χρόνια μετά, το 2000. Εδώ συνεχίζεται η πρωτοπρόσωπη αφήγηση, αλλά ο ίδιος ο Κορδοπάτης υποχωρεί ως αφηγητής, έχουμε πολλά μικρά αποσπασματικά κείμενα, σαν μαρτυρίες, σε έντονη ντοπιολαλιά. Οι αφηγητές μας, άντρες και γυναίκες, εναλλάσσονται συνεχώς, αλλά η γλώσσα και η αφήγηση παραμένουν στεγνές. Θα μπορούσε να πει κανείς πως πρόκειται για δημοσιογραφική καταγραφή, αν δεν ήταν το θέμα της γλώσσας. 

Ομολογουμένως η ιστορική περίοδος του δεύτερου βιβλίου είναι πολύ ενδιαφέρουσα – για μένα τουλάχιστον. Κάποιες από τις σκηνές του πολέμου είναι εξαιρετικά δυνατές. Και δείχνουν μια άλλη οπτική από την συνηθισμένη· όλη την θηριωδία ενός στρατού που κατακτεί. Πάντως κι εδώ δεν κατάφερα στιγμή να συμμετέχω στο δράμα. Με εμπόδισε ο τρόπος, η αφήγηση. 

Ξέρω πόσο ιερόσυλη μοιάζει αυτή η καταγραφή, ο Θανάσης Βαλτινός θεωρείται ένας από τους σπουδαιότερους εν ζωή λογοτέχνες μας. Για μένα όμως ποτέ η λογοτεχνία δεν μέτρησε μέσα από τα κείμενα και τα λόγια των άλλων για ένα βιβλίο, μετράω τα κείμενα για αυτό που είναι, για αυτό που ένιωσα, για την αγνή ειδωλολατρική ηδονή της ανάγνωσης. Και από τον Κορδοπάτη, αναγνωστική απόλαυση δεν πήρα.



                                                                                            Κατερίνα Μαλακατέ





«Συναξάρι Αντρέα Κορδοπάτη- Βιβλίο πρώτο: Αμερική», Θανάσης Βαλτινός, εκδ. Εστίας, (1η έκδοση, περ. Ταχυδρόμος, 1964), σελ. 126



«Συναξάρι Αντρέα Κορδοπάτη- Βιβλίο δεύτερο: Βαλκανικοί- ‘22», Θανάσης Βαλτινός, εκδ. Εστίας (1η έκδοση, εκδ. Ωκεανίδα, 2000), σελ. 302

18/4/17

Οι προτάσεις της εβδομάδας





Στις σημερινές προτάσεις της εβδομάδας, τα μισοδιαβασμένα μου. Πρόκειται για βιβλία που έχω αρχίσει αλλά για κάποιον λόγο δεν έχω ακόμα τελειώσει: τον Στάινερ γιατί διαβάζω περίπου ένα δοκίμιο την εβδομάδα, την Οστάνδη γιατί τη χρησιμοποιώ για τις μετακινήσεις, την Έρπενμπεκ γιατί την παρενέβαλα σε ένα μεγάλο τούβλο που διάβαζα, τον Πίντσον, γιατί ποιος τον αντέχει σε μεγάλες δόσεις. Για τη γυναίκα στη σκάλα δεν έχω δικαιολογία. 

"Η γυναίκα στη σκάλα",  Berhard Sclink, μετ. Απόστολος Στραγαλινός, εκδ. Κριτική, 2015, σελ. 266

"Παιχνίδι με τις λέξεις", Τζέννυ Έρπενμπεκ, μετ. Αλέξανδρος Κυπριώτης, εκδ. Ίνδικτος, 2008, σελ.155 

"Περί λόγου, τέχνης και ζωής", George Steiner, μετ. Γιώργος Λαμπράκος, εκδ. Πατάκη, 2016, σελ. 512

"Οστάνδη 1936", Volker Weidermann, μετ. Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Άγρα, 2016, σελ. 191

"Η συλλογή των 49 στο σφυρί", Thomas Pynchon, μετ. Δημήτρης Δημηρούλης, εκδ. Gutenberg, 2017, σελ. 281


Υ.Γ. 42 την επόμενη εβδομάδα πάλι.


