10/7/17

"Οι τυφλοί", Νίκος Α. Μάντης



Ο Νίκος Μάντης δεν είναι άγνωστος στο ελληνικό κοινό, τα τελευταία χρόνια τόσο με την Άγρια Ακρόπολη, όσο και με το Πέτρα, ψαλίδι, χαρτί απέκτησε σταθερή, φανατική αναγνωστική βάση. Όταν όμως κανείς βλέπει στον πάγκο του βιβλιοπωλείου το νέο του μυθιστόρημα, «Οι Τυφλοί», νιώθει δέος για τον όγκο του, και πιθανότατα διαβάζοντας το οπισθόφυλλο θα αισθανθεί κάτι ανάμικτο με φόβο και προσμονή. Ακόμα περισσότερο αφού σε συνέντευξή του δήλωσε πως κατέληξε να κάνει κάτι που μοιάζει Πιντσονικό, αναφέροντας τον Ορχάν Παμούκ, τον Ρομπέρτο Μπολάνιο αλλά και τον Αλέξη Πανσέληνο, ως βασικές επιρροές του σε αυτό το βιβλίο. 

Το σίγουρο είναι ένα, ο Μάντης με τους Τυφλούς προσπάθησε κάτι που λίγοι έχουν αποτολμήσει στην Ελλάδα: ένα μεγάλο μυθιστόρημα με πλοκές και υποπλοκές, δεύτερα και τρίτα επίπεδα, που να συμπυκνώνει το χάος της χώρας, κι ειδικότερα της Αθήνας. Αν η περιγραφή μοιάζει φιλόδοξη, το εγχείρημα είναι ακόμα περισσότερο. Και το ερώτημα που τίθεται είναι: τα κατάφερε; Μετά την ανάγνωση, η απάντηση δεν μπορεί να είναι παρά θετική, τις περισσότερες φορές το στοίχημα είναι κερδισμένο. 

Ο Νίκος Μάντης στηρίχτηκε στη δύναμη της αφήγησής του, στη δεξιοτεχνία του να απορροφά στοιχεία της πραγματικότητας και να τα ενσωματώνει στην πλοκή, στη «βαβούρα» που ζούμε όλοι, πολιτικά, κοινωνικά μέσα στην πρωτεύουσα, κι έφτιαξε ένα δαιδαλώδες κατασκεύασμα γεμάτο υπόγειες στοές, εθνικιστικά σύμβολα, ακροαριστερά μορφώματα, έναν εύζωνα με δίχρωμα μάτια που μπορεί να διαβάσει τη σκέψη και να μιλήσει μες στο μυαλό σου, λογοκριτές επί δικτατορίας, και βασιλιάδες σε μια φυλή νάνων, στελέχη του ΔΝΤ και μέλη ενός φόρουμ για εθνικιστικές ομάδες που ανταλλάσσουν μνήμες. Πώς ενώνονται όλα αυτά; Μόνο με τη γραφή του. Μόνο γιατί συνεχώς έχεις την αίσθηση, πως παρόλα τα άλματα στον χρόνο και τον χώρο και τα πρόσωπα, αφηγητής παραμένει σταθερά ένας. 

Το βιβλίο ξεκινά ακολουθώντας τον Ισίδωρο, έναν αποτυχημένο νεαρό ηθοποιό που αράζει από δω κι από κει σε σπίτια φίλων και συμμετέχει με την παρέα του στους Αγανακτισμενους. Κάποια στιγμή, αναζητώντας την ιδανική «Σοφία», την κοπέλα που ερωτεύτηκε αλλά στην πράξη δεν υπάρχει, θα βρεθεί μπλεγμένος στην αριθμολογία, ψάχνοντας τη σχέση ανάμεσα στον «Ραδάμανθυ», την εθνικιστική οργάνωση «Διπλός πέλεκυς» και το «Βιβλίο των πάντων». 

Στο δεύτερο μέρος παρακολουθούμε κατά τη διάρκεια της δικτατορίας τον Εύζωνα Γιώργο Καρζή, που ταυτόχρονα παίζει σε μια παράσταση που στήνει η βεντέτα και ερωμένη του, Δωροθέα Κλήμη. Το «Ελληνικόν Κλέος» το υπογράφουν από κοινού ο άντρας της και ο γιος της, Βάσος Μεθενίτης, που αργότερα θα γίνει αρχηγός του «Διπλού Πέλεκυ». Και τελικά δεν γλιτώνει τον πέλεκυ της λογοκρισίας.