17/4/17

«Ρεαλιστική Τριλογία», Machado de Assis





Ογκώδης και επιβλητική, η Ρεαλιστική Τριλογία του Μασάντο ντε Ασσίς που εκδόθηκε πρόσφατα από τις εκδόσεις Gutenberg σε μετάφραση της Μαρίας Παπαδήμα, αριθμεί 1002 σελίδες και περιλαμβάνει 3 μυθιστορήματα, τα κατά γενική ομολογία αριστουργήματα του ντε Ασσίς, έργα της ώριμη, δεύτερης περιόδου του που χαρακτηρίζεται ρεαλιστική, αν και μόνο με τα μάτια ενός Βραζιλιάνου θα μπορούσε να θεωρηθεί έτσι. 

Παρ’ όλο τον τρόμο που μπορεί να δημιουργήσει στον μέσο βιβλιόφιλο ένα τέτοιο επικό τούβλο – δεν εξαιρώ την τιμή του- μόλις κανείς το πιάσει στα χέρια του, δεν μπορεί να το αφήσει. Το πρώτο μυθιστόρημα της Τριλογίας – και κατ’εμέ καλύτερο του τόμου- είναι ένα κομψοτέχνημα αφήγησης, ένα βιβλίο που δυσκολεύεσαι να πιστέψεις πως γράφτηκε το 1881. Αφηγητής είναι ο νεκρός πια Μπρας Κούμπας, που συχνά πυκνά υπενθυμίζει στον αναγνώστη πως είναι νεκρός. Μας μιλά για τη ζωή, τους έρωτες, τις πολιτικές του φιλοδοξίες. Μπαίνει και βγαίνει χρονικά στην ιστορία όποτε του γουστάρει και περιγράφει έναν από τους πιο κομψούς και ταυτόχρονα παράνομους έρωτες στην ιστορία της λογοτεχνίας, αυτόν με την Βιρζίλια, την παντρεμένη γυναίκα του φίλου του, με την οποία στεγάζουν τον έρωτά τους σε ένα σπιτάκι στην άκρη της πόλης, και δεν κόβουν τις σχέσεις τους, παρ’ όλο που η πόλη το 'χει βούκινο κι αυτοί κρυφό καμάρι. 

Ο Μπρας Κούμπας είναι σαρκαστικός – ώρες ώρες θυμίζει η αφήγησή του Τρίστραμ Σάντι- είναι μελαγχολικός και στοχαστικός, είναι ο τέλειος νεκρός αφηγητής για να μιλήσει για τη ματαιότητα της ζωής. Κι όποιος ισχυριστεί πως κατάφερε να αφήσει το ογκώδες τούβλο από τα χέρια του ενώ διάβαζε αυτό το πρώτο μυθιστόρημα, θα ψεύδεται ασύστολα. 

Έπειτα από αυτό το μεγαλείο, ακολουθεί το πιο αδύναμο από τα τρία μυθσιτορήματα, το Κίνκας Μπόρμπα, όπου ένας δευτερεύων χαρακτήρας του πρώτου, αφήνει όλη του την κληρονομιά στον κουφιοκέφαλο Ρουμπιάο. Τα λεφτά δεν ανήκουν πάντα σε αυτούς που τα αξίζουν. 

Και τέλος, ο Δον Κασμούρο, που μας επαναφέρει την αίσθηση του αριστουργήματος. Ένα μυθιστόρημα με έναν εξίσου ζωηρό αφηγητή που μας συστήνει μια από τις κλασικές φιγούρες γυναικών της εποχής, την πανέμορφη Καπιτού που ο άντρας της την ζηλεύει μέχρι τελειωτικής τρέλας και καταστροφής.

Απόλαυσα την εβδομάδα που πέρασα παρέα με τη Ρεαλιστική Τριλογία. Πολλοί, ανάμεσα τους κι ο Χάρολντ Μπλουμ- αν και κάπως ρατσιστικά: μιλώντας για «μαύρους συγγραφείς»- θεωρούν τον Μασάντο ντε Ασσίς έναν από τους σπουδαιότερος, αν όχι τον σπουδαιότερο, συγγραφέα της Βραζιλίας. Δεν έχω διαβάσει τίποτε άλλο δικό του, αλλά τα τρία μυθιστορήματα της Ρεαλιστικής Τριλογίας αρκούν για να τον κατατάξουν στους αγαπημένους. 


                                                         Κατερίνα Μαλακατέ




«Ρεαλιστική Τριλογία», Machado de Assis, μετ. Μαρία Παπαδήμα, εκδ. Gutenberg, σελ. 1002, 2017

13/4/17

«Ιστορίες της ζωής σου και άλλες ιστορίες», Ted Chiang



Από τα πιο ενδιαφέροντα βιβλία που διάβασα φέτος, οι «Ιστορίες της ζωής σου και άλλες ιστορίες» του Ted Chiang, είναι μια συλλογή διηγημάτων επιστημονικής φαντασίας γραμμένη με αριστοτεχνικό τρόπο. Καθεμιά από τις ιστορίες είναι ολοκληρωμένη από άποψη ιδέας και πλοκής, έχει δε το πρόσθετο αβαντάζ του βάθους και της έντασης. Ο Τσιανγκ δεν μένει στην επιφάνεια ούτε στον φτηνό εντυπωσιασμό, έχει πολλά να πει για όλα τα βασικά φιλοσοφικά θέματα: για τη ζωή, τον θάνατο, την απώλεια, τον έρωτα, την ταυτότητα, τη ματαιότητα. 

Αγαπημένο μου νομίζω πως είναι το «Σου αρέσει αυτό που βλέπεις;», όπου έχει ανακαλυφθεί ένας συγκεκριμένος τρόπος, η καλλιαγνωσία, για να μπλοκάρεται στο ανθρώπινο μυαλό η ελκυστικότητα. Βλέπεις τα χαρακτηριστικά του άλλου, αλλά δεν έχεις ιδέα αν είναι γοητευτικός ή όχι. Μόνο που δεν επιλέγουν όλοι να τροποποιήσουν το μυαλό τους, κι όταν μια κοπέλα που έχει μεγαλώσει με την καλλιαγνωσία επιλέγει να την κλείσει αρχίζουν τα ηθικά διλήμματα. 


Μου άρεσε και το πρώτο, «Ο Πύργος της Βαβυλώνας», όπου οι άνθρωποι χτίζουν έναν πύργο για να προσεγγίζουν τον θεό και και τους κοστίζει περισσότερο αν πέσει ένα τούβλο- που θα κάνει 4 μήνες να ανέβει- από ο,τι ένας άνθρωπος. Ενώ μεγάλη πλάκα είχε το «Κόλαση είναι η απουσία του Θεού», όπου οι άγγελοι και ο θεός κάνουν συχνές εμφανίσεις και οι άνθρωποι βλέπουν τι γίνεται σε Παράδεισο και Κόλαση.  Από τα καλύτερα κι αυτό που δίνει τον τίτλο της συλλογής, «Η ιστορία της ζωής σου», όπου στηρίχτηκε η ταινία Arrival.

Κάποιες στιγμές νιώθεις πως οι ιδέες του Τσιάνγκ περισσεύουν και ξεχειλίζουν, πως τις χαραμίζει γράφοντας διηγήματα κι όχι πολυσέλιδα μυθιστορήματα. Όμως η μαγεία της μικρής φόρμας αυτού του τύπου είναι η έκρηξη της ιδέας, ο τρόπος που μια αλλόκοτη συνθήκη απογυμνώνει την ανθρώπινη φύση και μας την προσφέρει στο πιάτο. Νομίζω πως με άνεση ο Τεντ Τσιάνγκ εδραιώθηκε μέσα μου ως άμεσος απόγονος του Φίλιπ Ντικ· κάτι σαν χαμένος γιος ή εγγονός του. Και αποκατέστησε την πίστη μου στην επιστημονική φαντασία, ως το μόνο λογοτεχνικό είδος που μπορεί να με σώσει από την ανία. 



                                                                                 Κατερίνα Μαλακατέ



«Ιστορίες της ζωής σου και άλλες ιστορίες», Ted Chiang, μετ. Δημήτρης Αρβανίτης, εκδ. Κέδρος, 2016, σελ. 372













Υ.Γ. 42 Τυπωμένο σε εφημεριδόχαρτο, δυστυχώς. 