Έπειτα πεταγόμαστε στο 1985, ψάχνοντας τους υπαίτιους για το θάνατο του πατέρα του Νέιτ. Ο Νέιτ είναι ένας ελληνοαμερικάνος που δουλεύει στο ΔΝΤ και ο πατέρας του εικάζεται πως δολοφονήθηκε από ακροαριστερές οργανώσεις γιατί δούλευε στη ΣΙΑ. Βέβαια, τα πράγματα μπορεί να μην είναι κι έτσι. Τελικά γυρίζουμε πάλι στον Ισίδωρο για μια «τυφλή» περιπλάνηση στην Αθήνα. Και το τέλος.

Από το βιβλίο λείπει ο κεντρικός ήρωας με τον οποίο θα μπορούσες να ταυτιστείς. Όμως είναι τέτοια η δράση και η ένταση, οι υπόγειες διαδρομές, που δεν σε αφήνουν να εφησυχάσεις. Λείπουν και οι «οριστικές λύσεις». Κάτι τέτοιο όμως σε ένα μυθιστόρημα τόσο βαθιά πολιτικό θα έμοιαζε ανάρμοστο. 

Ο Νίκος Μάντης κατόρθωσε να μιλήσει για τον αχταρμά της νεότερης πολιτικής ιστορίας, για την πόλη του- που την υπεραγαπά, για ένα σωρό επικίνδυνα και σχεδόν ακατανόητα θέματα όπως οι ψεκασμένες θεωρίες συνωμοσίας και η άνοδος του εθνικισμού στην Ελλάδα. Η πολιτική του σκέψη δεν είναι πάντα σαφής, αλλά πιθανότατα κανενός μας δεν είναι. Είναι όμως σαφής η πρόθεσή του να αφηγηθεί την ιστορία του, να αφεθεί στον τρόπο που η μία πλοκή μπαίνει μέσα στην άλλη και επηρεάζει χρόνια μετά. Ένα τέτοιο βιβλίο γραμμένο από κάποιον άλλο μπορεί και να κατέληγε ακατανόητο. Μόνο η δύναμη της γραφής αποτρέπει αυτόν τον κίνδυνο. Το σίγουρο είναι ένα, με αυτό το μυθιστόρημα ο Νίκος Μάντης έβαλε γερή υποθήκη για το μέλλον, φρόντισε για την υστεροφημία του· οι αυριανοί αναγνώστες θα το αναζητούν.



                                                                        Κατερίνα Μαλακατέ




"Οι τυφλοί", Νίκος Α. Μάντης, εκδ. Καστανιώτη, 2017, σελ. 598

4 σχόλια:

  1. Μ΄αρέσει ο Μάντης,παρακολουθώ την πορεία του και τώρα με δελεάζεις πάλι.Αλλά 17+ ευρώ δεν είναι λίγα -ναι,ξέρω είναι 600 σελίδες,δεν αντιλέγω-και με τόσα βιβλία αξιόλογα που θέλεις να τα διαβάσεις ει δυνατόν όλα, γίνονται όλο και πιο δύσκολες οι αγορές και κάποια πάνε στα προσεχώς.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Η τιμή είναι πάντα θέμα. Ειδικά όταν τόσα αδιάβαστα και ήδη αγορασμένα μας περιμένουν.

      Διαγραφή
  2. Το έχω στα υπόψιν και χαίρομαι που αρχίζει να διαμορφώνεται αργά αλλά σταθερά μια νέα γενιά πεζογραφίας στην Ελλάδα, θα μπορούσαμε να πούμε η 5η μεταπολεμική γενιά, η γενιά δηλαδή που δεν έζησε τα εμφυλιοπολεμικά γεγονότα από πρώτο χέρι (ίσως ούτε κι από δεύτερο) και γι' αυτό αποφεύγει να εκφραστεί με στρατευμένο πάθος αλλά καταφεύγει στην μετα-ιστορία (δεν ξέρω αν το λέω και σωστά). Κάτι αντίστοιχο έχει ήδη γίνει εδώ και 2 δεκαετίες τουλάχιστον στην Ισπανία για τον δικό τους εμφύλιο. Στην Ελλάδα αργήσαμε λίγο περισσότερο φαίνεται!

    Απόστολος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Νομίζω πως η μετα-ιστορία είναι ο πιο ταιριαστός όρος. Μακάρι όντως να υπάρξει μια τέτοια φουρνιά βιβλίων.

      Διαγραφή