11/4/17

Οι προτάσεις της εβδομάδος


Εγκαινιάζουμε [όλοι εμείς, δηλαδή: εγώ] μια νέα στήλη στο blog, όπου κάθε εβδομάδα θα σας βγάζω φωτό από τα βιβλία στο προσκεφάλι μου, αυτά που έχω στο κομοδίνο μου ως προσεχώς. Φυσικά και δεν νιώθω καμία δέσμευση να τα διαβάσω ή να σας γράψω για αυτά μες στην επόμενη εβδομάδα, ούτε θα διστάσω να τα παρατήσω εκεί για ένα μήνα. Αλλά φρονώ πως έχει ενδιαφέρον να βλέπετε πώς περνά, αν περνά κανείς, από τη βούληση στην πράξη. 

"Στόουνερ", John Williams, μετ. Αθηνά Δημητριάδου, εκδ. Gutenberg, 2017, σελ. 409

"Γύρνα σπίτι, άγγελέ μου", Thomas Wolfe, μετ. Κοσμάς Πολίτης, εκδ. Μεταίχμιο, 2017, σελ. 664

"Τρεις σε μία βάρκα, Jerome Jerome, μετ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδ. Παπαδόπουλος, 2017, σελ. 200

"Θερισμός", Δημήτρης Τερζής, εκδ. Ιωλκός, 2017, σελ. 123

"Υπηρέτησα τον Άγγλο βασιλιά", Μπόχουμιλ Χράμπαλ, μετ. Σόνια Στάμου-Ντορνιάκοβα, εκδ. Καστανιώτη, 2017, σελ. 256

Όχι, οι εκδόσεις δεν θα είναι πάντα φρέσκες, όχι, δεν έχουν συνήθως κάποια στρατηγική από πίσω ή σχεδιασμό, έχουν να κάνουν μόνο με την αίσθησή μου και την στιγμή. 





7/4/17

«Γονυπετείς», Τζούλια Γκανάσου



Φαντάζεστε τώρα δα μια γυναίκα στα τέσσερα στη μέση εδώ της ασφάλτου;
Οραματίζεστε ξάφνου ένα τετράποδο πλάσμα που μετακινείται κουνώντας τα τροφαντά του οπίσθια
Φαντασιώνεστε λοιπόν τα καπούλια μου πάνω στην πίσσα και τον ιδρώτα να ρέει στο δέρμα; 
Βλέπετε τους τουρλωμένους γλουτούς, τα στήθη, τις ρόγες να τραμπαλίζουν ατίθασα;
Αφυπνίζεστε ή ενοχλείστε. 

Στη νουβέλα «Γονυπετείς», η συγγραφέας Τζούλια Γκανάσου ακροβατεί ανάμεσα στην πλοκή και το παραλήρημα, βάζει βαθιά το νυστέρι και σκάβει στην ψυχή της ηρωίδας της. Η ηρωίδα, είναι μια γυναίκα στα τέσσερα, έχει φτάσει σε ένα νησί, όπου και άλλοι γονυπετείς προσπαθούν να φτάσουν ως κάπου. Στην πορεία, η γυναίκα αναλογίζεται τη ζωή της, σκέφτεται για την πίστη, για την ελευθερία, για τον τρόπο που έζησε και πώς τον καθόρισαν άλλοι, για το αν ήταν καλή ή κακή τέλος πάντων η ζωής της. 

Τελικά πρόσημο δεν θα βάλει.

Θα αφουγκραστεί όμως τις επιταγές της σάρκας, και τις άλλες της κοινωνίας, θα καταλάβει, πότε υποτάχθηκε και πότε διάλεξε. Και θα μας αποκαλύψει πως η πορεία της δεν είναι προς το τέλος, αλλά προς την αρχή, εκεί που βρίσκεται ο καρπός και το ζουμί της ύπαρξής μας. 

Η Τζούλια Γκανάσου ρισκάρει. Γράφει βαθιά, ονειρικά, δεν χαϊδεύει τα αυτιά του αναγνώστη, δεν τον παίρνει από το χέρι μέσω της πλοκής, δεν τον οδηγεί. Όποιος όμως αφεθεί στη γραφή της, θα ανακαλύψει ένα διαμάντι άλλου τύπου, που ίσως απαιτεί δεύτερη και τρίτη ανάγνωση. Η ηρωίδα της είναι κάθε γυναίκα, η ηρωίδα της είναι κάθε άνθρωπος. Σοκάρει η διερεύνηση της ιδέας της πίστης, κι οι σεξουαλικές- κάπως διαστροφικές- αναφορές. Στην τελική στο μόνο που πιστεύουμε είναι στον εαυτό μας. Και στο σώμα. 

Προς στιγμή, κοντοστέκομαι. Δεν ξέρω γιατί, αλλά εδώ, παράμερα, στην άκρη αυτού του κόσμου που παραληρεί και απαιτεί, που διεκδικεί και ζητά επιβεβαίωση, που νοιάζεται τρομακτικά αν θα ζήσει, δίπλα σε αυτό το τοτέμ, ναι, δίπλα σε αυτό το πρωτόγονο σύμβολο εξάρτησης από το σύστημα κατανόησης ή παρανόησης του σύμπαντος κρύβομαι πλέον καλά. Δεν ξέρω αν θέλω να προσχωρήσω. 

Τα σημαντικά είναι αυτά που νοιάζουν τη συγγραφέα και την ηρωίδα. Απογυμνωμένα πια από τις λεπτομέρειες της καθημερινότητας, στα τέσσερα, στα όρια της σωματικής κούρασης, αναδύονται όλα εκείνα που τελικά θα μείνουν. Και αυτό φτιάχνει και τα ενδιαφέροντα κείμενα: το ξεγύμνωμα και η αλήθεια. Αυτό κάνει τους «Γονυπετείς» ένα βιβλίο που διαβάζεται απνευστί κι έπειτα θέλεις απευθείας να το ξαναδιαβάσεις. 


                                                              Κατερίνα Μαλακατέ



«Γονυπετείς», Τζούλια Γκανάσου, εκδ. Γκοβόστη, σελ. 133, 2017










Ακούστε την ραδιοφωνική συνέντευξη της Τζούλιας Γκανάσου στο Διαβάζοντας εδώ: 

3/4/17

"Απ' τον αέρα πιο ελαφριά", Federico Jeanmaire



Μια 93χρονη δέχεται επίθεση από έναν 14χρονο στην πυλωτή της πολυκατοικίας. Το αγόρι ανεβαίνει μαζί της στο διαμέρισμά της και της ζητάει τα λεφτά της. Αυτή του λέει πως τα έχει στο μπάνιο, και τον αιχμαλωτίζει εκεί. Έπειτα, κάθεται έξω από το μπάνιο, τον ταΐζει κουλούρια, γλυκίσματα και σνίτσελ και τον αναγκάζει να ακούσει την ιστορία της μάνας της, μιας πανέμορφης γυναίκας που  το μόνο που ήθελε ήταν να πετάξει. 

Εμείς ακούμε μονάχα την φωνή της 93χρονης. Δεν ξέρουμε καν αν υπάρχει κάποιος μες στην τουαλέτα. Δεν ξέρουμε αν λέει την αλήθεια. Δεν ξέρουμε πόσα από την ιστορία της μαμάς της τα σκαρφίζεται και πόσα της έχουν διηγηθεί. Γιατί η μάνα της πέθανε όταν αυτή ήταν δυο χρονών. Αλλά ξέρουμε πως πρόκειται για μια γυναίκα διψασμένη για αγάπη, και προσοχή. Για μια γυναίκα που θα έκανε τα πάντα για να την αφήσουν να μιλήσει. Κι ας μην έχει η ιστορία της ενδιαφέρον ούτε καν για την ίδια. 

Αυτή η απλή ιστορία είναι ίσως από τις πιο ενδιαφέρουσες και σημαντικές που διάβασα φέτος. Το μυθιστόρημα διαβάζεται σχεδόν απνευστί, αλλά τα όσα λέει στον μονόλογό της η γυναίκα, εντυπώνονται. Κι αυτό γιατί οι άνθρωποι που φτάνουν σε μεγάλη ηλικία, και νιώθουν πως χαράμισαν τη ζωή τους, ενώ ταυτόχρονα προσπαθούν να το κρύψουν από τους άλλους, δίνουν πάντα ανάγλυφη την αίσθηση της ματαιότητας. Είναι η πιο καλή αφορμή για να αναλογιστεί κανείς τη δική του ζωή, πως την αφήνει ή την άφησε να περνάει, τι θα μείνει στο τέλος και γιατί.

Το «Απ’ τον αέρα πιο ελαφριά» του Φεδερίκο Ζανμέρ ήταν η έκπληξη της αναγνωστικής χρονιάς μου ως τώρα. Το πήρα γιατί με κέντρισε το οπισθόφυλλο, χωρίς να ξέρω τίποτα άλλο για αυτό – με την σιγουριά της μετάφρασης του Αχιλλέα Κυριακίδη και των εκδόσεων Opera- και το ένστικτό μου δικαιώθηκε. Μου εύχομαι κι άλλα τέτοια βιβλία στο μέλλον.




                                                                            Κατερίνα Μαλακατέ



"Απ' τον αέρα πιο ελαφριά", Φεδερίκο Ζανμέρ, μετ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδ. Opera, 2016, σελ. 243

2/4/17

Ραδιοφωνικό Διαβάζοντας




Κλήρωση! Και εκπομπή. Στο ραδιοφωνικό Διαβάζοντας σήμερις μαζί μας ο Paraskevas Akamatis. Σας υποσχόμαστε συγκίνηση, κλάμα, και πολλά διδάγματα για την πουτάνα τη ζωή. 
Κληρώνουμε 3 αντίτυπα του "Νησιού Γάμα", του Παρασκευά Ακαμάτη, ευγενική προσφορά από τις Εκδόσεις Ωκεανίδα. Για να λάβετε μέρος στην κλήρωση πατήστε "Μου αρέσει" και κοινοποιήστε ή/και σχολιάστε στο ποστ στο γκρουπ της εκπομπής στο φβ. Εναλλακτικά αφήστε απλά ένα σχόλιο εδώ από κάτω. Τα "ουάου" και οι καρδούλες για τον Παρασκευά δεν θα λαμβάνονται υπόψη. Η κλήρωση θα γίνει σήμερα κατά τις 7:50 on air.
Μη μας χάσετε, 6-8.μ.μ. πάντα στον www.amagi.gr.



Υ.Γ.42 Ο Παρασκευάς Ακαμάτης γεννήθηκε χωρίς καμία σοβαρή προειδοποίηση. Από μικρό παιδί αναγκάστηκε να εργαστεί σκληρά προκειμένου να μην δουλέψει καθόλου. Το μυθιστόρημά του "Σαμπάνια με γύρο" (Εκδ. Ωκεανίδα 2009) κέρδισε 2 τριεθνή βραβεία (2Χ3 = 7 βραβεία) και γυρίστηκε ταινία με τίτλο "We are all just prisoners here of our own device" από τον γνωστό χολιγουντιανό σκηνοθέτη Α.Τ.Μ.
Το μυθιστόρημά του "Ζωνιανά Gold" (Εκδ. Ωκεανίδα 2013) εξαντλήθηκε αμέσως και ξανατυπώθηκε αμέσως. Το βιβλίο προκάλεσε πάταγο και κάποιοι λένε πως η οικομικοκοινωνικοπολιτικοσεξουαλικοκαπνιστική γραμμή της (κάτω) χώρας άλλαξε εξαιτίας του. Στην προσπάθειά τους να το προμηθευτούν και να το χρησιμοποιήσουν στην ώρα του, αρκετές γυναίκες χώρισαν από τις τσάντες τους, πολλά τρελά μωρά εγκαταλείφτηκαν από τους μπαμπάδες τους και όλες οι γιαγιάδες έκοψαν αλυσίδες αιώνων.

Υ.Γ.42-42 Όλες τις επόμενες και τις προηγούμενες εκπομπές Διαβάζοντας τις ακούτε κι εδώ: